Για μια υπεράσπιση της Πολυπολιτισμικότητας – Μέρος ΙΙ, Πολιτισμικός Εγωκεντρισμός και Κοσμοπολιτισμός

του Ανδρέα Λιούμπα –  Είχα κλείσει το προηγούμενο κείμενό μου με την αφηρημένη υπόσχεση ότι θα ξεκινούσα από την έννοια του κοσμοπολιτισμού και θα εξηγούσα γιατί την θεωρώ παραπλανητική. Οι υποσχέσεις είναι για να τηρούνται και στην προκειμένη περίπτωση για να βοηθήσουν τον γράφοντα να τηρήσει μια στοιχειωδώς λογική σειρά σε αυτά που θέλει να πει.

Ξεκινώ με ένα απόσπασμα,

γράφει, το ήδη μακρινό 1984, ο Danto: “τα πραγματικά σύνορα του εαυτού ορίζονται από τα χάσματα ανάμεσα σε μένα και σε όσους σκέφτονται διαφορετικά από εμένα σαν να λέμε όλους τους άλλους κι όχι απλώς όσους διαχωρίζονται από διαφορές γενιάς, φύλου, εθνικότητας, θρησκευτικής ομάδας ή και φυλής ακόμη” (Danto, 1984:647).

Πρόκειται για καίριας σημασίας διαπίστωση, μια συνειδητοποίηση και κοινοποίηση του που ακριβώς βρίσκονται τα σύνορα μας, που αρχίζει το ξένο.

Το σύνορο εδώ ταυτίζεται με τα όρια του εαυτού. Με “σωματικούς” όρους θα λέγαμε ότι η “επικράτεια μας” τελειώνει στην άκρη της επιδερμίδας μας, ότι είναι παραέξω είναι κατ΄ ανάγκην ξένο.

Η αλήθεια που κρύβει αυτή η φράση, η αλήθεια πίσω από την διαπίστωση της μοναδικότητας του κάθε ενός από εμάς η οποία ορθώνει το πρώτο και βασικότερο φράγμα μεταξύ μας αποτελεί το έδαφος επί του οποίου εδράζεται η θέση μου για την απατηλή φύση του κοσμοπολιτισμού. Ακόμη περισσότερο: η θέση μου είναι ότι τελικά ο κοσμοπολιτισμός και ο πολιτισμικός εγωκεντρισμός (ή εθνοκεντρισμός αν προτιμάτε) έχουν το ίδιο σχεδιαστικό σφάλμα. Η διαφορά τους είναι, για μένα, διαφορά βαθμού, τάξης αν θέλετε.

Το σφάλμα στο οποίο αναφέρομαι είναι σφάλμα αντίληψης. Η παρανόηση οφείλεται σε διαστρέβλωση της προσλαμβανόμενης πληροφορίας. Πρακτικά:  εφόσον τα πραγματικά μας σύνορα είναι τα σύνορα του σώματος μας μπορούμε να τοποθετηθούμε αυτόνομα σε σχέση με όλο το περιβάλλον μας. Γνωρίζοντας την μοναδικότητα μας είναι ευκολότερο να δούμε ποιοι είμαστε, πού είμαστε και που θέλουμε να πάμε σε σχέση με τους άλλους.

Αν θα ήθελα να εντοπίσω μια καίρια διαφορά μεταξύ κοσμοπολιτισμού και εθνοκεντρισμού θα έλεγα ότι ο εθνοκεντρισμός σκόπιμα και στοχευμένα αποκρύπτει ή υποβαθμίζει τα σύνορα μεταξύ των πολλών ατομικών “Εγώ”, τα θεωρεί μικρά και αμελητέα και εφευρίσκει ένα κοινό σημείο αναφοράς με υλικό που ανάγεται ισομερώς σε ένα φανταστικό παρελθόν και σε πραγματικά κοινά στοιχεία, στην περίπτωση μας το ενδιαφέρον εστιάζει στην παράδοση.

Ο (ψευδό)κοσμοπολιτισμός από την άλλη θεωρεί ότι δεν υφίστανται καν σύνορα μεταξύ των πολλών “Εγώ” αλλά φαντασιώνεται ένα ομοιογενές πολυμορφικό και πολυσυλλεκτικό “Εμείς”. Είναι το ψέμα του εθνοκεντρισμού στον υπερθετικό βαθμό. Από τα πολλά φανταστικά “Εμείς”, τα οποία έχουν συνήθως  ως πυρήνα και άξονα αναφοράς μια μυθική ανάγνωση του παρελθόντος η οποία υποβαθμίζει τις διαφορές και τονίζει τις ομοιότητες, περνάμε σε ένα εξίσου φανταστικό μέγα – “Εμείς” το οποίο ως θεμέλια έχει μια ακόμη πιο στρεβλή πρόσληψη της πραγματικότητας ως άθροισμα όλων των εμπειριών όλων των “Εγώ” του κόσμου, κάτι που προφανώς είναι αδύνατο.

Θα προσπαθήσω να υποστηρίξω τα παραπάνω μέσω μιας παρέκβασης που αφορά στη διαδικασία της μάθησης και πώς αυτή σχετίζεται με τη διαμόρφωση των ιδεών μας σχετικά με τον κόσμο.

