Τα επιχειρήματα υπέρ της καθολικής κοινωνικής πολιτικής και κοινωνικής προστασίας

Η καθολική κοινωνική προστασία ορίζεται ως το κατώτατο επίπεδο εισοδήματος ή κατανάλωσης που παρέχεται από το κράτος ως κοινωνικό δικαίωμα σε όλους τους πολίτες και τους κατοίκους μίας χώρας, εφαρμόζοντας στην πράξη την αρχή της ίσης μεταχείρισης και σεβασμού.

Η κοινωνική πολιτική που θεμελιώνεται στην αρχή της καθολικής κοινωνικής προστασίας στοχεύει να διασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όλους, καθιστώντας τις κοινωνικές υπηρεσίες και το βασικό εισόδημα προσβάσιμο σε ολόκληρο τον πληθυσμό.

 Ως αρχή, η καθολική κοινωνική πολιτική θέτει ως προτεραιότητες την κοινωνική αλληλεγγύη και την ιδιότητα του πολίτη, που συμπεριλαμβάνει τα κοινωνικά δικαιώματα σε συνδυασμό με τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες, υπερτονίζοντας τη συλλογική ευθύνη για την ατομική ευημερία. Η επίτευξή της απαιτεί κοινωνικές πολιτικές που αναπτύσσουν την κοινωνική συνοχή και οδηγούν στη διενέργεια συμμαχιών μεταξύ των τάξεων, των ομάδων και των γενεών, καταπολεμώντας τις διάφορες μορφές κοινωνικών διαχωρισμών.

Οι νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις στην κοινωνική προστασία αποτυγχάνουν να οδηγήσουν σε θετικά αποτελέσματα για πλείστες αιτίες:

Στο πλαίσιο της κρίσης, της σταθεροποίησης και των διαρθρωτικών μέτρων της δεκαετίας του ’80, οι κοινωνικές πολιτικές σχεδιάσθηκαν πρωταρχικά ως υπολειμματικές παρεμβάσεις ώστε να αντιμετωπιστούν οι αποτυχίες της αγοράς ή να βοηθηθούν όσοι επηρεάστηκαν δυσμενέστερα από την κρίση ή δεν είχαν τη δυνατότητα να «επωφεληθούν» από τις συνθήκες οικονομικής μεγέθυνσης.

Εντός της κυρίαρχης αυτής νεοφιλελεύθερης πολιτικής ατζέντας, τα μέτρα κοινωνικής προστασίας εστιάζονταν κυρίως στην εφαρμογή διχτυών ασφαλείας επιλεκτικής κάλυψης για τους φτωχούς και ευάλωτους πληθυσμούς (targeted safety nets for the poor and vulnerable) ούτως ώστε να αμβλυνθούν οι δυσμενείς συνέπειες των οικονομικών σοκ.

Ως επέκταση, ο ρόλος του κράτους και των δημόσιων κοινωνικών παροχών περιορίστηκε στην παροχή του τελευταίου «καταφυγίου», όταν οι ενέργειες των ατόμων, των κοινοτήτων και των αγορών (ή και των οικογενειών) αποδεικνύονταν αναποτελεσματικές ή ανεπαρκείς.

Ενώ το κράτος ήταν υπεύθυνο – εν γένει – για ένα υγιές μακροοικονομικό περιβάλλον και μία εύρυθμη διακυβέρνηση, η άμεση δημόσια στήριξη επισυνέβαινε μόνο με τη μορφή της επιλεκτική κοινωνικής βοήθειας για τις ομάδες του πληθυσμού που αντιμετώπιζαν τη μεγαλύτερη ανάγκη, αμβλύνοντας τις ανεπιθύμητες συνέπειες των κρίσεων ή των καταστροφικών γεγονότων.

Οι μη-εισοδηματικές πτυχές της κοινωνικής προστασίας, όπως η κοινωνική ένταξη και η κοινωνική αλληλεγγύη, δεν θεωρήθηκαν ως σημεία-κλειδιά μίας στρατηγικής της οικοδόμησης των ικανοτήτων των ανθρώπων ώστε να διαφεύγουν από την κατάσταση της φτώχειας. Αντιθέτως, θεωρούνταν ως παράπλευρα αποτελέσματα των ορθών προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας.

Η Ασιατική οικονομική κρίση της διετίας 1997-1998 εξέθεσε σε κοινή θέα τα όρια των παρεμβάσεων των ελάχιστων διχτυών ασφαλείας, και έτσι αναδύθηκε ένας νέος λόγος περί κοινωνικής προστασίας που ενσωμάτωνε με καλύτερο τρόπο τους κινδύνους και την ευαλωτότητα.

Το στρατηγικό πλαίσιο διαχείρισης των κοινωνικών κινδύνων που αναπτύχθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα εστίαζε στην ανάλυση των κινδύνων (όπως οικονομικών και περιβαλλοντικών κινδύνων) και σε μία δέσμη μηχανισμών (μηχανισμών της αγοράς και μηχανισμών εκτός αγοράς) που σχεδιάστηκαν για τη μείωση, την άμβλυνση ή την αντιμετώπιση των κινδύνων. Ενώ η συγκεκριμένη προσέγγιση επέκτεινε τη στόχευση για βελτιωμένες θεσμικές ex ante ρυθμίσεις, παραμένει πρωταρχικά εστιασμένη στις παροχές μέσω των μηχανισμών της αγοράς, σε συνδυασμό με την επιλεκτική βοήθεια για τους πλέον ευάλωτους ανθρώπους.

Στην πράξη, ο συνδυασμός των ιδιωτικοποιήσεων και της στοχευμένης/επιλεκτικής δημόσιας κοινωνικής παροχής στο πλαίσιο της κρίσης, η ύφεση και η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα – που ξεκίνησε από τη δεκαετία του ‘80 – είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια μίας ολόκληρης δεκαετίας (κοινωνικής) ανάπτυξης σε πολλά μέρη του κόσμου,  * αλλά και την απαρχή για την «απογύμνωση» της κοινωνικής πολιτικής από τις έννοιες της καθολικότητας και της αλληλεγγύης, την σαρωτική συρρίκνωση των κοινωνικών κρατών και την σχεδόν ολοκληρωτική αφαίρεση του δημόσιου χαρακτήρα από τις κοινωνικές παροχές. *(σημείωση δική μας)

Επιμέλεια κειμένου στα Ελληνικά: Ντούνης Ανδρέας

unrisd.org

socialpolicy.gr

Διαβάστε Επίσης  Η πλατεία ως χώρος διαπραγμάτευσης και συγκρότησης ταυτοτήτων των μεταναστών: Η περίπτωση των Μεταναστών Αλβανικής Καταγωγής Πρώτης Γενιάς

There is one comment

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!