Απόσπαση εργαζομένων: Η Επιτροπή εξετάζει τις ανησυχίες των εθνικών κοινοβουλίων

 

Βρυξέλλες, 20 Ιουλίου 2016 — H πρόταση για την απόσπαση δεν παραβιάζει την αρχή της επικουρικότητας

Το Σώμα των Επιτρόπων ενέκρινε σήμερα ανακοίνωση σχετικά με την επανεξέταση της πρότασής του για αναθεώρηση της οδηγίας για την απόσπαση των εργαζομένων στο πλαίσιο του μηχανισμού ελέγχου της επικουρικότητας, που ενεργοποιήθηκε από αρκετά εθνικά κοινοβούλια τον Μάιο. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε προσεκτικά τις απόψεις τους, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πρόταση για αναθεώρηση της οδηγίας δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας.

Η κ. Marianne Thyssen, επίτροπος αρμόδια για την απασχόληση, τις κοινωνικές υποθέσεις, τις δεξιότητες και την εργασιακή κινητικότητα, δήλωσε: «Οι φωνές των εθνικών Κοινοβουλίων έχουν μεγάλη πολιτική σημασία για την Επιτροπή και είμαι ευγνώμων για την ενεργό συμμετοχή τους. Έχουμε αναλύσει προσεκτικά όλα τα επιχειρήματα που προέβαλαν τα εθνικά κοινοβούλια και συζητήσαμε μαζί τους για τις ανησυχίες τους. Αφού λάβαμε υπόψη όλα τα δεδομένα, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η πρότασή μας συνάδει πλήρως με την αρχή της επικουρικότητας και, ως εκ τούτου, θα την διατηρήσουμε. Η απόσπαση εργαζομένων έχει εκ φύσεως διασυνοριακό χαρακτήρα. Η Επιτροπή Γιούνκερ παραμένει σταθερά προσηλωμένη στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων με βάση κανόνες που είναι σαφείς και δίκαιοι για όλους και επιβάλλονται στην πράξη.»

Η μεταρρύθμιση της οδηγίας για την απόσπαση των εργαζομένων εκφράζει σαφώς τη δέσμευση αυτής της Επιτροπής να προωθήσει μια βαθύτερη και δικαιότερη εσωτερική αγορά, όπως ορίζεται στις πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές της. Η αναθεώρηση εισάγει αλλαγές σε τρεις κυρίως τομείς: τις αποδοχές των αποσπασμένων εργαζομένων, τους κανόνες για όσους εργάζονται μέσω επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης και τη μακροχρόνια απόσπαση. Η πρόταση προβλέπει ότι οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι θα ωφελούνται γενικά από τους ίδιους κανόνες που διέπουν την αμοιβή και τις εργασιακές συνθήκες των εγχώριων εργαζομένων.

Η Επιτροπή ανέλυσε προσεκτικά τις ανησυχίες για τα ζητήματα επικουρικότητας που διατυπώθηκαν από τα εθνικά κοινοβούλια και συζήτησε όλα τα ζητήματα που έθιξαν σε έναν ανοιχτό πολιτικό διάλογο μαζί τους και, στη συνέχεια, κατέληξε στα συμπεράσματά της. Σκοπός της επανεξέτασης των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήταν να καθοριστεί κατά πόσον ο στόχος της πρότασης τροποποίησης της οδηγίας μπορεί πράγματι να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης. Σήμερα, η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι είναι σκόπιμο να καθοριστούν σε επίπεδο ΕΕ οι κανόνες που διέπουν την απόσπαση των εργαζομένων, όπως γίνεται από το 1996 και μετά. Η πρόταση επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι που εκτελούν εργασία στον ίδιο τόπο προστατεύονται από τους ίδιους υποχρεωτικούς κανόνες, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για εγχώριους ή αποσπασμένους εργαζόμενους. Η υποχρέωση όλων των κρατών μελών να εφαρμόζουν τους κανόνες σε όλους τους τομείς της οικονομίας δεν μπορεί να καθοριστεί σε εθνικό επίπεδο, αλλά πρέπει να καθοριστεί σε επίπεδο Ένωσης. Επιπροσθέτως, η πρόταση σέβεται πλήρως και ρητώς την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά τον καθορισμό των αμοιβών σύμφωνα με τις εθνικές πρακτικές.

