Από το γάμο στη δουλεία εν μια νυκτί: Φυλακισμένες γυναίκες σε σπίτια Βρετανών

Share thisShare on FacebookShare on Google+Share on LinkedInTweet about this on TwitterShare on StumbleUponEmail this to someonePrint this page
Οικιακή δουλεία Φυλακισμένες γυναίκες σε σπίτια Βρετανών, socialpolicy.gr

Κάθε χρόνο, περίπου 500 γυναίκες από τη Νότια Ασία υποχρεώνονται σε οικιακή δουλεία στη Βρετανία μετά από έναν κανονισμένο γάμο

Η Jasminder ήταν μόλις 19 ετών όταν άφησε το σπίτι της, σε ένα χωριό στο Πουντζάμπ της Ινδίας, για να έρθει στη Βρετανία. Η οικογένειά της ήταν φτωχή και οι γονείς της είχαν πουλήσει το σπίτι τους για να συγκεντρώσουν χρήματα για το αεροπορικό της εισιτήριο και της προίκα της. Κανονίζοντας το γάμο της με ένα Βρετανό-Ινδό – έναν άγνωστο-πίστευαν ότι είχαν προσφέρει στην κόρη τους μια καλύτερη ζωή.

Ο εφιάλτης ξεκίνησε μόλις έφτασε στο Λονδίνο. Όταν η Jasminder μπήκε στο σπίτι, η πεθερά της της είπε να αρχίσει αμέσως το μαγείρεμα. Το επόμενο πρωί, η κουνιάδα της, την ξύπνησε στις 5 η ώρα το πρωί για να μαγειρέψει και να προετοιμάσει το γεύμα του πάρτι που θα δινόταν το ίδιο βράδυ. Εξαντλημένη και αποσυντονισμένη ακόμα από την πτήση, καθάρισε στη συνέχεια το σπίτι των πέντε υπνοδωματίων και έπλυνε τα ρούχα της οικογένειας. Εκείνο το βράδυ της ζητήθηκε να ετοιμαστεί για το πάρτι. Η κουνιάδα της, με το πρόσχημα ότι τη βοηθά να ετοιμαστεί, λέρωσε με κραγιόν σε μάγουλά της και την παρουσίασε στους επισκέπτες. Μπροστά στους καλεσμένους, η πεθερά της την χλεύασε αναφέροντας πως είναι από χωριό και δεν ήξερε πώς να χρησιμοποιεί τα προιόντα μακιγιάζ. Ήταν η γαμήλια δεξίωση της Jasminder.

Οι ταπεινώσεις και οι σκληρότητες συνεχίστηκαν για τα επόμενα δύο χρόνια.  Στις καθημερινές της δουλειές περιλαμβάνονταν το μαγείρεμα για την οικογένεια, η συνοδεία των παιδιών της κουνιάδας της στο σχολείο, ο καθαρισμός του σπιτιού, το πλύσιμο και σιδέρωμα των ρούχων. Αναγκαζόταν  να πλένει τα δικά της ρούχα ξεχωριστά, κάτω από την κρύα βρύση στον κήπο, και να φορά τα ίδια ρούχα πριν αυτά καλά καλά στεγνώσουν. Γινόταν τακτικά θύμα ξυλοδαρμού και άλλων σκληρών και βίαιων πράξεων, όπως να της τραβούν τα μαλλιά. Παρά το γεγονός πως μαγείρευε για την οικογένεια, της επιτρεπόταν να τρώει μόνο μια φορά την ημέρα, συχνά αργά το βράδυ. Οι μερίδες, κανονισμένες από την πεθερά και τη κουνιάδα της, ήταν μικρές, και μερικές φορές «χαλούσαν» το φαγητό της αφού το έβαζαν κάτω από το τρεχούμενο νερό. Μπορούσε να πίνει νερό μόνο όταν της δινόταν άδεια και δεν επιτρεπόταν να περάσει πάνω από πέντε λεπτά στην τουαλέτα, μήπως και έπινε κρυφά νερό από την βρύση. «Ήμουν φυλακισμένη στο σπίτι» λέει Jasminder. Κατόρθωσε να δραπετεύσει, μόνο όταν την ανάγκασαν ενάντια στη θέλησή της να κάνει άμβλωση. Ξέσπασε κατά τη διάρκεια της επέμβασης και φανέρωσε τι πραγματικά συνέβαινε μέσα στο σπίτι. Έτσι το προσωπικό του νοσοκομείου κάλεσε την αστυνομία.

