Οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης στην Ελλάδα

του Κώστα Δημουλά*

Οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης σηματοδοτούν τις παρεμβάσεις όλων των ελληνικών κυβερνήσεων της τελευταίας τριακονταετίας για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Ως μέτρα υποστήριξης της απασχόλησης, οι ενεργητικές πολιτικές υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν αρχικά από το σκανδιναβικό μοντέλο ρύθμισης της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας και στο πλαίσιό του αποτέλεσαν συμπληρωματικά και ταυτόχρονα αποδοτικά μέτρα υποστήριξης της επαγγελματικής και της γεωγραφικής κινητικότητας των εργαζομένων.

Στο σκανδιναβικό μοντέλο, μέτρα όπως είναι η κατάρτιση και η επιδότηση του άμεσου ή έμμεσου μισθολογικού κόστους στοχεύουν στην υποστήριξη των αναδιαρθρώσεων των επιχειρήσεων με την ομαλή προσαρμογή του εργατικού δυναμικού, χωρίς κοινωνικές εντάσεις και τριβές και συμπληρώνουν την καθολική κοινωνική προστασία των ανέργων (παθητικές πολιτικές).

Αντίθετα, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που εφαρμόζονται τα τελευταία 30 χρόνια σε πολλές χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, χρησιμοποιούν τις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης ως μέτρα αποδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα και ειδικότερα ως μέτρα μείωσης των δαπανών προστασίας των ανέργων, αύξησης της ελαστικότητας της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας και αποδυνάμωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων με περιστολή των επιδομάτων ανεργίας και την υποστήριξη της υποχρεωτικής εργασίας κάτω από υποβαθμισμένες συνθήκες.

Στην Ελλάδα, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, δέσμιες του εξαρτημένου παρασιτικού καπιταλισμού της, διακηρύχθηκαν ως μέτρα εκσυγχρονισμού του συστήματος ένταξης των ανέργων στην απασχόληση και χρησιμοποιήθηκαν για την αναπαραγωγή των πελατειακών σχέσεων και της ρουσφετολογικής αναπαραγωγής του πολιτικού προσωπικού, έχοντας ως βασική προτεραιότητα την υποβάθμιση τής, έτσι κι αλλιώς, ελλειμματικής κοινωνικής προστασίας των ανέργων.

Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης θεσπίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (το 1983 εφαρμόστηκαν τα πρώτα προγράμματα επιδότησης των εργοδοτών για την πρόσληψη ανέργων, το 1986 τα πρώτα προγράμματα επιδότησης των νέων ελευθέρων επαγγελματιών και το 1987 τα πρώτα προγράμματα κατάρτισης  εργαζομένων και ανέργων) με την προτροπή του ΟΟΣΑ και της τότε ΕΟΚ και τη χρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου. Έκτοτε επεκτάθηκαν αριθμητικά και από το 1995 κι έπειτα στις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης συμμετέχουν περίπου 60.000 άνεργοι και 30.000-35.000 εργαζόμενοι σε ετήσια βάση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης εξυπηρέτησαν για 30 περίπου χρόνια: α) την αναπαραγωγή των πελατειακών σχέσεων του κομματικού συστήματος με την πριμοδότηση των ρουσφετολογικών προσλήψεων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (ΔΕΚΟ, ΟΤΑ, μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, π.χ. σουπερμάρκετ) σε επιδοτούμενες, αν και πολλές φορές επισφαλείς, θέσεις εργασίας (συμβάσεις επιδοτούμενης απασχόλησης διετούς διάρκειας, ΤΣΑ, Ολοκληρωμένες Παρεμβάσεις, Τοπικές Πρωτοβουλίες Απασχόλησης, stage), β) την επιλεκτική χρηματική ενίσχυση των πολύ μικρών επιχειρήσεων (επιδότηση νέων θέσεων εργασίας) και των αυτοαπασχολουμένων (επιδότηση νέων ελευθέρων επαγγελματιών) και την εξίσου επιλεκτική παροχή επιδομάτων (επιδόματα κατάρτισης) σε ανέργους που δεν είχαν δικαίωμα λήψης επιδόματος ανεργίας, γ) την ονομαστική μείωση των δεικτών ανεργίας και ιδιαίτερα αυτών της μακροχρόνιας ανεργίας και της ανεργίας των γυναικών και τη στατιστική συγκράτηση των ρυθμών ανόδου της ανεργίας σε περιοχές της χώρας όπου διακυβεύονταν η επανεκλογή βουλευτών, νομαρχών ή δημάρχων του εκάστοτε κυβερνητικού κόμματος (π.χ. τοπικές πρωτοβουλίες απασχόλησης), δ) την τυπική ανταπόκριση στις προτροπές της Ε.Ε. και των άλλων διεθνών οργανισμών για την αύξηση της βαρύτητας των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, χωρίς παράλληλη αύξηση του συνολικού ύψους των ήδη πενιχρών κοινωνικών δαπανών και ε) την ενίσχυση της αγοραίας αντίληψης για τη διαχείριση της κοινωνικής πολιτικής.

