Η μετάλλαξη του κοινωνικού κράτους

 

Θάνος Κανελλόπουλος

Πολιτικός Επιστήμονας-Κοινωνιολόγος

Η καταβαράθρωση κεκτημένων ολόκληρων δεκαετιών σε εργασιακά και ασφαλιστικό καταδεικνύουν με τον πιο εμφατικό τρόπο το γεγονός ότι η Ελλάδα συνιστά τρανό παράδειγμα μετάβασης, με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, από ένα ιδιότυπο μοντέλο κοινωνικού – παροχικού κράτους για τα δεδομένα της Ευρώπης σε ένα καινούργιο τύπο, με κύριο χαρακτηριστικό την σμίκρυνση ή «αποκένωση» του κρατικού τομέα. Η κοινωνική ασφάλιση, η προστασία ανέργων, ηλικιωμένων και αναπήρων, η δωρεάν παιδεία, η προστασία της εργασίας, του γάμου και της οικογένειας, παρότι σε συνταγματικό επίπεδο έχουν κατοχυρωθεί ως θεμελιώδη δικαιώματα, στην πραγματικότητα φαλκιδεύονται από τις απόπειρες βίαιης αναδιανομής του πλούτου, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στη χώρα. Η απαγκίστρωση των ευπαθών ομάδων από τη κηδεμονία του κράτους, σηματοδοτεί νέες μορφές κοινωνικής υπηρεσίας, που πόρρω απέχουν από τις μέχρι πρότινος εμπεδωμένες μορφές κοινωνικής μέριμνας και παροχών.

  Η ανάδυση του κοινωνικού κράτους στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης ταυτίστηκε με την μεταπολεμική ευφορία και την οικοδόμηση της ευρωπαϊκής ηπείρου, στη βάση μιας σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, που προέκυψε μέσα από το σύστημα του Bretton Woods. Η χρυσή τριακονταετία (1945-1975) σημαδεύτηκε από μία σειρά νέων πολιτικών κεϋνσιανού χαρακτήρα, με αφετηρία το New Deal την περίοδο του Μεσοπολέμου στην Αμερική, έχοντας ως κύριο συστατικό τον κρατικό παρεμβατισμό και την τόνωση της ζήτησης. Το νέο σύστημα των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών προέβλεπε την πλήρη απασχόληση, τη μηδενική ανεργία, τους γοργούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, τα χαμηλά ποσοστά πληθωρισμού, τη σταθερότητα των ενεργειακών πηγών, τη μαζική κατανάλωση, καθώς και τη μαζική παραγωγή βασισμένη στο φορντικό μοντέλο. Παράλληλα, μία σειρά δικαιωμάτων, όπως αυτό της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, θεσπίστηκαν συνταγματικά στην Ευρώπη, ενώ σε οικονομικό επίπεδο σημειώθηκε η μετάβαση από τον πρωτογενή στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα της οικονομίας, συντελώντας στη διαδικασία του αστικού εκσυγχρονισμού, που είχε ξεκινήσει ήδη τον 19ο αιώνα.

   Οι απαρχές του μοντέλου κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων απέναντι σε κινδύνους ασθένειας, εργατικών ατυχημάτων, αναπηρίας και γηρατειών εντοπίζονται κατά την περίοδο του Bismarck, λίγο μετά το 1870, ενώ στην προέκταση του συστήματος αυτού βρίσκεται το σύστημα Beveridge (1942) στην Αγγλία, το οποίο προέβλεπε την ασφάλιση όλων των πολιτών ανεξαρτήτως συμβολής στην παραγωγική διαδικασία και αποτέλεσε τη βάση για το Ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Σε μία από τις πιο γνωστές τυπολογίες, όπως αυτή του Δανού Esping-Andersen, αποτυπώθηκαν οι τρεις διαφορετικοί τύποι προνοιακού καπιταλισμού στην Ευρώπη, με πρώτο το συντηρητικό – κορπορατιστικό μοντέλο (Γερμανία, Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία) στο οποίο τα δικαιώματα δεν είναι καθολικά, αλλά απευθύνονται μόνο στους εργαζόμενους, δεύτερο το σοσιαλδημοκρατικό – σκανδιναβικό μοντέλο με κοινωνικές υπηρεσίες καθολικού χαρακτήρα, που δεν περιορίζονται μόνο σε όσους συνεισφέρουν σε επίπεδο φορολογίας και το τρίτο το Αγγλοσαξονικό ή Φιλελεύθερο μοντέλο το οποίο τείνει να διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες. Το ελληνικό μοντέλο κοινωνικού κράτους πρόνοιας συνιστά μία εξόχως ξεχωριστή περίπτωση, η οποία θα μπορούσε να ενταχθεί στον τύπο κοινωνικού κράτους, που ο Ferrera διακρίνει και συναντάται στη νότια Ευρώπη, με την οικογένεια και τα τοπικοσυγγενικά δίκτυα να διαδραματίζουν νευραλγικό ρόλο στην παροχή κοινωνικής φροντίδας, υποκαθιστώντας τον ρόλο του κράτους, κάτι απολύτως εμφανές στις μέρες μας.

