Η σημασία της Αξιοπιστίας και της Εγκυρότητας στην Εμπειρική Κοινωνική Έρευνα

 

του Γιάννη Βλασσόπουλου, μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η εμπειρική κοινωνική έρευνα μπορεί να θεωρηθεί ως μια συλλογή από τεχνικές και μεθόδους για τη σωστή διεξαγωγή της επιστημονικής διερεύνησης και μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των ποικίλων κοινωνικών φαινομένων. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει η οριοθέτηση της επιστημονικής έρευνας από άλλες κοινωνικές δραστηριότητες. Η αναζήτηση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των οργάνων μέτρησης είναι δύο βασικά κριτήρια για την εξασφάλιση έγκυρων αποτελεσμάτων στην εμπειρική κοινωνική έρευνα.

***

Αρχικά θα ήταν σκόπιμο να επισημάνουμε τα κύρια στάδια της ερευνητικής διαδικασίας σύμφωνα με τους Nachmias-Frankfort, C. και Nachmias, D. (1992). Το πρώτο στάδιο περιλαμβάνει τον καθορισμό του αντικειμένου της έρευνας δηλαδή τη διατύπωση του ερευνητικού προβλήματος. Έπειτα ακολουθεί η υπόθεση εργασίας που είναι μια γενική υπόθεση που ο ερευνητής θέλει να ελέγξει και η οποία σχετίζεται άμεσα με το σκοπό της έρευνας. Στη συνέχεια μπορεί να διατυπώσει και άλλες μικρότερης κλίμακας υποθέσεις στη διαμόρφωση των οποίων θα συμβάλλει η γνώση που απέκτησε ο ερευνητής μέσα από την βιβλιογραφική ανασκόπηση.

Το τρίτο στάδιο αφορά το ερευνητικό σχέδιο δηλαδή την επιλογή της μεθοδολογίας που θα χρησιμοποιηθεί. Το συγκεκριμένο στάδιο σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο που έχει γίνει η διατύπωση του προβλήματος. Ακολούθως στο στάδιο της μέτρησης, ο ερευνητής υποβάλλει τις υποθέσεις εργασίας σε μέτρηση. Στην συνέχεια, συλλέγει τα δεδομένα και τα αναλύει (Nachmias-Frankfort, C. and Nachmias, D., Research Methods in the Social Sciences, 1992). Στις κοινωνικές επιστήμες υπάρχουν διαφορετικές μέθοδοι συλλογής δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των συνεντεύξεων, παρατηρήσεων και των ερωτηματολογίων.

Η ανάλυση δεδομένων στην εμπειρική κοινωνική έρευνα, αποτελείται κυρίως από την εφαρμογή στατιστικών μεθόδων με τη χρήση υπολογιστών και ειδικών προγραμμάτων, των «συστημάτων ανάλυσης δεδομένων». Οι θεωρίες για παράδειγμα συχνά προβλέπουν την ύπαρξη συσχετίσεων μεταξύ πτυχών του υπό διερεύνηση πεδίου. Με τη βοήθεια στατιστικών μεθόδων, μπορεί να ελεγχθεί κατά πόσον αυτές οι θεωρητικά προβλεπόμενες σχέσεις εντοπίζονται ή όχι στα δεδομένα.

 

Διάγραμμα 1: Τα κύρια στάδια της ερευνητικής διαδικασίας

%cf%84%ce%b1-%ce%ba%cf%8d%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%ac%ce%b4%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%cf%81%ce%b5%cf%85%ce%bd%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b9

Nachmias-Frankfort, C. and Nachmias, D. (δ΄ έκδ. 1992), Research Methods in the Social Sciences, Edward Arnold, Λονδίνο, σ. 22.

Τέλος, το τελευταίο στάδιο, με βάση την ανάλυση των δεδομένων που συγκέντρωσε προχώρα στην επαλήθευση ή στην απόρριψη της υπόθεσης εργασίας που έκανε στην αρχή της έρευνας. Μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις, μπορεί να προχωρήσει και στην δημιουργία μιας γενίκευσης αναφορικά με τα αποτελέσματα του κάτι που όμως ισχύει στην περίπτωση που πραγματοποίησε δειγματολογική έρευνα με πιθανότητες (Nachmias-Frankfort, C. and Nachmias, D., Research Methods in the Social Sciences, 1992).

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι όλα τα προαναφερθέντα στάδια συνδέονται άμεσα με την θεωρία και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις την ανατροφοδοτούν.

Επιστρέφοντας στην κοινωνική έρευνα, οι King G., Keohane R. και Verba K. (1994:7-9) χρησιμοποιούν τέσσερα κριτήρια που τη χαρακτηρίζουν και αυτά είναι:

