Σκέψεις σχετικά με το «Κεφάλαιο» του Piketty

του David Harvey

Αναδημοσίευση απο το μηνιαίο περιοδικό «In Τhese Τimes» του άρθρου του David Harvey « Afterthoughts on Piketty’s Capital», Μάιος 2014. Σε πρωτότυπη μετάφραση του Θ.Κ.

Σκέψεις σχετικά με το «Κεφάλαιο» του Piketty

Ο Thomas Piketty είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «το Κεφάλαιο» (Capital) το οποίο προκάλεσε μεγάλο θόρυβο. Στο βιβλίο αυτό ισχυρίζεται πως η προοδευτική φορολόγηση (progressive taxation) [2] και ένας παγκόσμιος φόρους του Πλούτου (global wealth tax) αποτελούν τα μοναδικά μέσα για να αντιμετοπιστεί η τάση προς τη δημιουργία μιας «πατρογοννικής» μορφη του Καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται από «τρομακτικές» – όπως τις αποκαλεί – ανισότητες του Πλούτου και του Εισοδήματος. Επιπροσθέτως, αναδεικνύει με εξονυχιστικές λεπτομέριες – που δύσκολα μπορούν να αντικρουστούν – την εξέλιξη της κοινωνικής ανισότητας τόσο του Πλούτου όσο και του Εισοδήματος των τελευταίων δύο αιώνων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο του Πλούτου. Καταρίπτει την ευρέως διαδεδομένη άποψη που λέι οτι ο Καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς διαχέει τον πλούτο και ότι αποτελεί το μεγάλο προπύργιο για την υπεράσπιση της ατομικής απελευθέρωσης και των ατομικών ελευθεριών. Ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς, όπως δείχνει ο Piketty, υπό την απουσία οποιωνδήποτε σημαντικών αναδιανεμητικών παρεμβάσεων από μεριάς κράτους, παράγει αντι-δημοκρατικές ολιγαρχίες. Καταδεικνύοντας και αιτιολογόντας όλα τα παραπάνω ο Piketty έχει πυροδοτίσει την οργή των Φιλελευθέρων και προκαλεί έντονο εκνευρισμό στην Wall Street Journal.

Το εν λόγω βιβλίο έχει πολλές φορές παρουσιαστεί ως το υποκατάστατο ή ο αντικαταστάτης (substitute) της ομότιτλης δουλειάς του Κάρλ Μαρξ του 19ο αιώνα. Στην πραγματικότητα ο Piketty αρνείται ότι αυτή ήταν η πρόθεση του, κάτι που ισχύει δεδομένου οτι δεν πρόκειται καθόλου για ένα βιβλίο για το κεφαλαιο. Δεν μας λέει γιατί συνέβη το κραχ του 2008 και γιατί παίρνει τόσο πολύ καιρό για τόσο πολλούς ανθρώπους να απαλλαγούν από τη διπλή μέγγενη της παρατεταμένης ανεργίας και των εκατομμυριών κατεσχεμένων σπιτιών. Δεν μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η ανάπτυξη είναι τόσο υποτονική στις Η.Π.Α. εν αντιθέση με την Κίνα και γιατί η Ευρώπη έιναι «μαγκωμένη» σε μια πολιτική λιτότητας και οικονομικής στασιμότητας. Αυτό που ο Piketty δείχνει στατιστικά (και θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες ως προς τον ίδιο και τους συναδέλφους του για αυτό) είναι ότι το κεφάλαιο έχει την τάση καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας του να παράγει ολοένα και υψηλότερα επίπεδα ανισότητας. Αυτό είναι, για τους περισσότερους απο εμάς, μόλις και μετα βίας κάτι νέο. Εξάλλου, ήταν η θεωρητική κατακλείδα του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου του Καρλ Μαρξ. Κάτι που ο Piketty αδυνατεί να λάβει υπόψιν του, το οποίο δεν εκπλήσει μιας και έχει δηλώσει ότι δεν έχει διαβάσει το Κεφάλαιο του Μαρξ στο «άγχος» του να αποτινάξει την κατηγορία του Δεξιού τύπου ότι είναι «μεταμφιεσμένος» Μαρξιστής.

