Ψυχοθεραπευτική σχέση: Iκανό όχημα κοινωνικού μετασχηματισμού;

Της Μαρίνας Παπαδοπούλου – Φοιτήτριας του Τμήματος Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Όταν μιλάμε για κοινωνικό μετασχηματισμό θέτουμε το κέντρο βάρους στην κοινωνία, μέσα από την αλλαγή των αντιλήψεων των μαζών, τη δημιουργία και εγκαθίδρυση νέων δομών, τη διαφοροποίηση του προσανατολισμού από το υπάρχον, από το επικρατές. Βασική προϋπόθεση για το κοινωνικό μετασχηματισμό είναι ο μετασχηματισμός της συλλογικής συνείδησης προς υπέρβασιν της καθεστυκύιας ιδεολογίας και στροφή προς τη διεκδίκηση μιας άλλης μορφής κοινωνικής πραγματικότητας. Η συλλογική συνείδηση όμως δεν είναι κάτι που ενυπάρχει σε έναν Κόσμο των Ιδεών και συνδέει την ανθρωπότητα με μια μεταφυσική μορφή, ώστε να σκέφτεται και να δρα με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Τέτοιες ιδεαλιστικές θεωρήσεις που καμιά σχέση δεν έχουν με την επιστημονική γνώση και προσέγγιση, ενώ σχετικοποιούν και δαιμονοποιούν τις κοινωνικές σχέσεις και την ανθρώπινη συμπεριφορά, πρέπει να απορρίπτονται.

Για την έννοια της συλλογικής συνείδησης σημαντικά στοιχεία μας δίνει ο Γάλλος κοινωνιολόγος Durkheim. Βιώνοντας τις αλλαγές της βιομηχανικής επανάστασης και τις διαλυτικές συνέπειες της, ενδιαφέρθηκε για την κοινωνική συνοχή που υπήρχε στις παραδοσιακές κοινωνίες. Στις προβιομηχανικές κοινωνίες η κοινωνική ομάδα, η κοινότητα, ζει απομονωμένη και σχετικά αυτάρκης. Υπάρχει ομοιογένεια στις ασχολίες των ατόμων, από την εργασία μέχρι τον τρόπο ζωής και τις αντιλήψεις. Έτσι, η συνεκτικότητα της κοινωνίας είναι «σχεδόν εγγενής, μηχανική και δημιουργείται ένα σύνολο ομοιοτήτων». Αυτό ακριβώς το σύνολο ομοιοτήτων είναι που ορίζει ο Durkheim ως συλλογική συνείδηση. Τόσο η συλλογική συνείδηση όσο και η ατομική συνείδηση διαμορφώνονται από την πραγματικότητα, από τις συνθήκες του ιστορικού χρόνου και του κοινωνικού περιβάλλοντος. Για αυτό και οι κοινωνικές αξίες, οι αντιλήψεις και η κοινωνική συμπεριφορά δεν παραμένουν σταθερές και αμετάβλητες στο χρόνο.

Οι ανθρώπινες ανάγκες μεταβάλλονται στο χρόνο

Μέχρι το 18ο περίπου αιώνα κυριαρχούσαν στην παραγωγή οι μικρές αγροτικές κοινωνίες. Θεμέλιος λίθος αυτής της μορφής κοινωνιών ήταν η κοινότητα, η οποία αποτελούσε σημείο αναφοράς που καθόριζε τον προσδιορισμό της ταυτότητας των ανθρώπων αλλά και τη συμπεριφορά τους. Οι κοινωνικόοικονομικές αλλαγές που συντελέστηκαν με την εκβιομηχάνιση της παραγωγής και την αστικοποίηση, με την αντικάτασταση της φεουδαρχικής κοινωνίας από την καπιταλιστική, είχαν σημαντικό αντίκτυπο στη ζωή των ανθρώπων σε όλες τις πτυχές της. Η πλέουσα απουσία του υποστηρικτικού πλαισίου της κοινότητας, οι νέες οικονομικές ανάγκες, οι πολλές ώρες εργασίας, η αποκοπή του δημιουργού-τεχνίτη από το δημιούργημα-προϊόν, η έλλειψη επαφής με την ύπαιθρο είναι κάποιοι από τους παράγοντες που επηρεάζουν την καθημερινότητα των ανθρώπων, τις κοινωνικές τους σχέσεις και τις ψυχολογικές τους ανάγκες. Οι άνθρωποι χάνουν το σημείο αναφοράς τους και τις κλασσικές δομές κοινωνικοποίησης τους, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν την απουσία της αίσθησης του ανήκειν, του κοινού στόχου και κοινού νοήματος, την έλλειψη προσωπικής πεποίθησης και αξίας και τη δυσκολία αυτοπροσδιορισμού του εαυτού. Μέσα στην περίοδο των μεγάλων αλλαγών οι άνθρωποι δεν μπορούν να ανάγουν τους εαυτού τους ως μέλη κάποιας κοινωνικής ομάδας, εν απουσία κάποιας υποστηρικτικής κοινωνικής δομής που να τους συνενώνει. Έτσι τα προβλήματά τους βιώνονται ως προσωπικές αδυναμίες, προκαλώντας άγχος και χρόνια συναισθηματική δίψα. Μέσα στις νέες συνθήκες ζωής, οι ψυχολογικές ανάγκες απέκτησαν νέο περιεχόμενο,το οποίο εξαρτήθηκε από το περιβάλλον και τον τρόπο που επιχειρήθηκαν να ικανοποιηθούν.

