Το κράτος πρόνοιας και η έννοια του λόγου

Ντούνης Ανδρέας

Ο όρος κράτος πρόνοιας δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένας ενιαίος ορισμός, αλλά πρέπει να ειδωθεί θεωρητικά υπό την οπτική και τυπολογία των διαφορετικών προνοιακών καθεστώτων ή καθεστώτων προνοιακού καπιταλισμού. Μία πρώτη φιλοσοφική θεμελίωση του κράτους πρόνοιας, εντοπίζεται στον διευρυμένο ορισμό του κράτους πρόνοιας, ο οποίος αναφέρει ότι κάθε μορφή κοινωνίας φροντίζει για την ευημερία των μελών της. Συνηθέστερα, και για αναλυτικούς σκοπούς, το κράτος πρόνοιας εκλαμβάνεται ως η αστική καπιταλιστική μορφή του κοινωνικού κράτους των ανεπτυγμένων δυτικών κοινωνιών, και έχει ως ιστορική αφετηρία την μετάβαση από την εποχή της προνεωτερικότητας σε αυτήν της νεωτερικότητας. Η νεωτερική εποχή σηματοδότησε ριζικές αλλαγές στην οικονομία και στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και συνετέλεσε στην εμφάνιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ρύθμισης της οικονομίας, σηματοδοτώντας την σημαίνουσα οριστική μετάβαση από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό.

 Η θεσμική μορφή του κράτους πρόνοιας σχηματίζεται το 1881 στην Γερμανία από τον Otto von Bismarck, ο οποίος θεσμοθετεί ένα ανεπτυγμένο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης μέσω της θέσπισης της νομοθεσίας της κοινωνικής ασφάλισης, με στόχο την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών της εργατικής τάξης. Στην Μεγάλη Βρετανία, η έκθεση του Beveridge στις 20 Νοεμβρίου του 1942, αποτέλεσε την απαρχή ενός διευρυμένου μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας με σκοπό την αποκατάσταση των πολιτών, και την αντιμετώπιση των επείγοντων κοινωνικών αναγκών ύστερα από τα δεινά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
 
Το κράτος πρόνοιας, μπορεί να αντιμετωπισθεί για σχηματικούς λόγους, και ως μία κοινωνική κατασκευή η οποία έχει επικαθοριστεί απο πρακτικές λόγου, οι οποίες εμπεριέχουν και τις έννοιες των αξιών και της ιδεολογίας, που επιφόρτισαν τον πολιτικό λόγο και πρόσταγμα της δημιουργίας του.
 
Ο κλασσικός φιλελευθερισμός ως προς την θεμελίωση του κράτους πρόνοιας συνοψίζεται στην λογική της ατομικής ευθύνης για την κάλυψη των αναγκών και στην αντίληψη ότι το κράτος πρέπει να στηρίζει μόνο εκείνους που δεν μπορούν να βρούν εργασία. Ο κλασσικός φιλελευθερισμός στηρίζεται στην άποψη ότι το κράτος θα πρέπει να δίνει στους πολίτες την ελευθερία να προβαίνουν στις δικές τους επιλογές, και η κυβέρνηση θα πρέπει να διασφαλίζει την τήρηση των νόμων και την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας, περιοριζόμενο ουσιαστικά σε ένα μινιμαλιστικό κράτος. Η καπιταλιστική αγορά εμφανιζόταν ως ο μηχανισμός που θα επιτύγχανε τελικά τον σκοπό της κοινωνικής ευημερίας και η παρεμβατικότητα του κράτους θα πρέπει να περιοριζόταν στο ελάχιστο. Στην Μεγάλη Βρετανία, το πρώτο ψήγμα ενός διευρυμένου κράτους πρόνοιας εμφανίζεται το 1834 με τον Νόμο περί Φτώχειας (Poor Law Act) όπου οι φτωχοί ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται στα εργατοκάτεργα με αντάλλαγμα την παροχή στέγασης και τροφής. Παρά ταύτα, ορισμένοι φιλελεύθεροι ανέδειξαν τις αδυναμίες των οικονομικών της αγοράς και του μινιμαλιστικού κράτους, που ήταν εμφανείς τόσο κατα την περίοδο των μεγάλων υφέσεων όσο και στην αδυναμία του Νόμου περί Φτώχειας να αντιμετωπίσει το ζήτημα της φτώχειας, ακόμη και σε περιόδους ευημερίας.
 
welfare state

Οι «νέοι φιλελεύθεροι» εκείνης της περιόδου τόνιζαν την ανάγκη για περισσότερες προνοιακές παροχές καθώς και για την εγκαθίδρυση ενός κράτους πρόνοιας, γεγονός που προετοίμασε το έδαφος για έναν κοινωνικό φιλελευθερισμό και οδήγησε σταδιακά στην Έκθεση του Beveridge και την δημιουργία ενός διευρυμένου κράτους πρόνοιας.