Ο Piketty συγκεντρώνει πολλά στοιχεία για να υποστηρίξει τα επιχειρήματά του. Η διάκριση μεταξύ πλούτου και εισοδήματος που χρησιμοποιεί είναι πειστική και χρήσιμη. Και υπερασπίζεται με αξιόλογο τρόπο το φόρο κληρονομίας, την προοδευτική φορολογία (progressive taxation) και έναν παγκόσμιο φόρου του πλούτου ως δυνατά/ενδεχόμενα αντίδοτα (αν και με σιγουριά μή βιώσιμα) στη περεταίρω συγκέντρωση του πλούτου και της εξουσίας.

Γιατί όμως εμφανίζεται αυτή η τάση προς μια ολοένα και μεγαλύτερη ανισότητα με το πέρας του χρόνου; Ο Piketty από τα στοιχεία του (συνοδευόμενα/πασπαλισμένα με ορισμένες τακτοποιημένες/νοικοκυρεμένες λογοτεχνικές νύξεις στον Jane Austen και τον Balzac) αντλεί ένα μαθηματικό νόμο για να εξηγήσει τι συμβαίνει: η διαρκώς αυξανόμενη συσσώρευση του πλούτου από μεριάς, του διάσημου πλέον, «ένα τοις εκατό» (ένας όρος που διαδόθηκε χάρη βέβαιως του “Occupy” κινήματος) οφείλεται στο απλό γεγονός ότι το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου (rate of return on capital), (r), πάντα υπερβαίνει το ρυθμό αύξησης του εισοδήματος (rate of growth of income) (g). Όπως ισχυρίζεται ο Piketty, αυτό είναι και πάντα ήταν «η κεντρική αντίφαση» του κεφαλαίου.

Αλλά μια στατιστική κανονικότητα αυτού του είδους δύσκολα αποτελεί μια επαρκή εξήγηση, πόσο μάλλον ένα νόμο. Ποιές, λοιπόν, δυνάμεις παράγουν και διατηρούν μια τέτοια αντίφαση; Ο Piketty δεν λέει. Ο νόμος είναι ο νόμος και αυτό είναι αυτό… Προφανώς, ο Μαρξ θα απέδιδε την ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου στην ανισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Και η εξήγηση αυτή εξακολουθεί να έχει βάση. Η σταθερή μείωση του μεριδίου της εργασίας στο εθνικό εισόδημα από το 1970 προκλήθηκε από τη μείωση της πολιτικής και οικονομικής δύναμης της εργασίας καθώς το κεφάλαιο εισήγαγε, «κινητοποίησε», διάφορες τεχνολογίες, την ανεργία, τις off-shore πολιτικές [3] και την αντεργατική πολιτική (όπως αυτές της Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν) με σκοπό να συντριβούν όλες οι αντιστάσεις. Όπως Alan Budd, ένας οικονομικός σύμβουλος της Margaret Thatcher, ομολόγησε σε μια «άτυχη» στιγμή, οι πολιτικές αντι-πληθωρισμού της δεκαετίας του 1980 αποδείχθηκαν ότι ήταν «ένας πολύ καλός τρόπος για να αυξηθεί η ανεργία και η αύξηση της ανεργίας ήταν ένας εξαιρετικά επιθυμητός τρόπος μείωσης της αντοχής/δύναμης (strength) των εργατικών τάξεων … αυτό που σχεδιάστηκε/μηχανεύτηκε (engineered) εδώ, σε μαρξιστικούς όρους, ήταν μια κρίση του καπιταλισμού που αναδημιούργησε/ανασύνταξε (recreated) έναν εφεδρικό στρατό εργασίας και επέτρεψε έκτοτε στους καπιταλιστές να απολαμβάνουν υψηλά κέρδη». Η μεγάλη απόκλιση της αμοιβής μεταξύ των μέσων εργαζομένων και των Διευθύνοντων Συμβούλων (CEO’s) ανερχόταν σε περίπου 30 προς 1 το 1970. Στις μέρες μας είναι πολύ πιο πάνω από 300 προς 1 και στην περίπτωση των McDonalds περίπου 1200 προς 1.

