Η έρευνα για την «αυταρχική προσωπικότητα»

 

Της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη  

Το παρόν κείμενο παρουσιάστηκε στις 16 Μαρτίου 2014 στη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο που δομείται η ταυτότητα του φασιστικού υποκειμένου, που διεξήχθη στο πλαίσιο του Αντιφασιστικού Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών στο θέατρο «Εμπρός». Εισηγητές στην εκδήλωση ήταν επίσης η Ελπίδα Μαρκοπούλου (ψυχολόγος – πολιτική επιστήμονας), ο Ανδρέας Κουζέλης (κοινωνιολόγος), ο Κωστής Παπαϊωάννου (εκπαιδευτικός-συγγραφέας) και η Στέλλα Μπελιά (από τις οικογένειες Ουράνιο Τόξο).

Η παρούσα εισήγηση αντλεί στοιχεία από την ομώνυμη ομαδική εργασία που έγινε μαζί με τη Θάλεια Δήτσα και την Ελπίδα Μαρκοπούλου, μεγάλο τμήμα της οποίας βρίσκεται εδώ: http://psychografimata.com/tag/aftarchiki-prosopikotita/

Ο όρος «αυταρχική προσωπικότητα», βασισμένος σε προγενέστερες μελέτες του Έριχ Φρομ, συνταντάται το 1950 ως τίτλος εμπειρικής έρευνας που διεξήχθη στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος της Σχολής της Φρανκφούρτης για την αυθεντία και την προκατάληψη.[1] Τα μέλη της Σχολής της Φρανκφούρτης, βιώνοντας –και παρακολουθώντας στη συνέχεια αυτοεξόριστα στην Αμερική– την άνοδο του χιτλερισμού στη Γερμανία, έθεσαν ως ένα από τα κεντρικότερα σημεία των ερευνών τους τη μελέτη του φαινομένου της εκούσιας υποταγής σε τέτοια καθεστώτα, προσπαθώντας να ενσωματώσουν τις φροϋδικές αναλύσεις στη μαρξιστική έρευνα, και ενσωματώνοντας την οπτική της κοινωνικής ψυχολογίας, ως κρίκου ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία.  

Είναι δε σημαντικό να κατανοήσουμε το ιστορικοπολιτικό πλαίσιο διεξαγωγής τής εν λόγω έρευνας, ακριβώς προκειμένου να αποφύγουμε ατεκμηρίωτες ιστορικές αναλογίες, και για να καταστήσουμε σαφές ότι τα συμπεράσματα πειραματικών ερευνών, και μάλιστα τόσων χρόνων πίσω, δεν μπορούν να ερμηνεύουν και να αντιστοιχίζονται ευθέως με όλα τα πολιτικοκοινωνικά φαινόμενα ανά πάσα ώρα και στιγμή. Από την άλλη, έχοντας αυτά ως δεδομένα, είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζουμε τα αποτελέσματα των συγκεκριμένων ερευνών, ως στοιχείων τής εν εξελίξει κοινωνικής έρευνας, που συμβάλλουν στην προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε τέτοιου είδους φαινόμενα. Εξάλλου, όπως σημειώνει και ο Χορκχάιμερ, «η εδραίωση στο εσωτερικό των ίδιων των κυριαρχούμενων της αναγκαίας κυριαρχίας ανθρώπων πάνω σε ανθρώπους, αυτής που καθόρισε τη μορφή τής ώς τώρα ιστορίας, υπήρξε μία από τις τελετουργίες του συνολικού πολιτιστικού μηχανισμού κάθε εποχής […]».[2]