Στην περίπτωση της έκθεσης του Beveridge (Βeveridge Report – Social Insurance and Allied Services) την 1η Δεκεμβρίου του 1942, τέθηκαν ως κυριότεροι ιδεολογικοπολιτικοί στόχοι η δημιουργία ενός κράτους πρόνοιας που θα παρέχει φροντίδα σε όλους από τον λίκνο μέχρι τον τάφο και η θέσπιση ενός εισοδηματικού διχτυού ασφαλείας (safety net) που θα απελευθερώνει τα άτομα από την ανάγκη (freedom from want). Δευτερεύοντες στόχοι της έκθεσης Beveridge υπήρξαν η αντιμετώπιση της ασθένειας, της άγνοιας και της αεργίας. Ο Sir William Beveridge κατά την διατύπωση των καθοδηγούμενων αρχών που διέπουν τις συστάσεις που πρότεινε διατύπωνε ότι μία επαναστατική στιγμή στην παγκόσμια ιστορία αποτελεί ένα καιρό για επαναστατικές αλλαγές και όχι για ημίμετρα.

Υπό μία άποψη, και για να συμπληρωθεί μία συνοπτική ανάλυση της περίπτωσης του λόγου του Beveridge, οι συγκεκριμένες αρχές θα πρέπει να συμπληρωθούν με την παράγραφο της Έκθεσης όπου τίθενται οι βασικές αρχές για την επίτευξη του στόχου της κοινωνικής ασφάλειας: «Η Τρίτη Αρχή είναι ότι η κοινωνική ασφάλεια θα πρέπει να επιτευχθεί μέσω της συνεργασίας μεταξύ του Κράτους και του ατόμου.

Το κράτος θα πρέπει να προσφέρει ασφάλεια για τις υπηρεσίες και την συνεισφορά. Κατά την οργάνωση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλειας το κράτος δεν θα πρέπει να περιορίζει την παροχή κινήτρων, ευκαιριών και υπευθυνότητας. Με την εγκαθίδρυση του εθνικού ελάχιστου, θα πρέπει να δίδεται η δυνατότητα και η ενθάρρυνση για την εθελοντική δράση κάθε ατόμου για την παροχή ενός επιπέδου ζωής που θα υπερβαίνει το εθνικό ελάχιστο για τον ίδιο και την οικογένειά του».

Είναι σαφές ότι η Έκθεση του Beveridge έθεσε τις βάσεις του διευρυμένου κράτους πρόνοιας καθολικής κάλυψης (…παροχή φροντίδας σε όλους από τον λίκνο μέχρι τον τάφο) σύμφωνα με ένα πρότυπο κοινωνικού φιλελευθερισμού, που στηρίχθηκε και δικαιολογήθηκε ρητορικά από την ιστορική ιδιαιτερότητα των αυξημένων κοινωνικών αναγκών και των υλικών καταστροφών που προκάλεσε ο σπαραγμός και η οδύνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (…μία επαναστατική στιγμή στην παγκόσμια ιστορία αποτελεί ένα καιρό για επαναστατικές αλλαγές και όχι για ημίμετρα). Επίσης, σύμφωνα με την Στασινοπούλου, η αποδοχή της Έκθεσης από τους φορείς παγιωμένων συμφερόντων απαίτησε από τον Beveridge την υιοθέτηση ρητορικών σχημάτων ανάδειξης των αρετών του βρετανικού λαού και της σημασίας της επιδεικνύομενης κοινωνικής δικαιοσύνης.

Πάντως, τα προνοιακά υποκείμενα ακόμη και στο θεσμικό μοντέλο πρόνοιας του Beveridge δεν είναι εντελώς απηλλαγμένα από την ατομική ευθύνη, πρωτοβουλία και υπευθυνότητα, σύμφωνα με την ιδεολογική μορφή του κλασσικού φιλελευθερισμού. Ενώ το κράτος ρυθμίζει καθολικά και διευρυμένα την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλειας πρέπει να επιτευχθεί μέσω της συνεργασίας μεταξύ του Κράτους και του ατόμου, το οποίο πέρα από την επιβίωση μέσω του εθνικού ελάχιστου εισοδήματος θα πρέπει να έχει την δυνατότητα να φροντίζει αυτόνομα για την εξασφάλιση ενός ανώτερου βιοτικού επιπέδου τόσο για το ίδιο όσο και για την οικογένειά του. Βεβαίως, αυτό το γεγονός δεν συνιστά την ακύρωση του καθολικού μοντέλου πρόνοιας, απλά πρωτοεισάγει τον ρόλο του ατόμου ως αυτόφωτο και ανεξάρτητο φορέα κοινωνικής ασφάλειας, που ενισχύεται από τις διευρυμένες ρυθμίσεις κοινωνικής πολιτικής.

socialpolicy.gr

Κράτα το

Κράτα το

Διαβάστε Επίσης  Γλωσσάρι για το φεμινισμό

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!