Κνουτ Χάμσουν – «Η Πείνα»

PEINA FINAL.indd

ΚΝΟΥΤ ΧΑΜΣΟΥΝ
Η ΠΕΙΝΑ
Σειρά: Ξένη λογοτεχνία
Εισαγωγή: Paul Auster
Μετάφραση: Δ. Παπαγρηγοράκης
(ISBN: 978-960-566-691-0, σελ.: 296, τιμή: 14,40€)

«Το βιβλίο μου είναι μια προσπάθεια να περιγράψω την περίεργη ζωή του νου, τα μυστήρια της ψυχής σε ένα κορμί που πεινάει».
Κνουτ Χάμσουν

Τοποθετημένη στη Χριστιανία (σημερινό Όσλο) στα τέλη του 19ου αιώνα, η Πείνα περιγράφει τις προσπάθειες του ανώνυμου ήρωα, που πασχίζει να επιβιώσει γράφοντας άρθρα για εφημερίδες, τα οποία θα του επιτρέψουν να καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες του –να φάει και να κοιμηθεί– με αξιοπρέπεια. Δεν τα καταφέρνει πάντα· με την κοινωνική, φυσική και πνευματική του κατάσταση σε διαρκή εξασθένηση, περιπλανιέται στους δρόμους, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια. Ο πεινασμένος συγγραφέας μάταια προσπαθεί να διατηρήσει τον σεβασμό προς την έννοια «Άνθρωπος», προς τον εαυτό του και προς τους άλλους, αφού το στομάχι του τον υποχρεώνει σε παραχωρήσεις για τις οποίες μετανιώνει, γεμίζοντας άλλοτε ενοχές και άλλοτε αδικαιολόγητη αυτοεκτίμηση. Αυτό που τον κρατάει να μη διαλυθεί είναι το κάτισχνο κορμί του, που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει επίσης και τη συμπεριφορά του μυαλού του.

«Ο ήρωας του Χάμσουν απαλλάσσεται συστηματικά από κάθε είδους πίστη σε κάθε είδους σύστημα και τελικά, μέσω της πείνας την οποία επιβάλλει στον εαυτό του, φτάνει στο τίποτα. Τίποτα δεν τον στηρίζει ώστε να συνεχίσει την πορεία του, κι όμως αυτός εξακολουθεί να προχωρά. Προχωρά κατευθείαν στον 20ό αιώνα».
Από την εισαγωγή του Paul Auster

O Κνουτ Χάμσουν (1859-1952) είναι νορβηγός συγγραφέας, ποιητής και δραματουργός στον οποίο απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1920. Το όνομά του αμαυρώθηκε τη δεκαετία του ’30, καθώς υπό την επίδραση της συμπάθειας που έτρεφε προς τον Νίτσε και τους Γερμανούς και του έντονου αντισημιτισμού του εξέφρασε ανοιχτά την υποστήριξή του προς τον Χίτλερ, τάχθηκε υπέρ του εθνικοσοσιαλισμού και απομονώθηκε από τους συμπατριώτες του. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο παραπέμφθηκε σε δίκη, εγκλείστηκε σε ψυχιατρείο, αντί να φυλακιστεί, και τα περιουσιακά του στοιχεία δημεύτηκαν. Πέθανε πάμφτωχος το 1952. Μετά τον θάνατό του, η μνήμη του Χάμσουν αποκαταστάθηκε, και σήμερα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους σύγχρονους συγγραφείς.

Διαβάστε παρακάτω ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του Paul Auster:

«Ένας νεαρός έρχεται σε μια πόλη. Είναι ανώνυμος, άστεγος, άνεργος∙ έρχεται στην πόλη για να γράψει. Γράφει. Ή, ακριβέστερα, δεν γράφει. Λιμοκτονεί έως θανάτου.
Η πόλη είναι η Χριστιανία (σημερινό Όσλο)∙ η χρονιά το 1890. Ο νεαρός περιπλανιέται στους δρόμους, η πόλη είναι ένας λαβύρινθος της πείνας και όλες του οι μέρες είναι όμοιες. Χωρίς να του το ζητήσουν, γράφει άρθρα για μια τοπική εφημερίδα. Ανησυχεί για το νοίκι του, για τα ρούχα του που φθείρονται, για τη δυσκολία να βρει το επόμενο γεύμα του. Σχεδόν τρελαίνεται. Πάντα βρίσκεται ένα βήμα πριν από την κατάρρευση.

Εντούτοις γράφει. Κάθε τόσο καταφέρνει να πουλήσει ένα άρθρο του, να βρει μια προσωρινή ανακούφιση από τη μιζέρια του. Είναι όμως πολύ αδύναμος για να μπορεί να γράφει σταθερά και σπανίως ολοκληρώνει τα κομμάτια που άρχισε. Μεταξύ των απορριφθέντων έργων του είναι ένα δοκίμιο με τίτλο «Εγκλήματα του Μέλλοντος», μια φιλοσοφική διατριβή για την ελευθερία της βούλησης, μια αλληγορία για τη φωτιά σε ένα βιβλιοπωλείο (τα βιβλία είναι εγκέφαλοι) και ένα θεατρικό έργο τοποθετημένο στον Μεσαίωνα, «Το Σημείο του Σταυρού». Η διαδικασία είναι αναπόφευκτη: Πρέπει να τρώει προκειμένου να γράφει. Αν όμως δεν γράψει, δεν θα φάει. Κι αν δεν μπορεί να φάει, δεν μπορεί να γράψει. Δεν μπορεί να γράψει.

