Η εργασία των γονέων η ισχυρότερη ασπίδα προστασίας κατά της παιδικής φτώχειας

 

M. Vaalavuo *

Μετάφραση/ Απόδοση: Ντούνης Ανδρέας

Τα παιδιά είναι πιθανότερο να ζουν σε συνθήκες φτώχειας από ότι οι ενήλικες. Σχεδόν 20 εκατομμύρια παιδιά στην Ευρώπη, περισσότερο δηλαδή από 1 στα 5 παιδιά, ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας (ποσοστό φτώχειας 21,1% συγκριτικά με το 16,3% για τους ανθρώπους άνω των 18 ετών). Από την αρχή της οικονομικής κρίσης, η παιδική φτώχεια έχει αυξηθεί στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή είναι μία ανησυχητική τάση καθώς οι συνθήκες διαβίωσης και το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά είναι εξαιρετικά σημαντικά για την υγιή τους ανάπτυξη.

Τα παιδιά είναι περισσότερο ευάλωτα στις καταστρεπτικές συνέπειες της φτώχειας και των μακροχρόνιων επιπτώσεών της από ότι οι ενήλικες. Έτσι, ειδικότερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί σε παιδιά που διαβιούν σε οικογένειες χαμηλού εισοδήματος, ούτως ώστε να διασφαλιστούν οι ίσες ευκαιρίες για όλα τα παιδιά και να «σπάσει η αλυσίδα» της διαγενεακής μεταβίβασης της μειονεξίας. Η διαβίωση σε συνθήκες φτώχειας συχνά μεταφράζεται σε περιορισμένη πρόσβαση σε υγειονομική φροντίδα, σε υψηλότερο κίνδυνο σχολικής διαρροής και μεταγενέστερη ανεργία και φτώχεια, καθώς και μη-επίτευξη – εν γένει – της ολότητας των δυνατοτήτων ενός ατόμου.

Ένταση εργασίας στο νοικοκυριό και παιδική φτώχεια: ένας ισχυρός «σύνδεσμος»

Η σημασία της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό έχει τονιστεί πολλάκις – τόσο από την οπτική της ισότητας των φύλων όσο και από την οπτική της οικονομικής προόδου. Επιπρόσθετα, η απομάκρυνση των εμποδίων για την απασχόληση των γονέων είναι επιθυμητή εξαιτίας της δυνατότητας μείωσης της φτώχειας σε επίπεδο νοικοκυριού εν γένει αλλά και ειδικότερα μέσω της δυνατότητας μείωσης της παιδικής φτώχειας.

Κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών έχει γενικευτεί το πρότυπο των δύο πηγών εισοδημάτων (dual-earnership), εννοώντας τις περιπτώσεις που και οι δύο ενήλικοι του νοικοκυριού εργάζονται. Αυτό σημαίνει ότι το διπλό εισόδημα σε μία οικογένεια έχει μετατραπεί σε νόρμα ως αποτέλεσμα των κοινωνικο-πολιστικών αλλαγών αλλά και ως ένας τρόπος ανταπόκρισης στις οικονομικές υποχρεώσεις. Ως συνέπεια, πολλά νοικοκυριά με μία και μοναδική πηγή εισοδήματος (συμπεριλαμβανομένων και των μονογονεϊκών οικογενειών), καθώς και τα παιδιά που διαβιούν εντός τους, αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο φτώχειας.

Το γράφημα που ακολουθεί απεικονίζει τον δραματικά υψηλό κίνδυνο φτώχειας των παιδιών που διαβιούν σε νοικοκυριά πολύ χαμηλής έντασης εργασίας: 67,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Σλοβακία, την Σλοβενία και τη Ρουμανία περισσότερο από το 90% των παιδιών που ζουν σε αυτές τις οικογένειες αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο φτώχειας. Η αναλογία είναι επίσης πολύ υψηλή σε χώρες που εντούτοις σημειώνουν καλές «επιδόσεις» σε όρους παιδικής φτώχειας: 37% στη Δανία και 43% στην Φινλανδία.

«Μετακινούμενοι» από την συνθήκη χαμηλής έντασης εργασίας στην κατάσταση μέτριας έντασης εργασίας (π.χ. ένας από τους δύο γονείς εργάζονται) μειώνεται σε σημαντικό βαθμό ο κίνδυνος φτώχειας των παιδιών σε επίπεδο ΕΕ στο 27,5% (σύνολο ΕΕ), αλλά αυτό το ποσοστό συνεχίζει να είναι σημαντικά υψηλότερο από αυτό των παιδιών που διαβιούν σε νοικοκυριά όπου και οι δύο γονείς εργάζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Αυτό σημαίνει ότι η εργασία μπορεί να επιτελέσει έναν σημαντικό ρόλο στην πρόληψη ή/ και στην απομάκρυνση των ατόμων από την φτώχεια.