Στην εν λόγω έρευνα διατυπώνεται η άποψη ότι ο τύπος της αυταρχικής προσωπικότητας είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο και σε κοινωνίες χωρίς φασιστικά ή ναζιστικά καθεστώτα. Με αυτόν τον τρόπο οι συγγραφείς κατάφεραν να αναδείξουν τη φιλελεύθερη αντιναζιστική Δύση ως την κοινωνία που απειλεί την ορθολογικότητα και γεννά το ολοκληρωτικό κράτος. Βασική υπόθεση είναι ότι οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές πεποιθήσεις του υποκειμένου συχνά σχηματίζουν ένα σαφές και σταθερό πρότυπο που, αν συνδυαστεί με την ιδιοσυγκρασία ή το πνεύμα, το πρότυπο αυτό συνιστά μια έκφραση βαθιών στοιχείων της προσωπικότητας. Σύμφωνα με τη βασική ερμηνευτική θέση της προσέγγισης, υπάρχει ένα δυνάμει φασιστικό υποκείμενο, η δομή του οποίου το καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στην αντιδημοκρατική προπαγάνδα.

Η μελέτη συγκέντρωσε εμπειρικό υλικό από 2.000 ανθρώπους, προερχόμενους από όλες τις κοινωνικές τάξεις, οι οποίοι συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο που κατέγραφε τάσεις αναφορικά με τη συμβατικότητα, την αυταρχική υποτακτικότητα, την αυταρχική επιθετικότητα, τη στερεοτυπία κ.λπ.

Η έννοια της αυταρχικής προσωπικότητας περιγράφει έναν τύπο προσωπικότητας ο οποίος παρουσιάζει με επαναλαμβανόμενο τρόπο χαρακτηριστικά όπως κομφορμισμό, εθνοκεντρισμό, στερεοτυπικό τρόπο σκέψης, αγάπη για την πειθαρχία, την τιμωρία, και την υπακοή, υποχωρητικότητα απέναντι στην εξουσία, και βίωση του κόσμου ως αναπόφευκτου πεπρωμένου. Οι ιδιότητες της αυταρχικής προσωπικότητας αποδόθηκαν από τους ερευνητές σε γονεϊκές πρακτικές που ενσταλάζουν στα παιδιά την υπακοή στους ανωτέρους ενώ συγχρόνως επιβάλλουν την πειθαρχία σε αυτά μέσω τιμωριών.

Στο αυταρχικό περιβάλλον ανατροφής υπάρχουν ξεκάθαροι ρόλοι κυριαρχίας-υποταγής, και οι οικογενειακές σχέσεις χαρακτηρίζονταν από φόβο και δουλοπρέπεια στις απαιτήσεις των γονιών, ιδιαίτερα του πατέρα, καθώς και από την καταστολή των παρορμήσεων που δεν ήταν αποδεκτές από αυτούς. Επίσης, υπερτερεί της αυθόρμητης έκφρασης συναισθημάτων και της τρυφερότητας ένας φόβος μετασχηματισμένος σε αμφιθυμική τυποποιημένη εξιδανίκευση του γονέα, που όμως συμπίπτει με υποβόσκουσα εχθρότητα και ανταγωνισμό απέναντί του, και ο οποίος επιδιώκει ταυτόχρονα την αγάπη και την αναγνώριση του ανταγωνιστή. Είναι μάλιστα χαρακτηριστική η επισήμανση του Φρομ ότι πολλοί αισθάνονται πραγματικά ευτυχισμένοι μόνο όταν μπορούν να υποταχτούν σε μια αυθεντία, και ότι στις αυθεντιοκρατικές σχέσεις υπάρχει πάντοτε μια δόση εθελοντικότητας, στον βαθμό που ο αποδέκτης της αυθεντίας δεν βιώνει την υποταγή του ως καταναγκαστική αλλά ως στάση στην οποία οδηγείται από τη συναισθηματική σύνδεση που βιώνει με κάποιον ιεραρχικά ανώτερο.[3]