Αλλά στον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου του Μαρξ – το οποίο ο Piketty επίσης δεν έχει καν διαβάσει, μιας και τόσο χαρωπά το απορρίπτει – ο Μαρξ επεσήμανε ότι η ροπή (penchant) [4] του κεφαλαίου για μείωση των μισθών κάποια στιγμή θα περιορίσει την ικανότητα της αγοράς να απορροφήσει το προϊόν του κεφαλαίου. Ο Henry Ford αναγνώρισε αυτό το δίλημμα, καιρό πριν, όταν ο ίδιος καθιέρωσε την αμοιβώμενη με 5 δολάρια οκτώ-ώρη εργάσιμη ημέρα για τους εργαζόμενούς του, προκειμένου, όπως είπε, να τονωθεί η καταναλωτική ζήτηση. Πολλοί πίστευαν ότι η έλλειψη πραγματικής ζήτησης ενίσχυσε τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Αυτό ενέπνευσε τις κεϋνσιανές επεκτατικές πολιτικές μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που είχαν ως αποτέλεσμα μια κάποια μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων (αν και όχι τόσο των ανισοτήτων του πλούτου) εν μέσω της έντονης ανάπτυξης που καθοδηγούταν από τη ζήτηση (strong demand-led growth). ‘Ομως αυτή η λύση στηριζόταν στη σχετική ενδυνάμωση της εργασίας και στο χτίσιμο του «κοινωνικού κράτους» – όρος του Piketty – το οποίο χρηματοδοτούταν από την προοδευτική φορολογία (progressive taxation). Όπως γράφει, «όλοι λένε ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου 1932-1980, σχεδόν μισό αιώνα, ο ομοσπονδιακός φόρος των υψηλών εισοδημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν κατά μέσο όρο 81%». Και αυτό σε καμία περίπτωση δεν επιβράδύνε τον ρυθμό ανάπτυξης (άλλο ένα αποδεικτικό στοιχείο του Piketty που αντικρούει τις Δεξιές πεποιθήσεις).

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 έγινε σαφές σε πολλούς καπιταλιστές ότι κάτι πρέπει να κάνουν σχετικά με την «υπέρμετρη», πάνω απο τα επιθυμητά επίπεδα, δύναμη της εργασίας. Τα επακόλουθα ήταν ο υποβιβασμός του Keyens από το πάνθεον των αξιοσέβαστων οικονομολόγων, η στροφή προς το τρόπο σκέψης του Milton Friedman που βασίζεται στην προσφορά (σ.μεταφραστή: και όχι στη ζήτηση), η «σταυροφορία» για να σταθεροποιηθεί, αν όχι να μειωθεί, η φορολογία με σκοπό να αποδομήσουν το κοινωνικό κράτος και να δαμάσουν τις δυνάμεις της εργασίας. Μετά το 1980 οι υψηλοί συντελεστές φορολόγησης μειώθηκαν και τα κεφαλαιακά κέρδη – μια σημαντική πηγή εσόδων για τους υπερ-πλουσίους – φορολογούνταν με πολύ χαμηλότερο ποσοστό στις Η.Π.Α., ενισχύοντας σημαντικά τη ροή του πλούτου στο υψηλόβαθμο «ένα τοις εκατό» (top one percent). Όμως ο αντίκτυπος στην ανάπτυξη, όπως δείχνει ο Piketty, ήταν αμελητέος. Ως εκ τούτου, η διάχυση («trickle-down» [5]) των προνομίων από τους πλούσιους στους υπολοίπους (άλλη μία πεποίθηση της Δεξιάς) δε λειτουργεί. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπαγορεύτηκε από κάποιον μαθηματικό νόμο. Όλα ήταν θέμα πολιτικής.

