Μορφές μη συμμόρφωσης προς τον νόμο – Η Πολιτική Ανυπακοή

 

Χρυσούλα Τζώρτζη*

Ο Rawls ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που έδωσε έναν συστηματικό ορισμό για την πολιτική ανυπακοή. Μια συνταγματική θεωρία της πολιτικής ανυπακοής έχει τρία μέρη. Πρώτον πρέπει να οριοθετεί το είδος της διαφωνίας και το διαχωρίζει από άλλες μορφές εναντίωσης σε δημοκρατικά νομιμοποιούμενες κρατικές αρχές. Οι μορφές αυτές καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων που χαρακτηρίζεται από τις νόμιμες διαδηλώσεις και τις εκούσιες παραβιάσεις του νόμου. Δεύτερον πρέπει να απομονώνει τους λόγους της πολιτικής ανυπακοής και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δικαιολογείται μια τέτοια δράση μέσα σε ένα (κατά το μάλλον ή ήττον) δίκαιο δημοκρατικό καθεστώς. Τρίτον η θεωρία οφείλει να εξηγήσει τον ρόλο της πολιτικής ανυπακοής στο πλαίσιο ενός συνταγματικού συστήματος και να δικαιολογήσει την καταλληλότητα αυτού του τρόπου διαμαρτυρίας στο πλαίσιο μιας ελεύθερης κοινωνίας [1]

Πολιτική ανυπακοή ορίζεται λοιπόν ως δημόσια, μη βίαιη, συνειδησιακή αλλά παρ’ όλα αυτά πολιτική δράση που εκδηλώνεται ενάντια στον νόμο, με σκοπό συνήθως τη μεταβολή του νόμου ή των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης. Επίσης δεν απαιτείται η πράξη πολιτικής ανυπακοής να παραβιάζει τον ίδιο τον νόμο εναντίον του οποίου στρέφονται οι σχετικές διαμαρτυρίες. Έτσι καταφεύγοντας στην πολιτική ανυπακοή, μια μειοψηφία φέρνει κατ’ ανάγκην την πλειοψηφία αντιμέτωπη με το δίλημμα είτε να αποδεχθεί αυτή την ερμηνεία των ενεργειών της, είτε να αναγνωρίσει, ενόψει του κοινού αισθήματος δικαιοσύνης, τη νομιμότητα των αιτημάτων της μειοψηφίας. [2]

Στην αφαιρετική του διατύπωση ο ορισμός του Rawls εμφανίζει μιαν αναμφισβήτητη τάση διεύρυνσης των ορίων της δικαιολογημένης ανυπακοής σε σχέση με την κυρίαρχη αντίληψη στο φιλελευθερισμό της εποχής του. Ο ορισμός ξεκαθαρίζει ότι η ανυπακοή δεν χρειάζεται να λαμβάνει υποχρεωτικά άμεση μορφή, να διεξάγεται δηλαδή μέσω της παραβίασης του άδικου δίκαιου και μόνο. Επιπλέον, δείχνει να υπονοεί ότι η μη συμμόρφωση δεν αποτελεί μόνο ατομική δυνατότητα των ίδιων των αδικούμενων, νομιμοποιείται επίσης και ως μορφή αλληλεγγύης προς αυτούς. Πάνω απ’ όλα, και σε αντίθεση με την κλασική φιλελεύθερη αντίληψη, ο ορισμός ξεκαθαρίζει ότι η ανυπακοή συνιστά μορφή πολιτικού αγώνα, εφόσον εκκινεί από μια δημόσια αντίληψη πολιτικής δικαιοσύνης, κατατείνει στην ανοιχτή εναντίωση στην αδικία και στοχεύει σε θεσμικές μεταβολές. [3]

Επιπρόσθετα η πολιτική ανυπακοή αποτελεί μια έκφραση ανυπακοής στον νόμο, αλλά βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο (έστω και στις παρυφές) της πίστης σε αυτόν. Η δημόσια και μη βίαιη φύση της πράξης καθώς και η ετοιμότητα να αποδεχθεί κανείς τις νόμιμες συνέπειες της συμπεριφοράς του, εκφράζουν ταυτόχρονα την πίστη στον νόμο. Γι’ αυτό τον λόγο είναι αναγκασμένος να καταβάλει ορισμένο τίμημα προκειμένου να πείσει τους άλλους ότι οι πράξεις μας βρίσκουν επαρκή ηθική θεμελίωση στις πολιτικές πεποιθήσεις της κοινότητας. [4]

Η πιθανόν κριτική στάση του ανυπάκουου έναντι των επικρατουσών αντιλήψεων περί δικαιοσύνης δεν σημαίνει την απαλλαγή του από το ηθικοπολιτικό βάρος να αποδείξει τον σοβαρό χαρακτήρα της αδικίας στην οποία αντιτίθεται, την ευλογοφάνεια των απόψεων του και την ειλικρίνεια των προθέσεων του. Η ανυπακοή λοιπόν μπορεί να εκδηλώνεται εξωθεσμικά, αλλά σε καμία περίπτωση εν απουσία θεσμών. [5]

Η συνταγματική θεωρία της πολιτικής ανυπακοής εδράζεται αποκλειστικά σε ορισμένη αντίληψη περί δικαιοσύνης. Στηρίζεται σε αρχές δικαιοσύνης του κοινού νου, τις οποίες οι άνθρωποι αξιώνουν ο ένας τον άλλο να ακολουθεί, και όχι σε διακηρύξεις θρησκευτικής πίστης και αγάπης, που δεν μπορούν να αξιώσουν να αποδέχεται ο καθένας. Έτσι η θεωρία της πολιτικής ανυπακοής συμπληρώνει την αμιγώς νομική αντίληψη της συνταγματικής δημοκρατίας: επιχειρεί να διατυπώσει τους λόγους για τους λόγους για τους οποίους θα μπορούσε κανείς να εκφράσει τη διαφωνία του με τη νόμιμη δημοκρατική αρχή με τρόπους, που ενώ είναι ομολογουμένως παράνομοι, εκφράζουν ωστόσο την πίστη στον νόμο και επικαλούνται τις θεμελιώδεις πολιτικές αρχές ενός δημοκρατικού καθεστώτος. [6]

* Χρυσούλα Τζώρτζη, Ειδικά Θέματα Φιλοσοφίας του δικαίου: Πολιτική Ανυπακοή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών, Τομέας Θεωρίας και Μεθοδολογίας των Κοινωνικών Επιστημών, Ρέθυμνο 2016.


Πηγές

[1] Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 423-429).

[2] Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 423-429).

[3] Γαρυπίδης, Ανυπακοή του πολίτη και δημοκρατική αρχή: Μια κριτική προσέγγιση στην αντίληψη του σύγχρονου φιλελευθερισμού για την δικαιολογημένη μη συμμόρφωση στο νόμο, στο Η δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας: Μελέτες χαριστήριες στον Ζήση Παπαδημητρίου, Αθήνα: Σαββάλας, 2011 (σελ.234).

[4] Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 427).

[5] Γαρυπίδης, Ανυπακοή του πολίτη και δημοκρατική αρχή: Μια κριτική προσέγγιση στην αντίληψη του σύγχρονου φιλελευθερισμού για την δικαιολογημένη μη συμμόρφωση στο νόμο, στο Η δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας: Μελέτες χαριστήριες στον Ζήση Παπαδημητρίου, Αθήνα: Σαββάλας, 2011 (σελ. 241).

[6] Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 423-429).

Διαβάστε Επίσης  Mary Evans: Για τον έμφυλο εαυτό

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!