Κακή ψυχική υγεία στο χώρο εργασίας: «Ας μην αφήσουμε το στιγματισμό να καθοδηγήσει τις δράσεις μας»

Επιμέλεια/ Απόδοση: Ντούνης Ανδρέας

Η κακή ψυχική υγεία αποτελούσε πάντα ένα δύσκολο θέμα προς αντιμετώπιση στον «κόσμο» της εργασίας εξαιτίας του στίγματος και των φόβων που σχετίζονται με αυτήν. Η κακή ψυχική υγεία δεν αναφέρεται μονάχα σε σοβαρές παθολογίες, αλλά επίσης και σε κοινές διαταραχές της ψυχικής υγείας όπως η κατάθλιψη, το άγχος, το σχετιζόμενο με την εργασία άγχος ή τις περιπτώσεις «burn out» οι οποίες μπορούν να θεραπευθούν κατάλληλα αν αντιμετωπισθούν σωστά.

«Στις περισσότερες περιπτώσεις, η παροχή υποστήριξης στους εργαζόμενους με προβλήματα ψυχικής υγείας ώστε να διατηρήσουν την απασχόλησή τους, ή να επιστρέψουν στην εργασία τους μετά την ειδική άδειά τους, αποτελεί μια πολύ καλύτερη λύση από τον αποκλεισμό τους από την αγορά εργασίας ή την διατήρησή τους επ’ αόριστον στην επιδοματική στήριξη μέσω επιδομάτων ασθενείας ή αναπηρίας» αναφέρει η Shruti Singh, οικονομολόγος του ΟΟΣΑ ειδικευμένη σε ζητήματα αγοράς εργασίας.

Περίπου το 20 τοις εκατό του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας σε μία μέση χώρα του ΟΟΣΑ πάσχει από μία ψυχική διαταραχή κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, σύμφωνα με την Singh. «Αυτό το γεγονός υποδεικνύει ότι ο κίνδυνος του βιώματος ενός προβλήματος ψυχικής υγείας κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου είναι υψηλός για όλους».

Η αναγνώριση των ψυχικών διαταραχών όπως η κατάθλιψη και η έγκαιρη παροχή υποστήριξης αποδεικνύονται καθοριστικά βήματα. Αλλά αυτά είναι και τα πλέον προκλητικά, καθώς η κακή ψυχική υγεία συχνά αποκρύπτεται επειδή οι αιτίες ενδέχεται να διαφέρουν κατά πολύ, και να εκτείνονται από τα προσωπικά προβλήματα στο σπίτι ως τα παιδικά τραύματα και το σχετιζόμενο με την εργασία άγχος.

«Επίσης, ο φόβος απόρριψης ή στιγματισμού από τους συναδέλφους τους καθιστά πολύ δύσκολο για τα εργαζόμενα άτομα να «ανοιχτούν για τα προβλήματά τους» στους προϊσταμένους τους», εξηγεί ο Stefan Tromel, εμπειρογνώμονας σε ζητήματα Αναπηρίας στον ΟΟΣΑ.

«Πολλοί εργαζόμενοι που υποφέρουν από  ψυχικές διαταραχές δεν λαμβάνουν άδειες ασθενείας όταν πραγματικά τις χρειάζονται. Ως αποτέλεσμα, μειώνεται η παραγωγικότητά τους, και αυτό μετατρέπεται σε ένα πρόβλημα για ολόκληρη την εταιρεία», προσθέτει.

Αύξηση της ευαισθητοποίησης

Με την κατάλληλη εκπαίδευση/κατάρτιση και την αύξηση της ευαισθητοποίησης, οι managers μπορούν να επιτελέσουν έναν ρόλο-«κλειδί» για την αντιμετώπιση των ζητημάτων ψυχικής υγείας στο χώρο εργασίας. Μέσω της αναγνώρισης των πρώιμων ενδείξεων κακής ψυχικής υγείας μπορούν να ξεκινήσουν μία διαδικασία διαλόγου με το προσωπικό που αντιμετωπίζει πρόβλημα, ακόμη και εάν δεν χρειαστεί να «περιμένουν» από τους εργαζόμενους να μιλήσουν ανοικτά για την πάθησή τους.

