Οι απαρχές του νεοφιλελεύθερου λόγου

Ντούνης Ανδρέας*

Σημαίνουσα αφετηρία για την διάδοση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας μπορεί να χαρακτηριστεί το 1944 όταν και εκδόθηκε το βιβλίο του Friedrich Hayek: The Road to Serfdom (ο Δρόμος της Υποτέλειας), το οποίο υπήρξε σε πολύ γενικές γραμμές ένας λίβελος κατά της κεντρικής εξουσίας και του κεντρικού κρατικού σχεδιασμού. Η επιρροή που άσκησε το έργο του Hayek, δημιούργησε γύρω του έναν κύκλο σημαίνοντων ακαδημαϊκών (όπως τον Μίλτον Φρίντμαν και τον Λούντβιχ Φον Μίζες), ο οποίος συνετέλεσε την ίδρυση της Εταιρείας Μον Πελερέν[i].  Η απαρχή του νεοφιλελεύθερου λόγου μπορεί να εντοπισθεί στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Εταιρείας η οποία αναφέρει τα εξής:

«Οι κεντρικές αξίες του πολιτισμού κινδυνεύουν. Σε μεγάλες εκτάσεις της γήινης επιφάνειας οι ουσιώδεις συνθήκες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελευθερίας έχουν ήδη εξαφανιστεί. Σε άλλες βρίσκονται υπό συνεχή απειλή από την ανάπτυξη των σύγχρονων τάσεων της πολιτικής. Η θέση του ατόμου και της αυτοπροαίρετης ομάδας σταδιακά υπονομεύεται από την επέκταση της αυθαίρετης εξουσίας. Ακόμη και το πιο πολύτιμο απόκτημα του Δυτικού Ανθρώπου, η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, απειλείται από την εξάπλωση ιδεολογιών οι οποίες, ενώ διεκδικούν το προνόμιο της ανοχής όταν είναι μειοψηφικές, επιδιώκουν απλώς να κατοχυρώσουν μία θέση εξουσίας από την οποία μπορούν να καταπνίγουν και να αφανίζουν όλες τις άλλες απόψεις εκτός από τη δική τους.

Η ομάδα πρεσβεύει ότι αυτές οι εξελίξεις υποδαυλίστηκαν από την ανάπτυξη μιας άποψης για την ιστορία η οποία αρνείται όλα τα απόλυτα ηθικά κριτήρια και από την ανάπτυξη θεωριών που αμφισβητούν το επιθυμητό του κράτους δικαίου. Πρεσβεύει περαιτέρω ότι υποδαυλίστηκαν από την υποχώρηση της πίστης στην ατομική ιδιοκτησία και στην ανταγωνιστική αγορά· διότι χωρίς τη διάχυτη δύναμη και πρωτοβουλία που σχετίζονται με αυτούς τους θεσμούς, είναι δύσκολο να φανταστούμε μία κοινωνία στην οποία μπορεί να διατηρηθεί πραγματικά η ελευθερία[ii]».

Η έννοια της ελευθερίας αποτελεί τον ιδεολογικό «πολιορκητικό κριό» της ιδρυτικής διακήρυξης της Εταιρείας Μον Πελερέν. Στην ιδρυτική διακήρυξη εμφανίζεται τρείς φορές σε σύνολο 189 λέξεων, και η μόνη έννοια που αντιπαραβάλλεται ποσοτικά είναι αυτή της εξουσίας με συχνότητα δύο λέξεων. Παρά ταύτα η ελευθερία επιφορτίζεται και συμπλέει με συνεπακόλουθες ιδεολογικές εκφάνσεις όπως την θέση του ατόμου και της αυτοπροαίρετης ομάδας και κυριότερα με την ατομική ιδιοκτησία και την ανταγωνιστική αγορά. Ενώ, κατά αυτόν τον τρόπο η ελευθερία αποτελεί το κύριο ιδεολογικό πρόσταγμα, για να επιτευχθεί θα πρέπει να υποχωρήσουν οι πολιτικές τάσεις της εξουσίας οι οποίες καταπνίγουν και υποδαυλίζουν την ιδιωτική πρωτοβουλία και περιορίζουν την ελευθερία του ατόμου. Το κράτος θα πρέπει να μειωθεί και να δώσει χώρο για την ελεύθερη αυτορρύθμιση της αγοραίας οικονομίας (μέσω της πρωτοβουλίας της ανταγωνιστικής αγοράς).

Παρατηρούμε ότι από το λίκνο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας οι βασικοί εκφερόμενοι λόγοι και ρητορικές διατηρούν τον ίδιο βασικό κορμό: η ελευθερία του ατόμου και της ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας (αυτοπροαίρετη ομάδα) που κατοχυρώνονται από το «ύψιστο» δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας θα πρέπει να είναι το μέγιστο μέλημα των κοινωνικοπολιτικών ρυθμίσεων, και η κεντρική εξουσία θα πρέπει να υποχωρήσει ώστε να επιτευχθεί η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