Σύμφωνα με τον μηχανισμό ελέγχου της επικουρικότητας, η επανεξέταση των επιχειρημάτων από την Επιτροπή αφορούσε μόνο το ζήτημα της επικουρικότητας, ωστόσο, η Επιτροπή στέλνει επίσης επιμέρους απαντήσεις στα εθνικά Κοινοβούλια ανταποκρινόμενη στις συγκεκριμένες παρατηρήσεις και ανησυχίες τους, οι οποίες δεν συνδέονται αυστηρά με την επικουρικότητα. Οι εν λόγω επιστολές θα δημοσιευθούν εδώ τις επόμενες μέρες. Δεδομένης της πολιτικής σημασίας του, η Επιτροπή θα συνεχίσει τον πολιτικό διάλογο με τα εθνικά Κοινοβούλια σχετικά με τον εν λόγω φάκελο κατά τους προσεχείς μήνες καθ’ όλη τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας. Η απόφαση σήμερα αναμένεται να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επίτευξη περαιτέρω προόδου όσον αφορά αυτό το ζήτημα στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ιστορικό του φακέλου

Στις 8 Μαρτίου 2016 η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση (COM(2016) 128 final) για μια στοχοθετημένη αναθεώρηση της οδηγίας για την απόσπαση των εργαζομένων (Οδηγία 96/71/EΚ), η οποία καθορίζει ένα σύνολο υποχρεωτικών κανόνων ως προς τους όρους και τις συνθήκες εργασίας που πρέπει να εφαρμόζονται στους αποσπασμένους εργαζομένους. Προβλέπει ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εγχώριων εργαζομένων θα καλύπτει επίσης και τους αποσπασμένους εργαζομένους μέσω επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης, οπότε με τον τρόπο αυτό θα εναρμονιστεί η τρέχουσα νομοθεσία για την εργασία μέσω επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης.

Σε κάθε κράτος μέλος, επειδή σε ορισμένες χώρες υπάρχουν δύο σώματα αντιπροσώπων, το Κοινοβούλιο έχει δύο ψήφους στο πλαίσιο του μηχανισμού ελέγχου της επικουρικότητας. 14 σώματα εθνικών κοινοβουλίων από έντεκα κράτη μέλη (Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχική Δημοκρατία, Δανία, Εσθονία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Ρουμανία και Σλοβακία) απέστειλαν αιτιολογημένες γνώμες υποστηρίζοντας ότι η πρόταση παραβιάζει την αρχή της επικουρικότητας. Το γεγονός αυτό ενεργοποίησε τον μηχανισμό ελέγχου της επικουρικότητας (την επονομαζόμενη διαδικασία της κίτρινης κάρτας). Επιπλέον, τα εθνικά κοινοβούλια από πέντε κράτη μέλη (Γαλλία, Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο) υπέβαλαν γνωμοδοτήσεις ότι η πρόταση της Επιτροπής είναι πράγματι συμβατή με την αρχή της επικουρικότητας.

Σύμφωνα με τον μηχανισμό ελέγχου της επικουρικότητας, η Επιτροπή επανεξέτασε την πρότασή της, προκειμένου να αποφασίσει αν πρέπει να την ανακαλέσει, να την τροποποιήσει ή να τη διατηρήσει. Πριν λάβει την απόφασή της, η Επιτροπή συμμετείχε σε πολιτικό διάλογο με τα εθνικά κοινοβούλια, μέσω συναντήσεων του πρώτου αντιπροέδρου κ. Timmermans και της επιτρόπου κ. Thyssen στο πλαίσιο της Διάσκεψης των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων των Κοινοβουλίων της ΕΕ (COSAC).

 

Ο μηχανισμός ελέγχου της επικουρικότητας εφαρμόζεται σε τομείς που δεν εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης. Τα κοινοβούλια έχουν στη διάθεσή τους 8 εβδομάδες προκειμένου να εκδώσουν «αιτιολογημένη γνωμοδότηση» στην περίπτωση που θεωρούν ότι ένα σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας. Το όριο για την ενεργοποίηση της διαδικασίας κίτρινης κάρτας είναι το ένα τρίτο των ψήφων που έχουν παραχωρηθεί στα εθνικά κοινοβούλια, γεγονός που υποχρεώνει την Επιτροπή να επανεξετάσει την πρόταση και να αποφασίσει αν προτίθεται να διατηρήσει, να τροποποιήσει ή να αποσύρει την πρόταση και πρέπει να αιτιολογήσει την απόφασή της.

 

Διαβάστε Επίσης  Αποσπασμένοι εργαζόμενοι: στοιχεία και νέοι κανόνες

europa.eu

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!