«Βάσει του τόπου και τρόπου εκκίνησης του προβλήματος, οι managers μπορούν να βοηθήσουν έναν εργαζόμενο να περάσει από μια δύσκολη φάση, μέσω της διασφάλισης της εμπιστευτικότητας και της παροχής διευκολύνσεων στο πρόγραμμα εργασίας ή στο περιβάλλον εργασίας όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Η σχέση αυτή και ο διάλογος αυτού του τύπου μπορεί να προλάβει μακρές περιόδους άδειας ασθενείας ή τον κίνδυνο απώλειας ενός ταλαντούχου μέλους του προσωπικού», αναλύει ο Tromel.

«Η συστηματική παρακολούθηση της συχνότητας λήψης αδειών ασθενείας και της υποστήριξης κατά την περίοδο επιστροφής στην εργασία είναι καθοριστική, και θα πρέπει να συνδυάζεται με θέσεις εργασίας καλής ποιότητας και καλύτερες συνθήκες εργασίας», προσθέτει η Singh.

Είναι επίσης σημαντικό για τις εταιρείες να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με ζητήματα ψυχικής υγείας στο χώρο εργασίας.

Παρότι το στίγμα που σχετίζεται με αυτά τα ζητήματα παραμένει υψηλό, πραγματοποιούνται προσπάθειες ώστε να πληροφορηθούν καλύτερα οι managers.

Η Singh υπογραμμίζει το παράδειγμα του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου η ευαισθητοποίηση για τον αρνητικό αντίκτυπο της κακής ψυχικής υγείας έφθασε σε υψηλά επίπεδα έπειτα από πολυετείς ερευνητικές προσπάθειες. Εκστρατείες καταπολέμησης του στίγματος έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα, συμπεριλαμβάνοντας ανώτατους managers που αποκάλυψαν δημόσια ότι υπέφεραν από κατάθλιψη ή άλλες μορφές ψυχικών διαταραχών σε κάποιο σημείο της ζωής τους ως έναν τρόπο να ενθαρρυνθούν οι εργαζόμενοι για να «ανοιχτούν» για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.

Απασχόληση αντί για επιδοματική στήριξη

Η κατάσταση των εργαζομένων που έμειναν άνεργοι εξαιτίας ψυχικών διαταραχών αποτελεί επίσης ένα ζήτημα ανησυχίας.

“Οι άνθρωποι που πάσχουν από κοινές ψυχικές διαταραχές εμφανίζουν 2-3 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι άνεργοι από ότι οι άνθρωποι που δεν βιώνουν τέτοιες διαταραχές”, αναφέρει η Singh. Η μακροχρόνια ανεργία αποτελεί ένα κοινό πρόβλημα, το οποίο οδηγεί αυτούς τους ανθρώπους να αποθαρρυνθούν και τελικώς να αποσυρθούν από την αγορά εργασίας.

“Είναι κρίσιμο να ενθαρρύνουμε τα άτομα να επιστρέφουν στην εργασία αντί να παραμένουν σε επιδοματική στήριξη επ’ αόριστον’’, προσθέτει ο Stefan Tromel. «Όταν κάποιος χρειάζεται να σταματήσει να εργάζεται επειδή είναι πολύ άρρωστος για να συνεχίσει, οι εταιρείες θα πρέπει να ενθαρρύνονται να κρατούν επαφή με αυτόν και να εξετάζουν την πιθανότητα να επιστρέψει μόλις αναρρώσει».

Όμως η έλλειψη ευαισθητοποίησης δεν περιορίζεται στον «κόσμο» της εργασίας. Η Singh υπογραμμίζει ότι πολλά προγράμματα κοινωνικής προστασίας κατηγοριοποιούν με μεγάλη ευκολία ένα δικαιούχο επιδόματος με ψυχική διαταραχή ως μη ικανό προς εργασία.

«Οι νεαροί ενήλικες που πάσχουν από ψυχική διαταραχή πολύ συχνά λαμβάνουν επιδόματα αναπηρίας ενώ αντιθέτως θα έπρεπε να βοηθούνται ώστε να αποκτούν απασχόληση», αναφέρει η Singh.

Μία πολύ καλύτερη λύση θα ήταν να επαναξιολογείται σε τακτική βάση η κατάστασή τους  ώστε να «απομακρυνθούν» από τα επιδόματα αναπηρίας και να εισέλθουν σε «καθεστώς» απασχόλησης.

Πηγή: ilo.org

socialpolicy.gr

Διαβάστε Επίσης  Κατανοώντας την επαγγελματική εξουθένωση

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!