Αλλά τότε ο τροχός έκανε μια πλήρη περιστροφή και ανέκυψε το πιεστικό ερώτημα: πού είναι η ζήτηση; Ο Piketty αγνοεί συστηματικά αυτή την ερώτηση. Η δεκαετία του 1990 συσκώτισε την απάντηση με μια τεράστια επέκταση της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένης της επέκτασης της ενυπόθηκης χρηματοδότησης στις αγορές υψηλού ρίσκου [6]. Αλλά η προκύπτουσα φούσκα (asset bubble [7]) ήταν προωρισμένη να σκάσει, όπως και έγινε το 2008-9, ρίχνοντας την Lehman Brothers και το πιστωτικό σύστημα μαζί της. Ωστόσο, τα ποσοστά κέρδους και η περαιτέρω συγκέντρωση του ιδιωτικού πλούτου ανακτήθηκαν πολύ γρήγορα μετά το 2009, ενώ τα πάντα και όλοι οι άλλοι πήγαιναν χειρότερα. Τα ποσοστά κέρδους των επιχειρήσεων είναι πλέον τόσο υψηλά όσο ποτέ στις Η.Π.Α. (as high as they have ever been in the US). Οι επιχειρήσεις κάθονται πάνω σε σορούς χρημάτων και αρνούνται να τα ξοδέψουν γιατί οι συνθήκες της αγοράς δεν είναι εύρωστες.

Η του Piketty διατύπωση του μαθηματικού νόμου κρύβει/μεταμφιέζει (disguises) περισσότερο απ’ότι αποκαλύπτει την ταξική πολιτική που εμπλέκεται εδώ. Όπως ο Warren Buffett [8] επισήμανε, «ασφαλώς υπάρχει ταξικός πόλεμος, και είναι η τάξη μου, οι πλούσιοι, που τον διεξάγει και κερδίζουμε». Ένα βασικό μέτρο της νίκης τους είναι οι αυξανόμενες ανισότητες/ανισομέρειες (disparities [9]) μεταξύ του πλούτου και του εισοδήματος του υψηλόβαθμου 1% (top one percent) σε σχέση με όλους τους άλλους.

Υπάρχει, ωστόσο, μια κεντρική δυσκολία με το επιχείρημα του Piketty. Στηρίζεται σε έναν λανθασμένο ορισμό του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο είναι μια διαδικασία όχι ένα πράγμα. Είναι μια διαδικασία κυκλοφορίας (circulation) στην οποία χρήματα χρησιμοποιούνται για να βγούν περισσότερα χρήματα συχνά, αλλά όχι αποκλειστικά, μέσω της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. O Piketty ορίζει το κεφάλαιο, ως το στόκ (stock) όλων των περιουσιακών στοιχείων (assets) που κατέχονται απο ιδιώτες, εταιρείες και κυβερνήσεις τα οποία μπορούν να ανταλλάσονται στην αγορά ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιούνται ή οχι. Το στόκ αυτό περιλαμβάνει γη, ακίνητα και δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς επίσης και τη συλλογή μου απο αντικείμενα τέχνης και κοσμημάτα. Το πώς μπορούμε να καθορίσουμε την αξία όλων αυτών των πραγμάτων είναι ένα δύσκολο τεχνικό πρόβλημα για το οποίο δεν υπάρχει μια κοινά αποδεκτή λύση. Για να υπολογίσουμε ένα ουσιαστικό, που να έχει νόημα, ποσοστό απόδοσης, r, πρέπει να έχουμε κάποιο τρόπο αποτίμησης του αρχικού κεφαλαίου. Δυστυχώς, δεν υπάρχει τρόπος να αποτιμήσουμε το αρχικό κεφάλαιο ανεξάρτητα από την αξία των αγαθών και των υπηρεσιών για τα οποία και τις οποίες χρησιμοποιήθηκε (το αρχικό κεφάλαιο) για να τα/τις παράξει ή από το πόσο μπορεί (το αρχικό κεφάλαιο) να πουληθεί στην αγορά. Το σύνολο της νεοκλασικής οικονομικής σκέψης (η οποία είναι και η βάση της σκέψης του Piketty) βασίζεται σε μια ταυτολογία. Το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ρυθμό ανάπτυξης, επειδή το κεφάλαιο αποτιμάται μέσω αυτού που παράγει και όχι μέσω αυτού που χρειάστηκε/ενεπλάκησε για την παραγωγή του. Η αξία του επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις κερδοσκοπικές συνθήκες και μπορεί να στρεβλωθεί αρκετά από την περίφημη «παράλογη ευφορία» την οποία ο Greenspan [10] εντόπισε ως ένα χαρακτηριστικό της χρηματιστηριακής και στεγαστικής αγοράς (αγοράς κατοικίας). Αν από τον ορισμό του κεφαλαίου αφαιρέσουμε τη στέγαση και την ακίνητη περιουσία (και το σκεπτικό για την συμπερίληψή τους είναι μάλλον αδύναμο), για να μην αναφερθούμε στην αξία των συλλογών έργων τέχνης των hedge funders, τότε η εξήγηση του Piketty για την αύξηση των ανισοτήτων/ανισομερειών (disparities) του πλούτου και του εισοδήματος αποτύγχάνει παταγωδώς, παρόλο που οι περιγραφές του για την κατάσταση των παρελθοντικών και τωρινών ανισοτήτων (inequalities) εξακολουθούν να ισχύουν.