Αξιωματικά και πάλι, για κέρδος χρόνου, ξεκινάω λέγοντας ότι τα περισσότερα από όσα γνωρίζουμε βασίζονται στη συναίνεση και την πίστη ενώ ένα μικρό ποσοστό προκύπτει από προσωπική εμπειρία και ανακάλυψη. Αν θέλω να είμαι ακριβής θα πρέπει να επισημάνω το γεγονός ότι σε κάθε κοινωνία ένα μεγάλο μέρος της διαδικασίας ωρίμανσης βασίζεται στο να μάθουμε να δεχόμαστε όσα “ξέρουν” οι γύρω μας.

Αν αμφισβητήσουμε στα σοβαρά ότι η γη είναι στρογγυλή θα διαπιστώσουμε σύντομα ότι έχουμε απομονωθεί από τους υπόλοιπους (εντάξει, από τους περισσότερους αφού υπάρχει ποσοστό πληθυσμού το οποίο ενδέχεται να πιστεύει ότι η γη είναι επίπεδη και ο πίθηκος δεν είναι συγγενικό είδος με τον άνθρωπο).

Έτσι είναι δομημένες οι ανθρώπινες κοινωνίες. Βάση της γνώσης είναι η συναίνεση και αυτό συμβαίνει επειδή είναι αδύνατο να μάθουμε όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε μέσω της προσωπικής ανακάλυψης και εμπειρίας. Μαθαίνουμε λοιπόν πιστεύοντας ότι μας λένε οι “άλλοι”: η παράδοση και οι “ειδικοί”.

Η άλλη πηγή γνώσης στην οποία έχουμε πρόσβαση, η άμεση εμπειρία, τείνει να υποχωρεί μπροστά στην συναίνεση όταν έρχεται σε αντίθεση με την “κοινή” γνώση/πεποίθηση.

Με δεδομένα τα παραπάνω θα επιχειρήσω ένα βήμα πιο πέρα.

Θα αναφερθώ στην έννοια της πραγματικότητας και πώς την κατακτούμε. Η πραγματικότητα είναι από την φύση της μια εξαιρετικά μυστήρια υπόθεση. Πώς μπορεί κανείς να είναι σε θέση να γνωρίζει τι είναι πραγματικό και τι όχι;

Στην ιστορική διαδρομή του είδους μας έγινε μια τιτάνια προσπάθεια προκειμένου να επιλυθεί ακριβώς αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα.

Η προσπάθεια αυτή οδήγησε σε μια σειρά από απαντήσεις σημαντικότερη εκ των οποίων είναι η επιστήμη.

Οι επιστήμονες, μέσω μεθόδων και διαδικασιών που δεν θα αναφέρω δότι δεν είναι το αντικείμενο του άρθρου, έχουν καταφέρει να αναπτύξουν μια ειδική προσέγγιση για την ανακάλυψη της πραγματικότητας μέσω της προσωπικής εμπειρίας. Στην πράξη  αυτό που κάνουν είναι να θεσπίζουν μια σειρά ειδικών προδιαγραφών και υπό αυτές να δέχονται μια συναινετική πραγματικότητα. Όλο αυτό όμως είναι κομμάτι της επιστημονικής μεθοδολογίας στην οποία δεν θα επεκταθώ. Το σημαντικό εδώ είναι ο όρος “συναινετική πραγματικότητα”

Η συναινετική πραγματικότητα στην οποία αναφέρομαι περιλαμβάνει μεταξύ άλλων δυο σημαντικές πηγές γνώσης: την παράδοση και την αυθεντία. Η παράδοση είναι μια άλλη λέξη για τον πολιτισμό. Όλοι μας είμαστε κληρονόμοι ενός πολιτισμού ο οποίος αποτελείται, εν μέρει, από σταθερές γνώσεις σχετικά με την λειτουργία του κόσμου και τις αξίες που καθορίζουν και καθοδηγούν την συμμετοχή μας σε αυτόν. Το ειδικό ενδιαφέρον μας αφορά στο γεγονός ότι σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν και οι ιδέες που μαθαίνουμε καθώς μεγαλώνουμε. Ιδέες σχετικά με το φύλο, τη φυλή, τη θρησκεία και τα διάφορα έθνη του κόσμου.

Προφανώς η παράδοση προσφέρει μια σειρά πλεονεκτημάτων με εμφανέστερο το απτό γεγονός ότι μας βοηθά να αποφύγουμε το κοπιώδες έργο να ξεκινούμε κάθε φορά από το μηδέν. Χωρίς την παράδοση θα έπρεπε κάθε φορά να ξεκινάμε από την αρχή την αναζήτηση μας για κανόνες που διέπουν τις σχέσεις, τα πράγματα και για κατανόηση.

Η γνώση είναι σωρευτική και με αυτό το τρόπο κατορθώσαμε να “σταθούμε σε ώμους γιγάντων” και να δούμε σε πιο μακρινούς ορίζοντες.