Στο έργο του Hayek – The Road to Serfdom κύριοι ρητορικοί άξονες υπήρξαν η ανάγκη για τον περιορισμό της κεντρικής κρατικής εξουσίας και του κεντρικά οργανωμένου κρατικού σχεδιασμού. Η ελεύθερη αγορά αποτελεί το μέσο για την κοινωνική ευημερία καθώς δημιουργεί μία ‘αυθόρμητη ευταξία’ συντελώντας σε ένα δημόσιο όφελος μέσω της επιδίωξης του ατομικού συμφέροντος. Η κοινωνική δικαιοσύνη θα πρέπει να υποδαυλίζεται από την δικαιοσύνη της αγοράς, καθώς τα εισοδήματα των πλουσιότερων δεν θα πρέπει να ‘καταχράζονται’ με σκοπό την αναδιανομή αφήνοντας τους φτωχούς εξαρτημένους από ένα γραφειοκρατικό και πατερναλιστικό κράτος πρόνοιας. Ενώ μία εκτενής ανάλυση του συγκεκριμένου έργου θα αποτελούσε μία αυτούσια και έτερη ερευνητική προσπάθεια, αξίζει να επικεντρωθούμε σε ένα κομμάτι της επιχειρηματολογίας του Hayek κατά του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και της κοινωνικής πολιτικής καθώς δείχνει μία σημαντική όψη της νεοφιλελεύθερης ρητορικής. Ένα χαρακτηριστικό χωρίο είναι το εξής:

« Δεν είναι δύσκολο να δούμε ποιες θα είναι οι επιπτώσεις όταν η δημοκρατία αρχίζει από το ζήτημα του σχεδιασμού, το οποίο στην εκτέλεσή του απαιτεί εκτενέστερη συμφωνία από αυτή που πραγματικά υπάρχει. Οι άνθρωποι ενδέχεται να έχουν συμφωνήσει με την υιοθέτηση ενός συστήματος κατευθυνόμενης οικονομίας επειδή έχουν πειστεί ότι αυτή θα οδηγήσει σε μεγάλη ευημερία. Κατά τις συζητήσεις που γίνονται με σκοπό να ληφθεί μία απόφαση, ο όρος σχεδιασμός μπορεί να έχει περιγραφτεί με όρους όπως είναι «κοινή ευημερία», που όμως έτσι το μόνο που κάνουν είναι να αποκρύπτουν την απουσία πραγματικής συμφωνίας για το σκοπό του σχεδιασμού………Οι επιπτώσεις στους ανθρώπους που έχουν συμφωνήσει ότι πρέπει να υπάρχει ένα κεντρικό σχέδιο χωρίς να έχουν συμφωνήσει τους στόχους του σχεδίου, μοιάζουν με μία ομάδα ανθρώπων που έχουν δεσμευτεί για ένα κοινό ταξίδι χωρίς να έχουν συμφωνήσει τον προορισμό του ταξιδιού. Ως αποτέλεσμα, μπορεί όλοι να είναι υποχρεωμένοι να κάνουν ένα ταξίδι το οποίο, τελικά, οι περισσότεροι δεν το θέλουν[iii]».

Ο Hayek αντιτάσσεται σθεναρά στην διαδικασία του σχεδιασμού καθώς θεωρεί προβληματική την απόλυτη κοινή συναίνεση των ατόμων σε πολύ βασικούς άξονες του. Η ανισορροπία αυτή «διατρέχει» όλα τα στάδια του σχεδιασμού:από την απόφαση για τον σχεδιασμό (κοινός σκοπός), τον μηχανισμό μέσω του οποίου θα διενεργηθεί (κοινοί στόχοι) , μέχρι την κυβερνητική δραστηριότητα ( αποφάσεις εκτελεστικής εξουσίας).

Η συμφωνία των ατόμων μπορεί, σύμφωνα με τον Hayek, να υπάρξει κατά την απόφαση για την υιοθέτηση ενός μηχανισμού για την πραγματοποίηση ενός σχεδίου, αλλά παράλληλα τα ίδια άτομα φαίνεται να έχουν αντικρουόμενες ιδέες για τον κοινό σκοπό του.

Η «κοινή ευημερία» μέσω του κρατικού παρεμβατισμού και σχεδιασμού είναι για τον Χάγιεκ μία ουτοπία, καθώς αποκρύπεται η έννοια της συναίνεσης, και η τελευταία δεν μπορεί ποτέ πραγματικά να οικοδομηθεί και να επιτευχθεί.

Έτσι, υπό μία πρωταρχικότερη ανάλυση, ο μελετητής επισημαίνει ότι η διαφαινόμενη συναίνεση για τον σχεδιασμό ενός προγράμματος μπορεί να υποκρύπτει την «αληθινή ασυμφωνία» για τους στόχους του σχεδίου, και η εν γένει δυνατότητα επίτευξης της κοινωνικής ευημερίας έχει μικρές πιθανότητες μέσω της κρατικής παρέμβασης και σχεδιασμού.

  • Πηγή: Ντούνης Ανδρέας, Ο λόγος του νεοφιλελευθερισμού ως προς το κράτος πρόνοιας, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Μεθοδολογία και Εφαρμογές στην Κοινωνική Πολιτική, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα Ιούνιος 2011, σελ. 11-13.

 
[i] Χάρβεϊ Ντεϊβιντ: «Νεοφιλελευθερισμός – Ιστορία και Παρόν», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2007.
[ii] Βλέπε σχετικά http ://www.montpelerin.org/aboutmps.htm1 στο Χάρβεϊ Ντεϊβιντ: «Νεοφιλελευθερισμός – Ιστορία και Παρόν», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2007.

[iii] Friedrich A. Hayek: «Τhe Road to Serfdom», 1944 σελ. 61-62 όπως αναφέρεται στοGilbert N., Terrell P: «Dimensions of Social Welfare Policy», Pearson New York, 21.

Διαβάστε Επίσης  Herbert Marcuse: Το πρόγραμμα της κοινωνικής απελευθέρωσης

There are 2 comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!