Ο κοινωνικός ρόλος και η λειτουργία της Ψυχολογίας

Απάντηση στις νέες ψυχολογικές ανάγκες επιχείρησαν να δώσουν δύο τομείς: η οικονομία και η ψυχολογία, που σταδιακά αποκτά έδαφος με την ανάδυση προοδευτικών ρευμάτων και μεθόδων, από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η οικονομία προώθησε την κατανάλωση αγαθών σαν μια προσπάθεια αντιστάθμισης της συναισθηματικής ανάγκης με την ικανοποίηση υλικών αναγκών, πολλές φορές πλασματικών. Η ψυχολογία από την άλλη ανέπτυξε μεθόδους ψυχοθεραπείας σε μια απόπειρα να βοηθήσει στην απόδοση νοήματος, που οι άνθρωποι είχαν απολέσει. Η ψυχοθεραπεία είναι μια μέθοδος που προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στα εξατομικευμένα προβλήματα (σε πλήρη σύμπλευση με τον προαγώμενο ατομικισμό της σύγχρονης κοινωνίας) και την ανάγκη των ανθρώπων για κοινωνική επαφή και αλληλεξάρτηση για την επίλυση των προβλημάτων τους. Όντας μέσα σε νέα, μεγάλα και πολύπλοκα κοινωνικά συστήματα που δημιουργούν πιέσεις και απαιτήσεις, άτομα βιώνουν έναν πραγματικό αγώνα ύπαρξης και επιβίωσης.

Η συμβουλευτική και η θεραπεία δημιουργήθηκαν από την παραπάνω αναγκαιότητα για κάλυψη των κενών που αφήνει η απουσία υποστηρικτικού πλαισίου (συλλογικότητες) σε μια εποχή όπου επικρατεί η διάβρωση των ανθρώπινων σχέσεων, η αποξένωση και ο ατομικισμός. Ταυτόχρονα όμως η επιστήμη της ψυχολογίας, ιδίως η συμβουλευτική, επηρεάστηκε και από αυτό το κυρίαρχο (ατομικιστικό) μοντέλο ζωής και συχνά το ενσωματώνει στην προσέγγισή της. Για αυτό είναι αλήθεια πως η συμβουλευτική δεν ευδοκίμησε όταν εφαρμόστηκε σε άτομα ή κοινωνίες που ταυτίζονταν με συλλογικές πολιτισμικές παραδόσεις, καθώς ο ατομικισμός των περισσότερων προσεγγίσεών της περιορίζει τη δυνατότητα εφαρμογής τους.

Ωστόσο, αξίζει να υπογραμμίσουμε τη διπλή λειτουργία που μπορεί να προσφέρει μια καλή θεραπευτική σχέση. Η αρχική ανισορροπία ισχύος (θεραπευτής ως ειδικός, ως αυθεντία, ως κάτοχος των λύσεων, εν αντιθέση με τον πελάτη ως φορεά προβλημάτων, αδαή κλπ), παρότι αποτελεί θέμα διερεύνησης για την υπέρβαση της έντασης, μπορεί δυνητικά να αξιοποιηθεί υπέρ του συμβουλευόμενου, ανάλογα με τον προσανατολισμό και το στόχο της εκάστοτε προσέγγισης. Σε μια θετική θεραπευτική σχέση ο σύμβουλος ή ο ψυχοθεραπευτής μπορεί να «εξουσιοδοτήσει» τον πελάτη του ως άτομο που μιλά λογικά, αξίζει σεβασμό και προσοχή και είναι ικανό να επιλέξει και να δράσει κατά βούληση. Με αυτόν τον τρόπο, η θεραπευτική σχέση δε θα στοχεύει μονομερώς στην προσωπική ανάπτυξη του πελάτη για την υπέρβαση κάποιων προβλημάτων, αλλά συνδράμει δυναμικά στην κοινωνική ενσωμάτωση αυτού του ατόμου, καθώς του αφαιρεί τις ετικέτες του «προβληματικού», του παράφρονα, του αποδιοπομπαίου τράγου. Και αυτό κάνει την ψυχοθεραπεία μεγάλο πολέμιο του κοινωνικού αποκλεισμού και φροντιστή της ανθρώπινης υγείας.

