“Άς ήταν παραμύθι…”

Της Ειρήνης Αδαμίδη,

Φοιτήτρια Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής,

Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

 

Μια φορά κι ένα καιρό κάπου στη Μέση Ανατολή, σ’ένα μέρος με τ’όνομα Συρία, για μια σείρα απο λόγους που δεν έχουν σημασία, ξέσπασε ένας σκλήρός και αιμοβόρος πόλεμος. Ο άμαχος λαός έτρεξε να φύγει να σώσει τη ζωή του, πληρώνοντας να επιβιβαστούν σε σάπιες ξεφούσκωτες βάρκες και να διασχίσουν προς μια ειρηνική στερία. Η κατάληξη ενός μεγάλου μέρους του λαού είναι στο λιμάνι του Πειραιά,σε άδεια κτίρια και παλίες αποθήκες.

Αρχικά, παρατηρώντας απλά τους χώρους και κάνοντας μια περιηγηση στις πύλες αντικρίζεις ένα πλήθος κόσμου να ζεί στο πάτωμα, σε άθλιες συνθήκες και με μάτια που φωνάζουν «και τώρα; Τι;». Τα κτίρια στα οποία αυτοί οι άνθρωποι ζούν είναι κενοί χώροι, με απαίσιο σύστημα εξαερισμού και κανένα τροπο θέρμανσης. Τα πατώματα είναι καλυμένα απο κουβέρτες και σακβουαγιάζ που οριοθετούν τα νέα τους σπίτια, ενώ ο αέρας μυρίζει απόγνωση και εξαθλίωση. Όπως ανέφερε ένας εθελοντής, οι πρόσφυγες προσπαθούν να μένουν κοντά στις οικογένειες τους και στα συγγενικά τους πρόσωπα, για να κρατούν ασφαλή ότι τους έχει απομείνει.

Βέβαια το ενδιαφέρουν μου κέρδισαν οι ίδιοι οι άνθρωποι, οι πρόφυγες. Τί να πρωτοπεί κανείς γι αυτούς τους ανθρώπους; Άνθρωποι με ψυχή ήρωα, ανεπτυγμένη την ανάγκη της επιβίωσης και θέληση για ζωή. Μάνες με δύο μωρά στην αγκαλιά και το μεγαλύτερο φόβο μη τα χάσουν απ τα μάτια τους. Μάνες που αγωνίζονται να βρούν είδη πρώτης ανάγκης για τα βρέφη τους, ρουχαλάκια και παιδικά καροτσάκια. Πατέρες που αγωνίζονται να προσφέρουν βοήθεια και ασφάλεια στην οικογένεια τους. Μικρά παιδία που τριγυρνούν χαμένα γύρω γύρω ,όμως ακόμη με διακριτή την παιδική τους αθωότητα στα χαμόγελα τους. Μικρά παιδια γέματα θέληση για παιχνίδι. Άδειες κούτες, ξεφούσκωτες μπάλες και λερωμένα κουκλάκια είναι για κείνα χρυσάφι στα χέρια τους.

Μάλιστα εντύπωση μου έκανε ένα 11 χρονο αγοράκι που μας προσέγγισε καθώς μοιράζαμε τρόφιμα, απλώς για να χαζεύει. Αργότερα, αφου όλοι είχαν πάρει μου έδειχνε τη τελευταία χαλασμένη μπανάνα και τη ζητουσε με τόση λαχτάρα. Στη συνέχεια παίξαμε, μαζι και με άλλα παιδάκια και εκείνος δεν έχανε στιγμη απο δίπλα μας. Όταν το παιχνίδι τελείωσε έφυγε τρέχοντας για να μας φέρει αντισυπτικά μαντηλάκια,απο εκείνα που του είχαν δωσεί νωρίτερα,να καθαρίσουμε τα χέρια μας. Πήγε να πλύνει τα δοντακια του και καθαρίστηκε και εκείνος με τα μαντηλάκια ακόμη και στο κεφάλι πάντα χαμογελαστός και πρόθυμος. Στο τέλος μας χαιρέτησε θερμά και αλλάξαμε δρόμους. Ένιωσα πως το αγοράκι είχε ανάγκη να «πιαστεί» απο κάπου, να προσφέρει σε αυτούς που του προσφέρουν.

Δεν μπορώ να μην τονίσω, αυτό που δεν περίμενα να δω, την θέληση των προσφύγων να βοηθήσουν στο έργο των εθελοντών για τους ίδιους τους πρόφυγες.΄Επειτα απο τόση ταλαιπωρία και αγώνα, αυτοί οι άνθρωποι βάζουν ένα χεράκι βοηθείας, περιμένουν υπομονετικά στη σειρά τους και δεν δημιουργούν καμία φασαρία. Απ’την άλλη όμως πρέπει να σημιωθεί η ασύλληπτη προθυμία του κόσμου, εθελοντές κάθε ηλικίας και κάθες χώρας προσφέρουν ότι μπορούν. Εθελοντικές οργανώσεις, ΜΚΟ, πολίτες και κάπου κάπου και το ελληνικό κράτος προσφέρουν τρόφιμα, ρουχισμό, είδη πρώτης ανάγκης και ιατρική περίθαλψη. Ώστόσο υπάρχει ακόμη τεράστια ανάγκη για φάρμακα, γιατρούς και εργατικά χέρια.

 —   Εσύ, που κοιτάς απο μακριά, μη κοιτάς άλλο, πράξε. Είναι άνθρωποι, είναι παιδιά, είναι ζωές, ανάσες και μυαλά που σε χρειάζονται.

—    Είναι ένας πόλεμος λοιπόν, και μια πραγματικότητα, δεν είναι παραμύθι. Και δεν ζήσαν αυτοί καλά. Και άραγε εμείς ζούμε καλύτερα;

Κράτα το

Διαβάστε Επίσης  10ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Balkans Beyond Borders | Αφιέρωμα: Νέοι και Εργασία / Γυναίκες και Εργασία

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!