Σύμφωνα με τον Φρόυντ, μια χαρακτηρολογική δομή που περιλαμβάνει τον μαζοχισμό εμπεριέχει αναγκαστικά και τον σαδισμό. Αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί και την αντίστοιχη αμφιθυμία του σαδομαζοχιστικού ατόμου απέναντι σε άλλους ανθρώπους: η συμπάθειά τους στρέφεται υπέρ των ισχυρών, ενώ η επιθετικότητά τους τάσσεται ενάντια στους αδύναμους και τους ανίσχυρους. Η συμπάθεια προς τον εξουσιαστή είναι μετασχηματισμένο αποτέλεσμα του φόβου και τους δέους, του μίσους ή του φθόνου και αυτή η κρυμμένη εχθρότητα προς τον ισχυρό εκφράζεται μπροστά στον ανίσχυρο. Παρενθετικά, και για να γίνει αυτή η εκτίμηση κατανοητή, παραπέμπουμε στον Χορκαχάιμερ, ο οποίος επισημαίνει ότι στον φασισμό καθένας ονειρεύεται να δολοφονήσει τον φύρερ και να τον διαδεχτεί.[4]

Ακόμα ένα στοιχείο που παρατηρήθηκε στα αυταρχικά οικογενειακά περιβάλλοντα ήταν η συμπεριφορά βάσει καθορισμένων ρόλων, και η ανταλλαγή καθηκόντων και υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες, με σκοπό την επίτευξη της κοινωνικής καταξίωσης. Έτσι, «το παιδί μαθαίνει εξαρχής να συνδέει τις ηθικές αρετές με την αυθεντία και αυτό είναι μία από τις σπουδαιότερες λειτουργίες της οικογενειακής ανατροφής κατά τη γένεση του αυταρχικού χαρακτήρα».[5] Ανάλογη συμπεριφορά επαναλάμβαναν τα προκατειλημμένα άτομα όσον αφορά την εξουσία και τους κοινωνικούς θεσμούς: προσανατολίζονταν προς τη δύναμη και είχαν την τάση να περιφρονούν ό,τι θεωρούνταν κατώτερο και αδύναμο. Η τάση αυτή εξηγείται στην έρευνα ως αρνητική ταύτιση με τον αδύναμο, και ως θετική αλλά επιφανειακή ταύτιση με τον δυνατό.[6]

Στις οικογένειες των προκατειλημμένων υποκειμένων υπάρχει επίσης σαφής διαχωρισμός του ρόλου των φύλων. Ο πατέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχος στην οικογένεια, αυστηρός και απόμακρος, επικροτεί την επιθετικότητα και την τραχύτητα στη συμπεριφορά του αγοριού, καθώς και την προσπάθεια για ανεξαρτησία, που μεταφράζεται σε προσπάθεια για υπεροχή. Αντίθετα, οι γυναίκες εκφράζουν αισθήματα θυματοποίησης, ισχυρότερη υποβόσκουσα εχθρότητα και πιο άκαμπτες άμυνες από τους άνδρες.[7]

Συμπερασματικά, η συμβολή τής εν λόγω έρευνας συμπυκνώνεται σε μια βασική παραδοχή: αυταρχικός δεν είναι μόνο αυτός που επιδιώκει να υποτάσσει, αλλά πρωτίστως, τόσο ποιοτικά όσο και χρονικά, αυτός που υποτάσσεται.

Ωστόσο, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι η «αυταρχική προσωπικότητα» δεν υπάρχει ως τέτοια: ο όρος αποτελεί μια σύμβαση που περιγράφει τάσεις, και όχι παγιωμένα χαρακτηριστικά, μια σύμβαση, μάλιστα, που κατά καιρούς έχει δεχτεί έντονη κριτική. Σύμφωνα τον Μπάουμαν,[8] το συμπέρασμα της έρευνας περί ύπαρξης προσωπικοτήτων επιρρεπών στην υποταγή χωρίζει τον κόσμο σε αυτούς που γεννιούνται δυνάμει ναζί και στα θύματά τους. Αποκρύπτει, δε, το γεγονός ότι σε αυταρχικές πρακτικές μπορούν να οδηγηθούν και άτομα που δεν αποτελούν «αυταρχικές προσωπικότητες». Προκύπτουν επομένως τα εξής ερωτήματα: Γιατί κάποιοι άνθρωποι εντάσσονται σε αυτόν τον «τύπο ανθρώπου» και κάποιοι άλλοι όχι; Ο συγκεκριμένος «τύπος ανθρώπου» περιγράφει χαρακτηριστικά στατικά και μη μετασχηματίσιμα;