Αυτή η κοινωνική ενσωμάτωση δε γίνεται με όρους εμπορευματοποίησης ή κατάρτισης των ατόμων να αποκτήσουν την «κατάλληλη προσωπικότητα» που υιοθετεί τις κοινωνικές νόρμες. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να ταυτίζεται με την επιβολή κοινωνικών προτύπων, σύμφωνα με τα οποία ο θεραπευτής θα βοηθήσει τον πελάτη να μπει σε συγκεκριμένα καλούπια. Αντιθέτως, πρόκειται για μια διαδικασία προσφοράς της άνευ όρων αποδοχής και του σεβασμού στη διαφορετικότητα και στις αποκλίσεις, ενώ ταυτόχρονα φροντίζει ώστε το άτομο να μάθει να ζει με επάρκεια και να αποκτήσει τις ικανότητες που χρειάζεται για να διαχειρίζεται τις απαιτήσεις της ζωής. Μπορούμε συνεπώς να πούμε πως υπάρχει μια διαλεκτικότητα ανάμεσα στους στόχους, την κοινωνική ενσωμάτωση και την προσωπική ανάπτυξη. Η προσωπική ευημερία δεν μπορεί να επιτευχθεί μακρυά από την κοινωνική επανένταξη, αλλά και αυτή με τη σειρά της χρειάζεται την απόκτηση βασικών δεξιοτήτων σε προσωπικό επίπεδο, ώστε το άτομο να εξελίσσεται και κοινωνικά.

Υπό αυτούς τους όρους, η ψυχοθεραπεία θα μπορούσε δυνητικά να συμβάλλει στη διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού, την υπέρβαση των υπάρχοντων σχημάτων που προωθούν την καταπίεση και εγκλωβίζουν την ανθρώπινη φύση σε σχέσεις ανισοτιμίας και ανισότητας. Θα μπορούσε να υπερβεί την αντίφαση της κοινωνικής αλλαγής μέσω εξατομικευμένων μεθόδων, αν καταφέρει να ανακαλύψει τη ρεαλιστική σύνδεση των ψυχολογικών αναγκών με το κοινωνικό περιβάλλον και να τη μετατρέψει σε κίνητρο και όπλο για την ανάπτυξη της συλλογικής συνείδησης, τον πυρήνα της αλλαγής.

Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την κατεύθυνση παίζουν ρεύματα, όπως η φεμινιστική και η πολυπολιτισμική συμβουλευτική, που μοιράζονται την πεποίθηση πως οι αγωνίες που βιώνουν πάρα πολλοί άνθρωποι οφείλονται στις καταπιεστικές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες. Οι συγκρούσεις που βιώνονται σε ατομικό επίπεδο δε μπορούν να επιλυθούν χωρίς αλλαγές στα συστήματα και στις δομές από τις οποίες προκύπτουν. Όπως επανειλλημένα έχει αναδείξει το φεμινιστικό κίνημα, το προσωπικό είναι πολιτικό («The personal is political», Carol Henisch, 2004). Καθώς όμως δεν υπάρχει πλήρης ομοιομορφία ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες με βάση το φύλο ή την εθνικότητα/φυλή/πολιτισμό, για παράδειγμα λόγω διαφοράς κοινωνικο-οικονομικού στάτους, η αναγνώριση και η διερεύνηση του κοινωνικού πλαισίου ως δείκτης που επηρεάζει τη συμπεριφορά και τον ψυχισμό μας, πρέπει να διευρυνθεί και να γενικευτεί.

Για αυτό το λόγο, παρά τις προβληματικές της σύγχρονης θεραπείας, δε πρέπει να προχωρούμε σε αφοριστικές απόψεις απέναντι στη χρησιμότητά της. Ναι, είναι αληθές πως η ψυχοθεραπεία σήμερα ιδιωτικοποιεί, παθολογικοποιεί και ψυχολογικοποιεί ό,τι στην πραγματικότητα είναι συγκρούσεις ανάμεσα στα άτομα και την ίδια την κοινωνία. Όμως η ανάγκη διερεύνησης των παραγόντων που οδηγούν σε αυτά τα συμπτώματα, τα οποία είναι ή τείνουν να αποτελέσουν δομικά χαρακτηριστικά της σημερινής κοινωνίας, είναι μεγαλύτερη από τον τρόπο που η ίδια τα αναπαράγει ή τα ανακυκλώνει. Η επιστήμη της ψυχολογίας, αν απαλλαχτεί από τα ιδεαλιστικά πρότυπα που ακόμη την καταδυναστεύουν και συνειδητοποίησει το ρόλο της ανάμεσα στις κοινωνικές επιστήμες, θα αποτελέσει βάση για την εξήγηση κοινωνικών φαινομένων και βοηθός στην ανακάλυψη αποτελεσματικών τρόπων παρέμβασης και αλλαγής της κοινωνικής πραγματικότητας.

socialpolicy.gr

Διαβάστε Επίσης  Ερώτηση του Κώστα Αρβανίτη στην Κομισιόν για την κατάργηση του αυτοδιοίκητου του ΚΕΘΕΑ από την κυβέρνηση

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!