Σιωπηρές Συμβάσεις Εργασίας σε Περίοδο Κρίσης

Άρης Ασπρούλης

Υποψήφιος Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας

Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής

Πάντειο Πανεπιστήμιο

 Το πρόβλημα

Ένα μεγάλο κομμάτι αυτού που αποκαλούμε «εργασία» είναι αποτέλεσμα των αντιλήψεων και των σχέσεων που διαμορφώνουν οι άνθρωποι για την εργασία, οι οποίες σχηματοποιούνται τόσο προτού εισέλθει κάποιος στην αγορά εργασίας, όσο και αφού εισέλθει σε αυτή.

Πριν την είσοδο στην αγορά εργασίας οι αντιλήψεις των ανθρώπων για την εργασία δημιουργούνται μέσα από τα πρότυπα, τα όνειρα, τις προσδοκίες και τις ανάγκες που διαμορφώνει κάποιος στις κοινωνικές ομάδες που ανήκει πριν την εργασιακή του ένταξη – όπως το σχολείο, η οικογένεια, η γειτονιά – και μέσα από αντικειμενικές παραμέτρους και περιορισμούς που τον προσδιορίζουν και καθορίζουν του πρώτους του κοινωνικούς ρόλους –όπως το φύλο, η τάξη και η εθνική προέλευση.

Μετά την είσοδο στην αγορά εργασίας οι αντιλήψεις των ανθρώπων για την εργασία αναδιαμορφώνονται επιπλέον και μέσα από την ανάπτυξη ιδεών και σχέσεων που δημιουργούνται μέσα στο ίδιο το επάγγελμα και στις αγορές εργασίας. Το κάθε επάγγελμα και η κάθε αγορά εργασίας, φέρει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τις δικές της  παραδόσεις, τις δικές τυπικές και άτυπες αρχές και που ενδυναμώνουν την παραμονή κάποιου σε μια δουλειά και την ενσωμάτωσή του στο πνεύμα της εργασίας και του επαγγέλματος. Λόγω των αντικειμενικών συνθηκών εργασίας σε ένα επάγγελμα και μέσα από τα ρητά και άρρητα κοινωνικά δίκτυα των εμφανών και αφανών συμφερόντων που ενυπάρχουν σε μια αγορά εργασίας, η διαδικασία παραγωγής του εργαζόμενου και της εργασίας ελέγχεται και αναπαράγεται κοινωνικά.

Τι είναι οι «σιωπηρές συμβάσεις εργασίας» και γιατί τις μελετάμε;

Το κομμάτι αυτό της εργασίας (των αντιλήψεων και των σχέσεων που αναπτύσσονται για την εργασία) ονομάζεται «ανεπίσημο μέρος της εργασίας» ή «μη θεσμοθετημένο». Το «ανεπίσημο» αυτό πλαίσιο (ή «άτυπο» ή «μη θεσμοθετημένο») διεξαγωγής της εργασίας λαμβάνει χώρα ταυτόχρονα με το επίσημο πλαίσιο διεξαγωγής της. Οι κοινωνικές συμβάσεις που συνάπτονται εντός του πλαισίου αυτού, εξετάζονται από την κοινωνιολογία και ορίζονται ως «σιωπηρές συμβάσεις εργασίας» (implicit contracts). Οι «σιωπηρές συμβάσεις εργασίας» αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας παραγωγής της εργασίας καθώς είναι αποτέλεσμα των αντιλήψεων, των αξιών, των προτύπων, των φιλοδοξιών, των ονείρων, των προσδοκιών και των σχέσεων που απαντώνται μέσα στην εργασία. Οι «σιωπηρές συμβάσεις εργασίας» διαμορφώνονται από τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και τον διαμορφώνουν, καθώς επηρεάζουν:

α) τον τρόπο που κατανοούν άνθρωποι την εργασία τους και τον εαυτό τους

β) το νόημα που αποδίδουν στην εργασία τους

γ) τη σχέση τους με τους άλλους εργαζόμενους και την εργοδοσία

δ) τα κίνητρά τους για απασχόληση

ε) τον βαθμό συλλογικότητας που αναπτύσσουν.