Από τη μία, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι συγγραφείς προσπάθησαν να περιγράψουν έναν συστηματικό μηχανισμό κοινωνικής αναπαραγωγής υποκειμενικοτήτων. [9] Βάσει αυτής της οπτικής όμως μπορεί να ανιχνευτεί όχι η ύπαρξη συγκεκριμένων «τύπων ανθρώπων» με συγκεκριμένη ταυτότητα, αλλά μια υπαρκτή τάση τα χαρακτηριστικά της οποίας είναι δυνατόν να ομαδοποιηθούν. Σε καμία περίπτωση αυτά τα χαρακτηρολογικά στοιχεία δεν περιγράφονται ως γενετικά προεγγεγραμμένα.

Υπ’ αυτή την οπτική μπορούμε και πρέπει να έχουμε μια πιο δυναμική οπτική σε σχέση με το ζήτημα των υποκειμένων, σύμφωνα με την οποία δεν γεννιόμαστε ούτε «αυταρχικοί» ούτε «ελευθεριακοί». Ζούμε σε έναν κόσμο με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που είναι κυρίαρχα και μας επηρεάζουν, ωστόσο δεν είναι τα μόνα: ένα πλέγμα πολύμορφων αντιπαραθετικών πρακτικών και αντιλήψεων είναι υπαρκτό –και χαρακτηριστικό παράδειγμα ως προς αυτό είναι το αντιφασιστικό κίνημα– που έχει αποδείξει ότι μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα στην αποδόμηση των στερεότυπων και του κυρίαρχου λόγου, επιτελώντας τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Μια τέτοια οπτική όχι μόνο μάς δίνει τη δυνατότητα να φανταστούμε το «άλλο», αλλά υποδεικνύει ότι στοιχεία αυτού του «άλλου» κόσμου είναι σήμερα υπαρκτά, καθιστώντας τον αγώνα για τον μετασχηματισμό της σύγχρονης πραγματικότητας μια υπόθεση που είναι ακόμη ανοιχτή.


[1] T. W. Adorno, E. Frenkel-Brunswik, D. J. Levinson και R. Nevitt Sanford, The Authoritarian Personality, Harper and Row, Νέα Υόρκη 1950.
[2] M. Horkheimer, «Γενικό μέρος» στο M. Horkheimer, E. Fromm και H. Marcuse, Αυθεντία και οικογένεια, μτφρ. Λ. Αναγνώστου), Νήσος, Αθήνα 1995, σ. 48.
[3] E. Fromm, «Μελέτη από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας», στο M. Horkheimer, E. Fromm και H. Marcuse, ό.π., σ. 122-124.
[4]Μ. Χορκχάιμερ, Το αυταρχικό κράτος, μτφρ. Ν. Πρατσίνης, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2000, σ. 24-25.
[5] E. Fromm, ό.π., σ. 186-187.
[6] T. W. Adorno, E. Frenkel-Brunswik, D. J. Levinson και R. Nevitt Sanford, ό.π., σ. 337-389.
[7] Στο ίδιο.
[8] Z. Bauman, Modernity and the Holocaust, Polity Press, Καίμπριτζ 1989, σ. 153-155.
[9] B. Watten, «Translating Authority. Adorno’s Cultural Poetics in the Authoritarian Personality»,ZENAF, Universität Frankfurt, Φρανκφούρτη 2006, σ.
6-27.
 

 

Διαβάστε Επίσης  Η κατασκευή του ψυχο-νομικού λόγου στην υπόθεση Πιερ Ριβιέρ

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!