Ταυτόχρονα, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης ενέτειναν τις παρασιτικές συμπεριφορές και προσδοκίες των επιχειρήσεων (ιδιαίτερα των πολύ μικρών επιχειρήσεων) που διεκδικούν (και όταν υπάρχουν διαθέσιμα προγράμματα το επιτυγχάνουν) να επιδοτούνται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κάθε φορά που προσλαμβάνουν προσωπικό και τέλος, συνετέλεσαν και συντελούν στην εκτόνωση των αντιδράσεων απέναντι στην αδυναμία του κράτους και των υπηρεσιών απασχόλησης (ΟΑΕΔ) να υποστηρίξουν, έστω και στοιχειωδώς, την κοινωνική προστασία των ανέργων και την ένταξή τους σε αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας.

Τελικά, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, ενώ περιστασιακά αποσόβησαν κάποιες κοινωνικές αντιδράσεις, όπως δείχνουν όλες οι μέχρι σήμερα μελέτες αξιολόγησής τους, δεν συνεισέφεραν παρά οριακά στην αντιμετώπιση της ανεργίας. Και αυτό σε μία περίοδο υψηλής οικονομικής μεγέθυνσης με ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 3-4 εκατοστιαίες μονάδες [1].

Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα απασχόλησης στη φάση της οικονομικής ύφεσης όπου ήδη εισήλθε η χώρα μας με την ίδια συνταγή;

Η απάντηση είναι εμφατικά όχι.

Εκτός από τις προσωρινές ενέσεις ρευστότητας, που θα προσφέρει η επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών των νέων προσλήψεων (πρόγραμμα που ανακοινώθηκε πρόσφατα από τον ΟΑΕΔ), σε έναν ομολογουμένως αξιόλογο αριθμό μικρών επιχειρήσεων και τη μετατροπή ενός περιορισμένου ποσοστού της αδήλωτης απασχόλησης σε νόμιμη για όσο διάστημα λειτουργεί το πρόγραμμα της επιδότησης, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης θα εντείνουν τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των ανέργων καλλιεργώντας τεχνητές διαιρέσεις ανάμεσά τους και μεγεθύνοντας ακόμα περισσότερο τον κατακερματισμό τους: α) σε αυτούς που είναι επιδοτούμενοι άνεργοι χάρη στις εισφορές ασφάλισης από τον κίνδυνο της ανεργίας (περίπου 35-40% των ανέργων), β) σε αυτούς που είναι απασχολήσιμοι (επιδοτούμενοι-καταρτιζόμενοι) άνεργοι ή προσωρινά επιδοτούμενοι απασχολούμενοι (περίπου το 20% των ανέργων) και γ) την πλειοψηφία των ανέργων-παριών της οικονομικής αναδιάρθρωσης που δεν είναι ούτε απασχολήσιμοι, ούτε επιδοτούμενοι (νέοι άνεργοι και γυναίκες).

Χωρίς την καθολική προστασία των ανέργων, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης το μόνο που επιτυγχάνουν είναι η έξαρση των διαιρέσεων και του ανταγωνισμού μεταξύ των ανέργων και η διατήρηση των ρουσφετολογικών εξαρτήσεων τους.

Η απάντηση για την ενδεχόμενη θετική συνεισφορά των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλεί η ανεργία βρίσκεται στην άμεση θέσπιση ενός συστήματος ασφάλισης όλων των ανέργων, ανεξαρτήτως αν έχουν καταβάλει ή όχι ασφαλιστικές εισφορές. Ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί με την επιβολή ειδικής εισφοράς στον τζίρο όλων των επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ελλάδα. Σε όσους θεωρούν κάτι τέτοιο ανέφικτο στη σημερινή συγκυρία, υπενθυμίζεται ότι η καθιέρωση των μέτρων κοινωνικής προστασίας, κατά κανόνα έγινε όταν υπήρχε οικονομική και κοινωνική κρίση και όχι σε περιόδους οικονομικής μεγέθυνσης (π.χ. κρίση του 1929-30, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος).

* O Kώστας Δημουλάς είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνικής Διοίκησης και Αξιολόγησης Προγραμμάτων Κοινωνικής Πολιτικής στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου

[1] Ημερομηνία δημοσίευσης: 02/05/2010

————

Πηγή: archive.avgi.gr

 

Διαβάστε Επίσης  Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας: Ανησυχία για ξενοφοβικές αντιδράσεις κατά προσφύγων

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!