Γράφει. Δεν γράφει. Περιπλανιέται στους δρόμους της πόλης. Μονολογεί δημοσίως. Τρομοκρατεί τον κόσμο και τον διώχνει μακριά του. Όταν τύχει να αποκτήσει μερικά λεφτά, τα χαρίζει. Του κάνουν έξωση από το δωμάτιό του. Τρώει και μετά τα ξερνά όλα. Κάποια στιγμή έχει ένα σύντομο φλερτ με μια κοπέλα, όμως το μόνο που προκύπτει από αυτό είναι ταπείνωση. Πεινά. Καταριέται τον κόσμο. Δεν πεθαίνει. Στο τέλος, χωρίς καμία προφανή αιτία, προσλαμβάνεται στο πλήρωμα ενός πλοίου και εγκαταλείπει την πόλη.

Αυτή είναι η ουσία του πρώτου μυθιστορήματος του Κνουτ Χάμσουν, της Πείνας. Είναι ένα έργο χωρίς πλοκή, χωρίς δράση και –εκτός από τον αφηγητή– χωρίς ήρωα. Με τις προδιαγραφές του 19ου αιώνα, είναι ένα έργο στο οποίο δεν συμβαίνει τίποτα. Ο ακραίος υποκειμενισμός του αφηγητή περιορίζει αποτελεσματικά τη βασική έννοια του παραδοσιακού μυθιστορήματος. Μοιάζει με το σχέδιο του ήρωα να κάνει μια αόρατη παράκαμψη όταν έφτασε στο πρόβλημα του χώρου και του χρόνου σε ένα από τα δοκίμιά του. Ο Χάμσουν καταφέρνει να απαλλαγεί από τον ιστορικό χρόνο, τη βασική οργανωτική αρχή του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα. Μας δίνει απλώς μια αναφορά των χειρότερων αγώνων του ήρωα με την πείνα. Άλλες εποχές, λιγότερο δύσκολες, στις οποίες η πείνα του κατευνάζεται, παρόλο που αυτές μπορεί να διαρκούν και μια βδομάδα, τις προσπερνά με μια ή δυο φράσεις. Ο ιστορικός χρόνος εξαλείφεται προς χάριν της εσωτερικής διάρκειας. Έχοντας μόνο μια αυθαίρετη αρχή και ένα αυθαίρετο τέλος, το μυθιστόρημα καταγράφει τις ιδιοτροπίες του μυαλού του αφηγητή, ακολουθώντας κάθε σκέψη από τη μυστηριώδη έναρξή της μέσω όλων των μαιάνδρων της, έως ότου αυτή διαλυθεί και αρχίσει η επόμενη σκέψη. Ό,τι συμβαίνει επιτρέπεται να συμβεί.

Αυτό το μυθιστόρημα δεν μπορεί καν να διεκδικήσει μια λυτρωτική κοινωνική αξία. Αν και η Πείνα μάς βάζει στα σαγόνια της αθλιότητας, δεν προσφέρει την ανάλυση αυτής της αθλιότητας, δεν περιέχει μια πρόσκληση σε πολιτική δράση. Ο Χάμσουν, ο οποίος στα γεράματά του, την εποχή του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, έγινε φασίστας, ποτέ δεν καταπιάστηκε με τα προβλήματα της ταξικής αδικίας, και ο αφηγητής-ήρωάς του, όπως ακριβώς ο Ρασκόλνικοφ του Ντοστογιέφσκι, δεν είναι τόσο ο ηττημένος του παιχνιδιού όσο ένα τέρας πνευματικής αλαζονείας. Ο οίκτος δεν παίζει ρόλο στην Πείνα. Ο ήρωας υποφέρει, μόνο όμως επειδή εκείνος επέλεξε να υποφέρει. Η τέχνη του Χάμσουν μάς εμποδίζει αυστηρά να νιώσουμε οποιαδήποτε συμπάθεια για τον ήρωά του. Από την αρχή, γίνεται σαφές ότι ο ήρωας δεν χρειάζεται να λιμοκτονήσει. Λύσεις υπάρχουν, αν όχι στην πόλη, τουλάχιστον στην αναχώρηση. Ωθούμενες όμως από μια εμμονική, αυτοκτονική περηφάνια, οι πράξεις του νεαρού διαρκώς προδίδουν μια περιφρόνηση προς το ίδιο του το συμφέρον.

Αναζητά ό,τι είναι δυσκολότερο γι’ αυτόν, φλερτάρει τον πόνο και την αναποδιά όπως ακριβώς κάποιοι άλλοι αναζητούν την ευχαρίστηση. Πεινάει, όχι επειδή είναι αναγκασμένος, αλλά από μια ενδόμυχη παρόρμηση, σαν να θέλει να κάνει απεργία πείνας εις βάρος του εαυτού του. Προτού αρχίσει το βιβλίο, προτού ο αναγνώστης γίνει ο προνομιούχος μάρτυρας της μοίρας του, η πορεία δράσης του ήρωα έχει καθοριστεί. Μια διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει και, μολονότι ο ήρωας αδυνατεί να την ελέγξει, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συνειδητοποιεί τι κάνει.

Αποτραβηγμένος σε μια σχεδόν τέλεια μοναξιά, έχει γίνει ταυτόχρονα υποκείμενο και αντικείμενο του πειράματός του. Η πείνα είναι το μέσο διά του οποίου συντελείται η ρήξη, ο καταλύτης, ούτως ειπείν, της μεταλλαγμένης συνείδησης».

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!