Όσο συγκλονιστικό και να ακούγεται, η περίπτωση της Jasminder δεν είναι καθόλου μοναδική. Εκστρατείες σχετικές με το φαινόμενο αυτό αναφέρουν πως περίπου 500 γυναίκες κάθε χρόνο αντιμετωπίζουν μια παρόμοια κατάσταση. Έρχονται  στη Μεγάλη Βρετανία ως σύζυγοι Βρετανών πολιτών και οι γυναίκες αυτές-κυρίως από την Ινδία, το Μπαγκλαντές και το Πακιστάν-έρχονται αντιμέτωπες με την ενδοοικογενειακή βία και την υποδούλωση. Η ενδοοικογενειακή βία πάντα υποεκτιμάται (αφού πολλές φορές δεν καταγγέλεται)  αλλά στην προκειμένη περίπτωση επιδεινώνεται από το αβέβαιο μεταναστευτικό καθεστώς αυτών των γυναικών. Αν κάποιος έχει έρθει στην Βρετανία με άδεια παραμονής λόγω γάμου, ο γάμος πρέπει να διαρκέσει για δύο χρόνια πριν το άτομο αυτό μπορεί να έχει αυτόματα την άδεια παραμονής στη χώρα.

«Με τη βία έρχεται ο ελέγχος», εξηγεί η Rahila Gupta, συγγραφέας του «Enslaved: Η νέα βρετανική δουλεία «. Το διαβατήριο των γυναικών είναι συχνά στα χέρια των πεθερικών ή του συζύγου, ο οποίος μπορεί να το κρατήσει και στην πραγματικότητα να μην υποβάλλει ποτέ αίτηση για την άδεια παραμονής της. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και όταν η διετής δοκιμαστική περίοδος του γάμου τελειώσει, η γυναίκα παραμένει «παράνομη», αν φύγει από τη συζυγική εστία.

Υπάρχει επίσης το ζήτημα της ντροπής και της τιμής στην κοινωνία της Νότιας Ασίας. Πολλές από αυτές τις γυναίκες προέρχονται από αγροτικές, συντηρητικές κοινωνίες όπου οι διαζευγμένες γυναίκες αποκλείονται κοινωνικά. Μερικές μπορεί ακόμη να αντιμετωπίσουν και τον κίνδυνο του θανάτου από τα χέρια των πεθερικών τους ή  ακόμη και από τις ίδες τις οικογένειές τους, και παρόλο που περιστασιακά οι σύζυγοι και τα πεθερικά διώκονται, οι πιο πολλοί μένουν ατιμώρητοι. «Η οικογένεια μου θυσίασε τα πάντα για να έρθω εγώ εδώ» λέει η Jasminder. «Δεν θα μπορούσα να πάω πίσω εκεί. Αδυνατούν να με στηρίξουν». 

Η συγγραφέας Gupta το επιβεβαιώνει «Η γυναίκα φοβάται την απέλαση και το θέμα της ντροπής και της τιμής αν επιστρέψει πίσω στο σπίτι. Είναι χειρότερο από το θάνατο. Σε αυτό το βαθμό ελέγχου ενός ανθρώπου, μπορεί κανείς να γίνει βίαιος ή μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γυναίκα ως υπηρέτη, και είναι αυτό που κάνουν πολλές οικογένειες».

Κατά τα τελευταία 20 χρόνια, έχουν υπάρξει σημαντικές βελτιώσεις στον τρόπο που το Υπουργείο Εσωτερικών (που ασχολείται με θέματα μετανάστευσης) αντιμετωπίζει αυτή την κατηγορία γυναικών. Το 1999, θεσμίστηκε παραχώρηση «ενδοοικογενειακής βίας», που δίνει σε μια γυναίκα με συζυγική άδεια παραμονής, το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για άδεια παραμονής στη χώρα-αν μπορεί να αποδείξει ότι υπέστει ενδοοικογενειακή βία. Ωστόσο, με καμία προσφυγή στα δημόσια ταμεία, οι γυναίκες αυτές δεν έχουν πρόσβαση σε κοινωνική στέγαση, σε οφέλη ή ακόμη και σε άσυλα. «Αυτή τη στιγμή, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν ένδεια και μια δεύτερης μορφή οικιακής δουλείας: έχουν «διαλεχτεί» από έναν άγνωστο, ο οποίος στη συνέχεια αναμένει απο αυτές να δουλεύουν σκληρά ως αντάλλαγμα για τη δωρεάν διαμονή» εξηγεί ο Gupta.