Διαβάστε Επίσης  Η κατάσταση της υγείας στην ΕΕ | Προφίλ υγείας: Ελλάδα 2019

   Παρότι ψήγματα κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (ΝΑΤ, ταμείο περιθάλψεως από ατυχήματα), επί πρωθυπουργίας Βενιζέλου γίνονται τα πρώτα βήματα κοινωνικής πολιτικής. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου αρκετά ταμεία ιδρύονται (ΤΕΒΕ, ΙΚΑ, ΤΣΜΕΔΕ) και εν συνεχεία, το μετεμφυλιακό κράτος αναλαμβάνει σωρεία πρωτοβουλιών, ως κράτος-επιχειρηματίας, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’60, σημειώνοντας φρενήρεις ρυθμούς ανάπτυξης. Ωστόσο, η δεκαετία του ’80 μπορεί να θεωρηθεί ως η εποχή που κατά κάποιον τρόπο το ελληνικό κοινωνικό μοντέλο προσέγγισε την υπόλοιπη Ευρώπη σε επίπεδο κοινωνικών παροχών. Σε μία περίοδο που το Ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο δεχόταν μία ανελέητη επίθεση από την επικράτηση συντηρητικών κυβερνήσεων (Thatcher, Reagan), την εφαρμογή ήδη από τη δεκαετία του ’70 νεοφιλελεύθερων πολιτικών (Σχολή του Σικάγο) και την εν γένει επίθεση στο μέχρι τότε υπερχρεωμένο και εξαντλημένο κράτος (government overload) από θεωρητικούς όπως ο Buchanan, ο Pain και ο Nozick, η Ελλάδα εφάρμοσε μέτρα κοινωνικής πολιτικής. Η ίδρυση του ΕΣΥ, η επέκταση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους αγρότες, τα προγράμματα εργατικής κατοικίας, τα ΚΑΠΗ, ο κοινωνικός τουρισμός, η ασφαλιστική κάλυψη όλων των εργαζομένων από το ΙΚΑ και η αλλαγή του κώδικα οικογενειακού δικαίου αποτέλεσαν σημαντικές προσθήκες αναφορικά με τον παροχικό ρόλο του ελληνικού κράτους.

   Η εξάντληση των ορίων του κράτους πρόνοιας στην Ελλάδα σηματοδοτήθηκε τη δεκαετία του ’90 με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και τη μελλοντική προοπτική ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ. Το απαιτούμενο χαμηλό δημόσιο έλλειμμα και δημόσιο χρέος, αλλά και ο απαραίτητος χαμηλός πληθωρισμός σε συνδυασμό με τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού, ήρθαν σε πλήρη αντίθεση με το εκτοξευμένο στα ύψη δημόσιο χρέος και το υπερχρεωμένο κράτος υπηρεσιών, δομημένο σε ένα σαθρό σύστημα πελατειακών σχέσεων. Η τελευταία πενταετία, υπό το βάρος πρωτόγνωρων υφεσιακών μέτρων επιβαλλόμενων από μία άκρως συντηρητική Ευρωπαϊκή Ένωση, στο όνομα της δημοσιονομικής εξυγίανσης, έχει οδηγήσει στη συρρίκνωση των κοινωνικών υπηρεσιών. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν το ευρωπαϊκό μοντέλο κοινωνικού κράτους, με εξαίρεση ίσως τις σκανδιναβικές χώρες, θα καταφέρει να επιβιώσει μεταλλασσόμενο σε ένα νέο τύπο διαφορετικό από αυτό που μέχρι πριν λίγες δεκαετίες η Ευρώπη γνώρισε. Το ελληνικό παράδειγμα δείχνει ότι ευπαθείς ομάδες και μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης αποκόπτεται με ξαφνικό και βίαιο τρόπο από τις κοινωνικού τύπου κρατικές υπηρεσίες.

Διαβάστε Επίσης  Κοινωνική Πολιτική - Επιστημονικό Περιοδικό Επιστημονικής Εταιρείας Κοινωνικής Πολιτικής, 11ο τεύχος

Η απουσία του κράτους από το πεδίο των κοινωνικών παροχών έχει οδηγήσει σε νέες μορφές αυτο-οργάνωσης με κύριο συστατικό τον εθελοντισμό. Κοινωνικά ιατρεία, κοινωνικά παντοπωλεία, συλλογή τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης, δωρεάν φροντιστήρια και συμβουλευτικές πάσης φύσεως υποκαθιστούν βασικές κρατικές λειτουργίες. Μέσα σε αυτό το σκηνικό κρατικής αποσύνθεσης, ο θεσμός της οικογένειας διαδραματίζει πλέον μείζονα ρόλο, καθώς έχει αναχθεί σε εγγυητή των βασικών για την επιβίωση κοινωνικών παροχών, ειδικά για τη νέα γενιά.

  Το ελάχιστο πακέτο προνοιακών μέτρων (safety net), όπως έχει διαμορφωθεί από τους θεσμούς της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που εγείρονται από τις ραγδαίες οικονομικές, δημογραφικές και κλιματολογικές αλλαγές. Οι όποιες επιδοματικές πολιτικές, το μέτρο του κατώτατου μισθού, η κοινωνική ασφάλιση και τα εργασιακά δικαιώματα τίθενται σε αμφισβήτηση από τις μονεταριστικού τύπου πολιτικές που κυριαρχούν παγκοσμίως. Η συνεχής υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την περαιτέρω επιβολή λιτότητας, αφήνοντας τις όποιες εναπομείνασες υπηρεσίες και παροχές σε ιδιωτικούς φορείς. Σαφώς και η Χρυσή Τριακονταετία δεν πρόκειται να επιστρέψει για την Ευρώπη, το κράτος ωστόσο οφείλει να διασφαλίσει μία σειρά βασικών κοινωνικών υπηρεσιών με γνώμονα την ισότητα και τον καθολικό χαρακτήρα, κόντρα στην γενικότερη τάση απομείωσής του και αναγωγής του σε κράτος-πλοηγό.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!