Με άλλα λόγια, οι «Σιωπηρές Συμβάσεις Εργασίας» διαμορφώνουν τον αξιακό κώδικα των εργαζομένων για την εργασία τους, δηλαδή τι θεωρούν «αποδεκτό» ή «μη αποδεκτό», «εντός» ή «εκτός πλαισίου εργασίας».

Με βάση, λοιπόν, το γεγονός ότι οι σιωπηρές συμβάσεις εργασίας κατασκευάζονται τόσο πριν την είσοδο σε ένα επάγγελμα, όσο και μετά τη είσοδο αυτή, τα κοινωνιολογικά ερωτήματα στα οποία απαντούν (οι σιωπηρές συμβάσεις εργασίας) είναι τα εξής:

α) πως ωθούνται οι άνθρωποι σε κάποια επαγγέλματα (με βάση δηλαδή ποιο σύστημα προσδοκιών και αναγκών)

β) πως κατανέμονται μέσα σε αυτά (με βάση την ταξική / εθνική τους προέλευση)

γ) πως παραμένουν (με βάση την ιεραρχία, τις αντικειμενικές συνθήκες και τα δίκτυα συμφερόντων)

Προσεγγίζοντας τα παραπάνω ερωτήματα ανακαλύπτουμε τρεις άξονας ανάλυσης:

α) διάθεση του εργατικού δυναμικού (που πηγαίνει, ποιος και πότε)

β) ενσωμάτωση του εργατικού δυναμικού (σε κανόνες και αξίες)

γ) έλεγχος του εργατικού δυναμικού (με σκοπό την αναπαραγωγή του)

 

Έτσι, οι «σιωπηρές συμβάσεις εργασίας» δημιουργούν την ταυτότητα του εργαζόμενου και το νόημα της εργασίας του (όπως αποδίδεται από τον ίδιο και από τους άλλους / την κοινωνία), οριοθετούν τις επιλογές του και τη σταδιοδρομία του, «καταστρώνουν» τελικά την ίδια την εργασία σε κάθε της έκφανση και επηρεάζουν τα κίνητρα για απασχόληση και το βαθμό καταβολής της προσπάθειας σε ένα χώρο ή μια αγορά εργασίας.

Οι «σιωπηρές συμβάσεις εργασίας» αποτελούν κοινωνιολογικό εργαλείο τα οποίo μας βοηθάει να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο κατανοεί ο άνθρωπος την εργασία του και τον εαυτό του μέσα σε αυτή, και τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει ο άνθρωπος τη θέση του μέσα στην κοινωνία και τη θέση της κοινωνίας μέσα του (Berger 1983).

Γιατί είναι σημαντική η μελέτη των «σιωπηρών συμβάσεων εργασίας» την περίοδο της κρίσης