Το 2012, μετά από χρόνια πιέσεων από ομάδες γυναικών, η υπουργός Εσωτερικών Theresa May, ανακοίνωσε μια αλλαγή του νόμου: οι γυναίκες με προσωρινές άδειες παραμονής λόγω γάμου που έχουν πέσει θύματα ενδοοικογενειακής βίας, μπορούν να έχουν προσωρινή πρόσβαση σε δημόσιους πόρους ενώ περιμένουν να εγκριθει η αίτησή τους για άδεια παραμονής στη χώρα. «Κανείς δεν πρέπει να υποχρεώνεται να παραμένει σε μια καταχρηστική σχέση»  λέει ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εσωτερικών.

Η Hannana Siddiqui συντονίστρια της οργάνωσης Southall Black Sisters (SBS), οργάνωση με έδρα το Λονδίνο, η οποία έχει στην πρώτη γραμμή της εκστρατείας της τις γυναίκες-μετανάστες, αναφέρει πως οι νομικές αλλαγές είναι μια τεράστια νίκη,  ιδιαίτερα σε μια εποχή που τα δικαιώματα των μεταναστών γενικά μειώνεται. Αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα. Δεν προστατεύονται όλες οι γυναίκες, με αβέβαιο μεταναστευτικό καθεστώς, που εισέρχονται σε καταχρηστικές σχέσεις. «Γυναίκες που δεν έχουν συζυγικές άδειες παραμονής δεν έχουν τα ίδια οφέλη και παραμένουν ευάλωτες στην εκμετάλλευση, στην σεξουαλική δουλεία και στην ενδοοικογενειακή βία».

Υπάρχει επίσης το γεγονός ότι οι περισσότερες από αυτές τις γυναίκες δεν γνωρίζουν τα δικαιώματά τους. Αν και οι περισσότερες έχουν ένα ορισμένο επίπεδο εκπαίδευσης, τείνουν να προέρχονται από αγροτικές περιοχές και δεν μιλούν καλά αγγλικά, κάτι που καθιστά δύσκολο να ζητήσουν βοήθεια.

Η Mandeep εστάλη στη Βρετανία από την Ινδία, το 2010. Κατά την άφιξη της στο Grimsby, ήταν κρατούμενη από το σύζυγό της και την πεθερά της με ένα σφιχτό λουρί στο λαιμό. Η πεθεράς της, είπε η Mandeep, της ανέφερε ότι έπρεπε να αποπληρώσουν το δάνειο που η οικογένεια είχε πάρει για να πληρώσει το γάμο. Της πήραν τα κοσμήματα του γάμου της και τα πούλησαν. Ο σύζυγός της κατάσχεσε το διαβατήριο και ελέγχε το κινητό της κάθε μέρα για να βεβαιώνεται ότι δεν έκανε καμία κλήση πουθενά.  Δεν την είχαν συστήσει σε κανέναν από τους συγγενείς ή τους φίλους.

Εκτός από το εξαντλητικό καθεστώς της δουλειάς στο σπίτι, η οικογένεια της βρήκε μια εργασία πλήρους απασχόλησης σε ένα εργοστάσιο. Η πεθερά της την συνόδευε στο χώρο της δουλειάς της κάθε ημέρα -και στην επιστροφή από τη δουλειά στο σπίτι- έτσι ώστε να μη κάνει φίλους. Στο σπίτι, μαγείρευε για τα μέλη της οικογένειας και τους καλεσμένους τους και στη συνέχεια την κλείδωναν στο δωμάτιό της. Κατά τη διάρκεια του φαγητού, καθόταν σε ένα σκαμνί στην γωνία του δωματίου, ενώ ο σύζυγός της και η μητέρα του έτρωγαν στο τραπέζι. Της απαγορευόταν να χρησιμοποιεί θέρμανση ή ηλεκτρική ενέργεια όταν βρισκόταν μόνη στο σπίτι, έτσι όταν οι άλλοι βρίσκονταν εκτός του σπιτιού, εκείνη ήταν αναγκασμένη να κάθεται στο σκοτάδι.

Τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο περίπου 10 μήνες μετά τον γάμο, όταν η οικογένεια έφυγε για ένα Σαββατοκύριακο, αφήνοντας την Mandeep φιμωμένη και δεμένη στο γκαράζ. Ήταν στη μέση του χειμώνα. Ως δια μαγείας η Mandeep επέζησε μέχρι που  επέστρεψαν και την ελευθέρωσαν. Χωρίς χρήματα, χωρίς φίλους και καμία γνώση για το πώς να ζητήσει βοήθεια, ήταν απελπισμένη.

Οι συνάδελφοί της είχαν αρχίσει να αναρωτιούνται: γιατί η πεθερά της έπαιρνε το μισθό της και τη συνόδευε καθημερινά; Ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, ο σύζυγός της είπε να φύγει από το σπίτι. «Δεν ήξερα πού να απευθυνθώ» λέει η Mandeep. Ζήτησε βοήθεια στο χώρο που εργαζόταν και ο διευθυντή της, βοήθησε να βρει κατάλυμα και επικοινώνησε με μια ομάδα γυναικών που ανέλαβε την υπόθεσή της μετανάστευσης της.

«Αν τα αγγλικά τους δεν είναι καλά, αυτές οι γυναίκες είναι εντελώς στο έλεος της οικογένειας που τις φέρνει σε αυτή τη χώρα» λέει η Gupta. «Ο έλεγχος περιλαμβάνει την απογόρευση να βγούν από το σπίτι από μόνες τους-ακόμη και αν είναι να πάνε στο γιαρό.Δεν επιτρέπεται να κάνουν φίλους ή ακόμα και να δέχονται κλήσεις από συγγενείς. Φοβούνται την αστυνομία, λόγω του καθεστώτος της μετανάστευσης, δεν έχουν νομικό καθεστώς εδώ. Είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν γυναίκες που δεν γνωρίζουμε καν επειδή ποτέ δεν είχαν το θάρρος να βγουν από το σπίτι».

Είναι δύσκολο να αποδείξεις στο Υπουργείο Εσωτερικών ότι μια γυναίκα έχει υποστεί ενδοοικογενειακή βία, ιδιαίτερα αν δεν έγινε καταγγελία στην αστυνομία την στιγμή που συνέβει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προβλήματα της γλώσσας, της απομόνωσης και τον φόβο των αρχών, τα περισσότερα από αυτά τα εγκλήματα αναφέρονται μόνο όταν η γυναίκα διαφεύγει. Επομένως, από τις 980 αιτήσεις για άδεια παραμονής κατά τα έτη 2008 και 2009, μόνο 440 γυναίκες είχαν το δικαίωμα να παραμείνουν στη χώρα, πράγμα που σημαίνει ότι 540 γυναίκες απελάθηκαν.

Η εικόνα όμως δεν είναι καθολικά ζοφερή. Η Siddiqui λέει ότι με την κατάρτιση από το SBS και άλλες γυναικείες οργανώσεις, το Υπουργείο Εσωτερικών έχει διευρύνει τα κριτήρια για την απόδειξη. Στοιχεία που λήφθησαν από εφημερίδα το 2011, έδειξαν μια τριπλή αύξηση από το 2006, του αριθμού των γυναικών που τους χορηγούνται άδειες παραμονής υπό την παραχώρηση της ενδοοικογενειακής βίας. Ενώ η κυβέρνηση αρχικά αντιστάθηκε στο να απελευθερώσει τους κανόνες για αυτή τη μικρή ομάδα γυναικών, υπό το φόβο ότι θα δώσει έδαφος για «καταχρήσεις», οι πρώτες ενδείξεις φανέρωσαν πως αυτό δεν συμβαίνει.

Περίπου 45.000 ξένοι συζύγοι–άνδρες και γυναίκες- πηγαίνουν στη Βρετανία κάθε χρόνο. Πολλοί από αυτούς είναι από τη Νότια Ασία και στη συντριπτική  τους πλειοψηφία έχουν μια επιτυχημένη εγκατάσταση στη χώρα. Οι γυναίκες που πλήττονται από αυτό το ζήτημα είναι μια μικρή μειοψηφία- αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα δεινά τους, δεν θα πρέπει να καταγγέλονται. Αυτό που συμβαίνει στη σύγχρονη Βρετανία είναι οικιακή δουλεία και πρέπει να βρεθεί λύση για την αποτροπή περαιτέρω κακοποιήσεων.

newint.org

Σχόλια