Θεωρία του λόγου: συνέχεια

thκΗ ρηματική δομή στην θεωρία του λόγου αποτελείται από τα κομβικά σημεία (nodal points), γύρω από τα οποία συναρθρώνεται το νόημα, αλλά ταυτόχρονα αποκλείουν μέσω της χρησιμοποίησης αυτών ως κύριων σημαινόντων συγκεκριμένες πρακτικές λόγου, διαμορφώνοντας αυτό που αποκαλούν πεδίο της ρηματικότητας. Επίσης η έννοια του κλεισίματος δίνει σύμφωνα με τους Laclau και Mouffe μία προσωρινή οριοθέτηση του νοήματος, το οποίο δεν μπορεί ποτέ να είναι οριστικό. 

Η σύνδεση του κοινωνικού με το γλωσσικό σύστημα επιτυγχάνεται μέσω της παραδοχής της ενδεχομενικότητας των ταυτοτήτων και των σχέσεων στα δύο συστήματα. Οι ταυτότητες και οι σχέσεις είναι πάντοτε σχεσιακές και μεταβαλλόμενες τόσο στο κοινωνικό όσο και στο γλωσσικό «περιβάλλον». Ένα ερώτημα που μπορεί να τεθεί πρωτίστως είναι το εξής: μία μεταβολή στο γλωσσικό σύστημα μπορεί να προκαλέσει μία μεταβολή στο κοινωνικό σύστημα; – και υπό ποιες πρακτικές λόγου τα κοινωνικά συστήματα και πρακτικές μεταβάλλονται;  

Η θεωρία του λόγου ενστερνίζεται την άποψη του Foucault σχετικά με την παραγωγική δυναμική της εξουσίας, η οποία ενυπάρχει σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και αλληλοδιαδράσεις και συνυφαίνεται άρρηκτα με την έννοια της γνώσης. Όμως η εξουσία είναι και καταπιεστική και δημιουργεί ανισορροπίες δυνάμεως και επηρεασμού. Σε λογο-αναλυτικό επίπεδο αυτή η παραδοχή εμπερικλείει τις ανισορροπίες δυνάμεως μεταξύ των κατεχόντων γνώσης και ισχύος και των μη, κατά τις πρακτικές των εκφερόμενων λόγων. Αυτές οι ανισορροπίες, όμως, καθίστανται ενδεχομενικές καθώς η διπολική σχέση εξουσίας/δύναμης μεταξύ των υποκειμένων του λόγου μπορεί να μεταστραφεί ή και να αντιστραφεί. Υπό μία γενικότερη θεώρηση η εξουσία δημιουργεί τις γνώσεις, σχηματίζει τις ατομικές ή συλλογικές ταυτότητες και επηρεάζει τις ατομικές ή/και ομαδικές σχέσεις. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι ενδεχομενικά καθώς είναι εύπλαστα και μεταβαλλόμενα. Η εξουσία επίσης καθορίζεται από τις πολιτικές πρακτικές και την αντικειμενικότητα. Οι πολιτικές πρακτικές εδώ δεν πρέπει να ιδωθούν υπό την στενή έννοια της πολιτικής. Πολιτικές πρακτικές καθορίζουν την συνύπαρξη των ατόμων και σε άλλα πεδία πέρα από την εξουσιαστική σχέση πολιτικής ηγεσίας/πολιτών. 

Στο πεδίο της ιδεολογίας, η θεωρία του λόγου των Laclau και Mouffe (όπως και όλοι οι ύστεροι κονστρουξιονιστές αναλυτές λόγου) απορρίπτει την κυρίαρχη ιδεολογία που πρότεινε ο Althusser. Δεν υφίσταται μία ιδεολογία η οποία κυριαρχεί και εξουσιάζει τα υποκείμενα, αντιθέτως τα υποκείμενα του λόγου είναι ικανά να αντιστέκονται στις ιδεολογικές εγκλήσεις [i] και να αναπτύσσουν μηχανισμούς αντίδρασης και κριτικής σκέψης.

Η ιδεολογία κατά τους Laclau και Μοuffe ταυτίζεται με την αντικειμενικότητα, και επομένως δεν μπορεί να δομηθεί ο κοινωνικός ιστός χωρίς την ύπαρξη της ιδεολογίας, καθώς πρέπει να λαμβάνουμε ως παγιωμένες συγκεκριμένες κοινωνικές δομές και ιεραρχίες. Έτσι, στην θεωρία του λόγου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κριτική έρευνακαθώς συγκεκριμένες κοινωνικές δομές και ιεραρχήσεις θεωρούνται ως προκαθορισμένες. 

Η γενική ερευνητική θεώρηση της θεωρίας του λόγου αποτελεί η ταύτιση του κοινωνικού με τους λόγους, με την παράλληλη ενοποίηση ρηματικών και μη-ρηματικών πρακτικών. Ο λόγος είναι αυτός που διαμορφώνει απόλυτα το κοινωνικό πεδίο, και τα αναλυτικά και ερμηνευτικά εργαλεία θα πρέπει να περιορίζονται στις αναλύσεις κειμένων, ομιλιών και προφορικών ντοκουμέντων. 

 

[i] Η έγκληση είναι η διαδικασία με την οποία η γλώσσα διαμορφώνει μια κοινωνική θέση για το άτομο, καθιστώντας το έτσι ιδεολογικό υποκείμενο βλ. Louise Phillips, Marianne Jorgensen: «Ανάλυση Λόγου – Θεωρία και Μέθοδος» , Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2009. 

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!