Με τον όρο «κρίση» ονομάζουμε μια περίοδο κατά την οποία τίθενται σε αμφισβήτηση αρχές και αξίες που μέχρι τότε θεωρούνταν κεντρικές σε ένα αξιακό σύστημα με το οποίο οι άνθρωποι καθόριζαν τον εαυτό τους, την εργασία τους, την κοινωνία και το μέλλον. «Κρίση» δεν είναι μόνο η μεταβολή των τυπικών παραμέτρων μιας κοινωνίας ή ενός συστήματος εργασίας (όπως η μείωση του μισθού, οι αλλαγές του συνταξιοδοτικού συστήματος, η ελαστικοποίηση των ωραρίων ή τα νέα καθήκοντα), αλλά κυρίως η μεταβολή των αξιών μιας κοινωνίας. Για παράδειγμα «κρίση» δεν είναι η μεταβολή του εισοδήματος καθαυτή, αλλά η μεταβολή των κριτηρίων με τα οποία κερδίζεται πλέον το εισόδημα. Με άλλα λόγια η «κρίση» γίνεται κατανοητή στο σημείο εκείνο το οποίο το υποκείμενο αρχίζει να θέτει ερωτηματικό σε κάτι για το οποίο μέχρι πριν ήταν σίγουρο. Στην κρίση αναδύονται νέα κριτήρια, νέες αξίες. Πως ερμηνεύεται η «καλή» δουλειά; Η «κακή» δουλειά; Πώς διαμορφώνονται οι νέες αγορές εργασίας; Ποιες είναι οι εργασιακές συνθήκες που προκύπτουν; Πώς δημιουργούνται μέσα στην εργασία τα νέα κοινωνικά στερεότυπα και πως συνεχίζουν τα ήδη υπάρχοντα; Διαμέσου ποιων αξιών κατασκευάζονται οι νέες μορφές κοινωνικών ανισοτήτων; Ποιες είναι οι νέες αξίες που αναπτύσσονται μέσα στις αγορές εργασίας και ποιες οι νέες συνθήκες απασχόλησης που τις συνοδεύουν, οι οποίες και δημιουργούν αυτόματα τις νέες θέσεις των ανθρώπων στην κοινωνία. Γιατί η «κρίση» μεταβάλλει και την κοινωνική κινητικότητα, και το κύρος και τις αξίες. Και καθώς σε περίοδο κρίσης η αδυναμία του ανθρώπου να συνδέσει το «ατομικό» με το «κοινωνικό» οξύνεται (Mills 1985) και το «άτυπο» με το «τυπικό» αρχίζουν να συγχέονται, το «άτυπο» μέρος της εργασίας αναγάγεται σε κυρίαρχο πεδίο ανάλυσης και μελέτης, από τη στιγμή που η κοινωνία αμφισβητεί την ίδια της την «κανονικότητά» αμφισβητώντας ακόμη και αξίες που ίσχυαν πριν την «κρίση». Σε ό,τι αφορά στην σημερινή περίοδο «κρίσης», η αμφισβήτηση των αξιών που προϋπήρχαν οφείλεται εν πολλοίς και στην καθιέρωση των νεοφιλελεύθερων προταγμάτων και την απορρύθμιση του κράτους πρόνοιας, οι οποίες οδήγησαν τα τελευταία χρόνια σε δυο ισχυρές κοινωνικές μεταβολές:

α) τη σταδιακή ματαίωση των παραδοσιακών δεικτών διάκρισης στον καταμερισμό της εργασίας –όπως εξειδίκευση, γνώση και εμπειρία (broad qualifications/skills)– μέσω της επαναφοράς των κληρονομικών γνωρισμάτων του εργατικού δυναμικού –όπως φύλο, χρώμα, καταγωγή (generic skills)

και

β) τη μετατόπιση της ευθύνης για ευημερία, προοπτική και ασφάλεια, από το κράτος, την κοινωνία και το εργοστάσιο, στο άτομο, την οικογένεια και τα άτυπα κοινωνικά δίκτυα. (Ψημμένος 2013).

Ως εκ τούτου, καθώς οι βασικές μεταβολές της σημερινής «κρίσης» εντοπίζονται στο «άτυπο» κομμάτι της κοινωνίας και της εργασίας οι «σιωπηρές συμβάσεις εργασίας» βρίσκονται στον πυρήνα μιας κοινωνιολογικής μελέτης αυτής της περιόδου. Πως αναδύεται η νέα πραγματικότητα και με ποιες διαφοροποιήσεις τη βιώνουν τα εκάστοτε κοινωνικά στρώματα; Μέσα από ποιες διακρίσεις, αποκλεισμούς, στρωματώσεις και στερήσεις πνευματικών και υλικών αγαθών, ελευθεριών επιλογής, προοπτικών ανάπτυξης και ευκαιριών ζωής, καθορίζονται τα όρια της επιβίωσης των ανθρώπων σήμερα, τα οποία και διαμορφώνουν τις αποδεκτές τους δεξιότητες, τους ρόλους που καλούνται να υποδυθούν στη δουλειά και τη ζωή, τις αντιλήψεις και τις αξίες εκείνες μέσω των οποίων εσωτερικεύουν τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία και φυσικοποιούν τις κοινωνικές ανισότητες;

———————————————————

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Berger P. (1983) Πρόσκληση στην κοινωνιολογία, μτφρ Ε. Τσελέπογλου. Αθήνα: Μπουκουμάνης.

Mills W. C . (1985).Η κοινωνιολογική φαντασία, μτφρ. Ν. Μακρυνικόλα – Σ. Τσακνιάς. Αθήνα: Παπαζήσης.

Ψημμένος, Ι. (επιμ.) (2013) Εργασία και κοινωνικές ανισότητες, Αλεξάνδρεια.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!