Τα χρήματα, η γη, τα ακίνητα, οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός που δεν χρησιμοποιούνται παραγωγικά δεν είναι κεφάλαιο. Εάν το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται παραγωγικά είναι υψηλό, τότε αυτό γίνεται επειδή ένα μέρος του κεφαλαίου αποσύρεται από την κυκλοφορία και επί της ουσίας «κατεβαίνει σε απεργία» (σημ. μεταφραστή: δηλαδή αποσύρεται μέχρι να «ικονοποιηθούν» συγκεκριμένες «απαιτήσεις»). Περιορίζοντας την παροχή κεφαλαίου για νέες επενδύσεις (ένα φαινόμενο του οποίο γινόμαστε μάρυρες τώρα) διασφαλίζεται το υψηλό ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου που βρίσκεται σε κυκλοφορία. Η δημιουργία μιας τέτοιας τεχνητής έλλειψης δεν πραγματοποιείται μόνο απο τις πετρελα’ι’κές εταιρίες με σκοπό να διασφαλίσουν το υψηλό ποσοστό απόδοσης τους: είναι κάτι που όλο το κεφάλαιο κάνει όταν του δοθεί η ευκαρία. Αυτό είναι που θεμελιώνει/υποστηρίζει/υποστυλώνει (underpin) την τάση (tendency) το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου (ανεξαρτήτως του πώς ορίζεται και μετριέται) να υπερβαίνει πάντα το ρυθμό αύξησης του εισοδήματος. Με αυτόν το τρόπο καταφέρνει το κεφάλαιο να διασφαλίζει τη δική του αναπαραγωγή, δίχως να έχει σημασία το πόσο δυσάρεστες είναι οι συνέπειες για εμάς τους υπόλοιπους. Και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η καπιταλιστική τάξη ζεί.

Υπάρχουν πολλά πράγματα που είναι αξιόλογα στα δεδομένα του Piketty. Αλλά, η εξήγησή του ως προς το γιατί προκύπτουν οι ανισότητες και οι ολιγαρχικές τάσεις έχει σοβαρές ελλείψεις. Οι προτάσεις του οσον αφορα τα διορθωτικά μέτρα για τις ανισότητες είναι αφελείς, αν όχι ουτοπικές. Και σίγουρα δεν έχει φτιάξει ένα μοντέλο εργασίας για το κεφάλαιο του εικοστού πρώτου αιώνα. Γι ‘αυτό τον λόγο εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε τον Μαρξ ή το σύγχρονο ισοδύναμό του.

[1] O Thomas Piketty είναι Γάλλος οικονομολόγος με έντονη ενασχόληση γύρω από τα θέματα της άνισης κατανομής του Πλούτου και της Εισοδηματικής Ανισότητας. Είναι καθηγητής στο École des hautes études en sciences sociales (EHESS) και στο Paris School of Economics.

