Σωφρονιστικό Σύστημα: Η ελληνική πραγματικότητα

 

Χρύσα Τζώρτζη

Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μια αύξηση αριθμού κρατουμένων διεθνώς, μια μάστιγα υπερπληθυσμού, καθώς και μια εγκατάλειψη του μοντέλου της επανακοινωνικοποίησης, με αποτέλεσμα η φυλακή να καθίσταται απλώς χώρος φυσικού αποκλεισμού όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού. Το ελληνικό πλαίσιο χαρακτηρίζεται από την ιδιαιτερότητα είτε η ισχύς των νομοθετικών διατάξεων να εξαρτάται από την έκδοση Προεδρικών Διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, είτε πριν προλάβει να ισχύσει ο νέος νόμος για ικανό διάστημα, ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση του, να ψηφίζεται νέος.[1]

Η μετατροπή της Ελλάδας από χώρα παραγωγής μεταναστών σε χώρα υποδοχής κατά τα τελευταία χρόνια, αντικατοπτρίζεται στην αναλογία αλλοδαπών κρατουμένων στα καταστήματα κράτησης σε σχέση με τους αυτόχθονες. Στη σωφρονιστική πολιτική κυριαρχεί η επιβολή μακροχρόνιων στερητικών της ελευθερίας ποινών, εναρμονισμένη με την πολιτική των υπόλοιπων κρατών της Ευρώπης. Η κατάχρηση της προσωρινής κράτησης, ο ανύπαρκτος διαχωρισμός των εγκλείστων ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες τους, το ζήτημα της τοξικοεξάρτησης (εξαρτημένοι έγκλειστοι και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στις φυλακές), και ο έλεγχος του σωφρονιστικού συστήματος εξακολουθούν να αποτελούν μερικά από τα βασικά προβλήματα της ελληνικής σωφρονιστικής πολιτικής.

Η φυλακή ως θεσμός προσπαθεί να συνδυάσει δυο αντιφατικούς στόχους. Αφ’ ενός στοχεύει στην απομάκρυνση των «κακών» και «επικίνδυνων» από το κοινωνικό σύνολο, αφ’ ετέρου επιδιώκει την επάνοδο τους σε αυτό, μέσω του σωφρονισμού που επιτελεί. Αποτελεί, λοιπόν, ένα πειθαρχικό μηχανισμό κάθε «πολιτισμένης κοινωνίας».  Στην Ελλάδα οι φυλακές διακρίνονται σε γενικά, ειδικά και θεραπευτικά καταστήματα κράτησης όπως επίσης σε δικαστικές φυλακές, όπου εγκλείονται υπόδικοι, χρεοφειλέτες, κατάδικοι σε ποινές μέχρι 18 μηνών και αλλοδαποί των οποίων ζητείται η έκδοση, και σε σωφρονιστικές φυλακές για όλους τους άλλους κρατουμένους. Στη συνέχεια οι σωφρονιστικές διακρίνονται σε κλειστές και αγροτικές. [2]

Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα κράτησης, ο κατάδικος «ετεροκαθορίζεται» ως προς όλες του τις δραστηριότητες. Σε 24ωρη βάση οι αποφάσεις για την παραμικρή δραστηριότητα στα πλαίσια της φυλακής λαμβάνονται από το προσωπικό του καταστήματος. Ο «ετεροκαθορισμός» αυτός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικοποίησης του στο κλειστό περιβάλλον και συντελεί στη λεγόμενη «ιδρυματοποίηση». Έτσι με την κοινωνικοποίηση στα πλαίσια της φυλακής, όσο πιο μακροχρόνιος είναι ο εγκλεισμός τόσο δυσκολότερη είναι η μετάβαση στο ελεύθερο κοινωνικό περιβάλλον και αντίστροφα, οπότε γίνεται αντιληπτή η δυσκολία στο θέμα της παρέμβασης μετά την απόλυση από το κατάστημα.

Τα προβλήματα που προκύπτουν από αυτό είναι κατά πόσο η παροχή μετασωφρονιστικής αρωγής πρέπει να είναι υποχρεωτική ή προαιρετική, αν η αρωγή αυτή πρέπει να ανατίθεται σε δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς και πως εξασφαλίζεται η επιβίωση μετά την αποφυλάκιση. Στην κατάσταση αυτή συντελούν και οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα έναντι των αποφυλακισμένων καθώς και ο στιγματισμός τους  από το κοινωνικό σύνολο. Η μεταϊδρυματική αρωγή είναι σχεδόν ανύπαρκτη στη χώρα μας. Η βοήθεια την οποία προσφέρει η εταιρία προστασίας αποφυλακισμένων στην Αθήνα, περιορίζεται στην παροχή οικονομικής βοήθειας σε εκείνους που περιοδικά την επισκέπτονται μετά την αποφυλάκιση τους και διαφέρει σε κάθε περίπτωση, όμως δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες των αποφυλακιζομένων.[3]

———————————-

[1] Χάιδου  Ανθοζωή, Το σωφρονιστικό σύστημα : Ζητήματα θεωρίας και πρακτικής,  Αθήνα : Νομική Βιβλιοθήκη, 2002.

[2] Στο ίδιο

[3] Στο ίδιο.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!