  1. Ο στόχος της έρευνας είναι η διατύπωση συμπερασματικών αποφάνσεων. Αν και οι προσεκτικές περιγραφές είναι συχνά απαραίτητες για την επιστημονική έρευνα, το ενδιαφέρον της έρευνας αυτό καθεαυτό υπερβαίνει συχνά την περιγραφή των παρατηρούμενων γεγονότων: Υπάρχει δηλαδή ενδιαφέρον για τη διατύπωση ερευνητικών προτάσεων ως προς μη παρατηρούμενα γεγονότα ή επίσης για προτάσεις που διερευνούν και διατυπώνουν τα αίτια των παρατηρήσεων αυτών.
  2. Οι λεπτομέρειες για τους τρόπους διεξαγωγής της έρευνας είναι διαθέσιμες δημόσια. Μόνο αυτό επιτρέπει τη δυνατότητα κριτικής προσέγγισης των τρόπων διεξαγωγής της έρευνας και αξιολόγησης της εγκυρότητάς τους.
  3. Τα τελικά συμπεράσματα είναι κατά κανόνα επισφαλή. Η επιστήμη όμως προσδιορίζεται εννοιολογικά, ακριβώς από τη δυνατότητά της να αξιολογεί την έκταση αυτής της αβεβαιότητας.
  4. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της επιστήμης είναι η μέθοδος που η ίδια χρησιμοποιεί.

(King G., Keohane R. and Verba K., Designing Social Inquiry: Scientific Inference in Qualitative Research, 1994:7-9)

ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ

Όπως αναφέραμε στην αρχή, στη κοινωνική έρευνα η αναζήτηση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των οργάνων μέτρησης είναι δύο βασικά κριτήρια για την εξασφάλιση έγκυρων αποτελεσμάτων. Ένα όργανο μέτρησης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ερευνητική μελέτη, αν δεν έχει παρουσιάσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο αξιοπιστίας (reliability) και εγκυρότητας (validity) (Polit DF, Beck CT. Nursing research: Principles and methods, 2008). Η υψηλή αξιοπιστία ενός εργαλείου μέτρησης συνδέεται με την ελαχιστοποίηση του τυχαίου σφάλματος και η εγκυρότητα αναφέρεται στο κατά πόσο ένα όργανο μέτρησης μετράει ότι υποστηρίζει ότι μετράει.

Ένα εργαλείο μέτρησης θεωρείται αξιόπιστο όταν σε επαναλαμβανόμενες μετρήσεις σε ίδιο δείγμα και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, εμφανίζει σταθερά τα ίδια αποτελέσματα, εκτός εάν έχει συμβεί μια σημαντική αλλαγή μεταξύ των μετρήσεων. Επιπρόσθετα, η αξιοπιστία μπορεί να αποδοθεί εννοιολογικά και με τους όρους «συνοχή», «συνέπεια» και «σταθερότητα», καθώς εάν η μεταβλητότητα των αποτελεσμάτων να είναι μικρή αυτά στα χαρακτηριστικά θα εμφανίσει το ερευνητικό εργαλείο ύστερα από την επανάληψη της μέτρησης κάτω από όμοιες ή σχεδόν όμοιες συνθήκες.

Παράλληλα με την εκτίμηση της αξιοπιστίας μιας κλίμακας ή ενός οργάνου μέτρησης θα πρέπει να ελεγχθεί και η εγκυρότητά του (validity) καθώς ένα εργαλείο μέτρησης μπορεί να είναι αξιόπιστο αλλά όχι έγκυρο (LoBiondo-Wood G, Haber J., Nursing research, 1994). Συγκεκριμένα, όταν ένα εργαλείο μέτρησης είναι πράγματι έγκυρο, «αντανακλά» την έννοια (τη μεταβλητή) που προτίθεται ότι μετράει. Ένα εργαλείο μέτρησης θεωρείται έγκυρο όταν έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα με επιτυχία σε πληθυσμό για τον οποίο έχει σχεδιαστεί ερευνητικά (Υφαντόπουλος Ι. Μέτρηση της ποιότητας ζωής και το ευρωπαϊκό υγειονομικό μοντέλο, 2007).

Εν κατακλείδι, όταν χρησιμοποιείται ένα εργαλείο μέτρησης για τους σκοπούς της εμπειρικής κοινωνικής έρευνας, ανεξάρτητα από το εάν έχει ήδη σταθμιστεί ή έχει δημιουργηθεί για τις ανάγκες μιας έρευνας, θα πρέπει να ελεγχθεί η αξιοπιστία και η εγκυρότητά του. Όταν δεν αναφέρεται η αξιοπιστία και η εγκυρότητα των οργάνων μέτρησης, τα αποτελέσματα μιας έρευνας είναι αποδεκτά με επιφύλαξη και η μελέτη παρουσιάζει πολλούς περιορισμούς ως προς την ορθότητα των αποτελεσμάτων της. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, η αξιοπιστία και εγκυρότητα του εργαλείου μέτρησης ανάγονται σε βαρύνουσας σημασίας στοιχεία για μια εμπειρική κοινωνική έρευνα ώστε τα αποτελέσματα της να αποτελούν σοβαρές ενδείξεις που θεωρούνται τεκμηριωμένες και μπορούν να αξιοποιηθούν κατάλληλα.

———————————-

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Nachmias-Frankfort, C. and Nachmias, D., Research Methods in the Social Sciences, 1992.
  2. King G., Keohane R. and Verba K., Designing Social Inquiry: Scientific Inference in Qualitative Research, 1994:7-9.
  3. Polit DF, Beck CT., Nursing research: Principles and methods, 2008
  4. LoBiondo-Wood G, Haber J., Nursing research,
  5. Υφαντόπουλος Ι. Μέτρηση της ποιότητας ζωής και το ευρωπαϊκό υγειονομικό μοντέλο, 2007.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!