Είναι συγγραφέας του best-seller «Capital in the Twenty-First Century» (2013), στο οποίο εκθέτει τμήματα της δουλειάς του πάνω στη Συγκέντρωση και Κατανομή του Πλούτου (wealth concentrations and distribution) των τελευταίων 250 ετών. Στο βιβλίο αυτό υποστηρίζει ότι το ποσοστό κεφαλαιακής αποδοσης (rate of capital return) στις Ανεπτυγμένες Χώρες είναι «διαρκώς» μεγαλύτερο απο το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης (rate of economic growth), κάτι που θα οδηγήσει στην αύξηση της άνισοκατανομής του Πλούτου στο εγγύς μέλλον. Για την επίλυση αυτού του προβήματος προτείνει την «αναδιανομή» διαμέσου μιας παγκόσμιας «προοδευτικής φορολόγισης» του Πλούτου {wikipedia}

[2] Προοδευτική Φορολόγηση (progressive taxation): Η φορολόγηση κατά την οποία το ποσοστό φορολόγησης αυξάνεται με την αύξηση του φορολογητέου ποσού.

[3] Η πρακτική του να βασίζεις μερικές από τις διαδικασίες ή υπηρεσίες μιας εταιρίας στο εξωτερικό (κυρίως υπέράκτιες δραστηριότητες) με σκοπό να εποφεληθείς από το χαμηλό κόστους.
[4] Η λέξη penchant (=κλίση, ροπή) δεν μεταφράστηκε στο κείμενο ως «τάση» παρόλο που στην καθομιλουμένη και στη ροή του κειμένου θα μπορούσε (όσον αφορά την ελληνική γλώσσα). Στα αγγλικά ο όρος penchant μόλις και μετα βίας μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, να χρησιμοποιηθεί ώς συνώνυμο του trend (=τάση), αν και δεν συνηθίζεται, μιας και ο όρος trend χρησιμοποιείται κυρίως για επιστημονικά δεδομένα/στοιχεία στα οποία διαφαίνεται κάποιος νόμος ή αιτιότητα, χωρίς να υπάρχει πάντα μια ντετερμινιστική βεβαιότητα όσον αφορά την κατεύθυνση της εξέλιξης ενός νόμου. Αλλώστε ο David Harvey σε όλες του τις διαλέξεις περί Διαλεκτικής και Κεφαλαίου, στην προσπάθεια του να διαχωριστεί απο μια μηχανιστική, ντετερμινιστική ανάγνωση του Μαρξ και τον νόμων που περιγράφει, χρησιμοποιεί τον όρο trend (=τάση) σχεδόν εξολοκλήρου για τους νόμους που διατυπώνονται στο Κεφάλαιο. Στο βαθμό που όλα αυτά δεν είναι απλώς και μόνο ένα σχολαστικό παιχνίδι λέξεων/ εννοιών, αλλά σχετίζονται με την θεωρητική διαμάχη (και των πρακτικών απολήξεων που αυτή έχει) εντός του Μαρξισμού, στην παρούσα μετάφραση γίνεται σεβαστή η διάκριση των εννοιών στην οποία επιμένει ο David Harvey και δεν παραγνωρίζεται για χάρη της μετάφρασης και της ροής του κειμένου.

[5] Trickle-down = η ροή προς τα κάτω, συνήθως στάλα στάλα.

Trickle-down theory: Η οικονομική θεωρία που βασίζεται στο δόγμα ότι όταν ευννοείς τα ανώτερα οικονομικά στρώματα και τις επιχειρήσεις «ένα κομμάτι της πίτας» θα πέσει, θα διαχυθεί, στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και θα ευνοηθεί η οικονομία στο σύνολό της.

[6] Η πρωτότυπη φράση είναι […]including the extension of mortgage finance into sub-prime markets[…].

[7] asset bubble= Φούσκα περουσιακών στοιχείων

[8] Αμερικανός μεγαλοεπιχειρηματίας, επενδυτής και … «φιλάνθρωπος»

[9] disparities= μεγάλες διαφορές/αποκλίσεις/ανισομέρειες

[10] Alan Greenspan : Αμερικανός Οικονομολόγος

____________

Πηγή: syspeirosiaristeronmihanikon.blogspot.gr

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!