Ταυτόχρονα ακριβώς αυτό το πλεονέκτημα μετατρέπεται σε τροχοπέδη μόλις αρχίσουμε την αναζήτηση για μια νέα αντίληψη σε κάτι που όλοι “γνωρίζουμε” ως αληθές.

Τότε η παράδοση αντί για καταλύτης γίνεται άγκυρα. Μας τραβάει πίσω και τελικά μας ακινητοποιεί στο ίδιο σημείο μην επιτρέποντας μας την πρόοδο.

Επιστρέφω στο κυρίως θέμα μου και συνοψίζω.

Η ξενικότητα (πιθανά αδόκιμος όρος) αρχίζει στα σύνορα του σώματος μας, δηλαδή μιλώντας πιο πρακτικά είμαστε πρωταρχικά και πάνω από όλα ατομικότητες. Το κοινό νήμα που μας συνδέει και μας δίνει την δυνατότητα να σχηματίζουμε συλλογικότητες πιθανότατα ανιχνεύεται στην κοινωνική εκπαίδευση η οποία εδράζεται στο σώμα της παράδοσης.

Είμαστε δηλαδή,  εν μέρει, “παιδιά” του πολιτισμού μας και μεγαλώνοντας αναπτύσσουμε τις δικές μας προσωπικές νόρμες οι οποίες και ευθύνονται για τα μικρότερα ή μεγαλύτερα χάσματα επικοινωνίας μεταξύ μας.

Στο σημείο αυτό έρχονται οι “μεγάλες αφηγήσεις” να δώσουν μια ερμηνεία.

Ο μεν εθνοκεντρισμός υποβαθμίζοντας τα χάσματα και ανάγοντας τα πολιτιστικά στοιχεία σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο περιλαμβάνει και τις έννοιες της φυλής και του έθνους χρειάζεται ένα καταλυτικό ενοποιητικό στοιχείο και η εύκολη λύση είναι η συγκριτική διαδικασία που αντλεί από ένα λίγο – πολύ αυθαίρετο ιστορικό απόθεμα. Η κατάληξη είναι η γνωστή: “εμείς” είμαστε καλύτεροι, ανώτεροι, εξυπνότεροι, ομορφότεροι, ψηλότεροι κλπ έναντι εκείνων.

Ο (ψευδο) κοσμοπολιτισμός στον αντίποδα επιλέγει μια αδικαιολόγητη στάση άρνησης: δεν υπάρχουν, ισχυρίζεται, χάσματα. Είμαστε (χωρίς να εξηγεί πώς και γιατί) όλοι μέρος μιας συλλογικότητας στην οποία μικρές συμπεριφορικές διαφορές πρέπει και μπορούν να ξεπεραστούν.

Αυτό φυσικά είναι λογικό σφάλμα, υπερβολή αλλά και αλλοίωση της εθνοκεντρικής άποψης.

Καθίσταται σαφές (σε εμένα τουλάχιστον και ελπίζω σε εσάς) ότι και οι δυο παραπάνω οπτικές εμπεριέχουν σφάλματα.

Η θεμελίωση μιας υπεράσπισης της πολυπολιτισμικότητας οφείλει να ξεκινήσει από την διαπίστωση αυτή και να την κάνει όσο πιο σαφή γίνεται προκειμένου να προτείνει την υιοθέτηση μιας διαφορετικής προσέγγισης στην οποία είχα αναφερθεί στο πρώτο κομμάτι αυτών των κειμένων.

Στο επόμενο κείμενο φιλοδοξώ να καταδείξω ότι το πρόβλημα παράλληλης συμβίωσης αλλότριων πολιτιστικών παραδόσεων επιδέχεται διαφορετικές προσεγγίσεις ανάλογα με το χρονικό ορίζοντα στον οποίο επιδιώκονται αποτελέσματα. Καίριο σημείο της επιχειρηματολογίας μου θα είναι ότι σε μακρό χρόνο αποτελέσματα μπορούν να επιτευχθούν μόνο με συνδυασμό παρεμβάσεων τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο με αιχμή την παιδεία.

Υποστηρίζω δηλαδή ότι το ζήτημα αρχικά της ανοχής και κατόπιν της αποδοχής του “άλλου” είναι πέρα και πάνω από όλα ζήτημα πολυεπίπεδης εκπαίδευσης η οποία θα ξεκινά στην οικογένεια και θα γίνεται πιο στοχευμένη και αναλυτική στο σχολείο, αλλά αυτό προϋποθέτει την εξαρχής ισότιμη αντιμετώπιση του “ξένου” ως μέλους της ευρύτερης κοινότητας των ανθρώπων.

Αναφορές :

Danto, A. 1984. “Mind as feeling; Form as Presence; Langer as Philosopher” Journal of Philosophy 81, pp 641-647.

Geertz, C. 2009. Διαθέσιμο Φως: Ανθρωπολογικοί Στοχασμοί για Φιλοσοφικά Θέματα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια.

______________

Πηγή: andreaslioumpas.wordpress.com

Διαβάστε Επίσης  Διπλή γυναικοκτονία εν μέσω πανδημίας
 

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!