Διαβάστε Επίσης  Οι δράσεις και οι θεσμικές παρεμβάσεις του Υπουργείου Εργασίας για την ισότητα των φύλων, την προστασία της μητρότητας και την καταπολέμηση της ανεργίας των γυναικών

Παρόλα αυτά, ακόμη και η πολύ υψηλή ένταση εργασίας δεν είναι πάντα ικανή και αναγκαία συνθήκη για την στήριξη των εισοδημάτων των οικογενειών με παιδιά και την εξάλειψη της παιδικής φτώχειας: το 18% των παιδιών στη Ρουμανία και περισσότερο από το 9% των παιδιών στη Λετονία, τη Λιθουανία και το Λουξεμβούργο που διαβιούν σε νοικοκυριά με πολύ υψηλή ένταση εργασίας αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας (μέσος όρος ΕΕ – 6,3%). Ενώ η εργασία ως η «καλύτερη μορφή κοινωνικής προστασίας» έχει λάβει ολοένα και μεγαλύτερη σημασία σε πολλές χώρες, τα συστήματα πρόνοιας θα πρέπει επίσης να προστατεύουν τα παιδιά που διαβιούν σε νοικοκυριά που αποκλείονται από την αγορά εργασίας και να βοηθήσουν όσους παρότι εργάζονται δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά (το εντεινόμενο φαινόμενο των εργαζόμενων φτωχών – (the working poor)

Children_at_risk_of_poverty_2014

Σημείωση: Η ένταση εργασίας μετράται για όλα τα άτομα ηλικίας 18-59 ετών που διαβιούν στο νοικοκυριό. Η πολύ χαμηλή ένταση εργασίας ισούται με ένταση εργασίας κάτω του 20% (π.χ. σε ένα νοικοκυριό δύο ενηλίκων – ανώτατη ετήσια ένταση εργασίας 24 μηνών – αυτό σημαίνει ότι ένας ενήλικος δουλεύει το περισσότερο 4,8 μήνες ετησίως) και μέτρια ένταση εργασίας ισούται με ένταση εργασίας στο 45-55% (π.χ. σε ένα νοικοκυριό δύο ενηλίκων, ένας ενήλικος δουλεύει ολόκληρο το έτος). Ο κίνδυνος φτώχειας (at-risk-of-poverty) μετράται ως το 60% του διάμεσου διαθέσιμου εισοδήματος της χώρας. Πηγή: Eurostat [ilc_li06].

 

Διαβάστε Επίσης  Διεθνής Ημέρα Αγρότισσας 2018: Βιώσιμες υποδομές, υπηρεσίες και κοινωνική προστασία για την ισότητα των φύλων και την ενδυνάμωση των γυναικών και κοριτσιών της υπαίθρου

Ο ρόλος των χρηματικών επιδομάτων για την αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας

Σε συνδυασμό με την βοήθεια προς τους γονείς ώστε να συνδυάζουν την επαγγελματική και την οικογενειακή τους ζωή, η υποστήριξη των οικογενειών με χρηματικά επιδόματα είναι αναγκαία. Τα οικογενειακά επιδόματα συνιστούν ένα σημαντικό τμήμα του οικογενειακού εισοδήματος στο κάτω άκρο της εισοδηματικής κατανομής σε πολλές χώρες της ΕΕ. Για παράδειγμα, στην Ιρλανδία το 40% του εισοδήματος των νοικοκυριών στα κατώτερα πεμπτημόρια προέρχεται από οικογενειακά επιδόματα, στην Ουγγαρία το 39% και στο Ηνωμένο Βασίλειο το 33%. Έτσι, η περικοπή αυτών των επιδομάτων, όπως συνέβη σε αρκετές χώρες της Ε.Ε. τα τελευταία έτη, θα βλάψει σε σημαντικό βαθμό τις οικογένειες με περιορισμένους πόρους – τις φτωχότερες οικογένειες – και θα αυξήσει την παιδική φτώχεια και τις μακροχρόνιες αρνητικές συνέπειές της.

Η αντιμετώπιση της πολυπαραγοντικής διάστασης της φτώχειας για ένα καλύτερο μέλλον: απασχόληση σε συνδυασμό με κοινωνική προστασία

Η εισοδηματική φτώχεια αποτελεί ασφαλώς μόλις μία πτυχή της πολυπαραγοντικής διάστασης της φτώχειας που επηρεάζει τα παιδιά και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν σε συνδυασμό με άλλες διαστάσεις όπως η πρόσβαση στην εκπαίδευση, τη φροντίδα υγείας και άλλες υπηρεσίες. Έτσι, η αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας και της μειονεξίας απαιτεί μία ολιστική προσέγγιση που να ενσωματώνει τα δικαιώματα των παιδιών σε όλες τις πολιτικές. Επιπρόσθετα, η αποφυγή των πολιτικών που αφορούν τα παιδιά στο βραχυχρόνιο διάστημα διαιωνίζει την διαγενεακή μειονεξία και παράγει κόστη που σχετίζονται με την ανεργία και την φτώχεια στο μέλλον. Αντί τούτου, η επένδυση στις οικογένειες με παιδιά μπορεί να αποτελέσει ένα μέσο πρόληψης των κοινωνικών προβλημάτων του μέλλοντος με όρους αποτελεσματικότητας ως προς το κόστος.

Τα (θετικά) αποτελέσματα για τα παιδιά αποτελούν έναν θεμελιώδη παράγοντα που επιδρά στην μακροχρόνια κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Η επένδυση στην παιδική ηλικία αποτελεί το κλειδί για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που σχετίζονται με τις γηράσκουσες κοινωνίες στην Ευρώπη, τόσο σε όρους αντίκτυπου στα παιδιά καθώς μεγαλώνουν όσο και στο άμεσο αντίκτυπο για τις οικογένειες μέσω της εισοδηματικής στήριξης και των υπηρεσιών που καθιστούν ικανούς τους γονείς να εργάζονται.

* Author: M. Vaalavuo works as a socio-economic analyst in the analytical unit of DG EMPL.

 

http://ec.europa.eu/social

socialpolicy.gr

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!