Η φτώχεια μέσα από τα μάτια των παιδιών

 

Κοϊντόση Χριστίνα,

Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής

 

Στην σύγχρονη κοινωνία, οι απαραίτητες προϋποθέσεις με τις οποίες επιτυγχάνεται  μια καλή ζωή, αυξάνονται με ταχύτατους  ρυθμούς. Οι ευκαιρίες που πλαισιώνουν το άτομο, εξαρτώνται όλο και περισσότερο από το κοινωνικό, γνωστικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, το οποίο τείνει να συσσωρεύει. Το κρισιμότερο ζήτημα εντοπίζεται στο κομμάτι της ανάπτυξης των παιδιών, με κομβικά σημεία την αλληλεπίδραση των γονικών και των κοινωνικών επενδύσεων, καθώς η παιδική ηλικία κρίνεται ως η καθοριστική περίοδος στην ζωή του ατόμου. 

 

Φτώχεια θεωρείται, σύμφωνα με την παγκόσμια βιβλιογραφία, η έλλειψη των πόρων που είναι αναγκαίοι για την ικανοποίηση κάποιων βασικών και καθημερινών ανθρωπίνων αναγκών.

 

Αυτοί οι πόροι μπορεί να είναι το εισόδημα, η τροφή και το νερό, η στέγη, η θέρμανση, η εκπαίδευση, η ένδυση κ.α.

Η φτώχεια μπορεί να βιώνεται και από άτομα που δεν στερούνται μόνο τα υλικά αγαθά, αλλά και την εκπαίδευση, το σεβασμό, την πληροφόρηση και την αξιοπρέπεια, αφού η έλλειψη των παραπάνω οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό, την απομόνωση, την απόρριψη, την ανασφάλεια, την απογοήτευση, τον θυμό και την χαμηλή αυτοπεποίθηση.

Για την φτώχεια υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που την επηρεάζουν πέραν του εισοδήματος όπως το εκπαιδευτικό επίπεδο, το επάγγελμα και η δομή της οικογενείας (Huston, 1991).

Γενικά έχει παρατηρηθεί πως η φτώχεια που βιώνει ένα παιδί σε σχολική και προσχολική ηλικία είναι πιο δύσκολη για το μέλλον του σε σχέση με την φτώχεια που βιώνει ένα παιδί μεγαλύτερης ηλικίας και πιο συγκεκριμένα κατά την διάρκεια της εφηβείας του. Η φτώχεια μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα έναν άνθρωπο σε μεγάλο βαθμό και με ποικίλους τρόπους, αφού μπορεί πολύ εύκολα να μειώσει τις νοητικές του ικανότητες και να απορροφήσει αρκετή από την πνευματική του ενέργεια.

Αυτό συμβαίνει διότι το άτομο αναγκάζεται να διοχετεύσει όλες του τις δυνάμεις στην ανεύρεση πόρων, με αποτέλεσμα να παραμελεί τις υπόλοιπες απαιτήσεις της καθημερινότητας όπως η ανατροφή των παιδιών και η εκπαίδευση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι φτωχοί είναι λιγότεροι έξυπνοι σε σχέση με αυτούς που έχουν περισσότερα χρήματα. Απλά τα φτωχότερα μέλη των νοικοκυριών εξαντλούν τα επίπεδα των νοητικών τους δυνάμεων αποκλειστικά στην εύρεση οικονομικών ευκαιριών (Rogge, 2000).

Η οικονομική κρίση ως πηγή της παιδικής φτώχειας.

   Δυστυχώς, τα παιδιά τείνουν να πλήττονται επίσης από την εισοδηματική φτώχεια σε υψηλότερο βαθμό συγκριτικά με τους ενήλικες και η στέρηση υλικών αγαθών στα πρώτα νεανικά χρόνια της ζωής τους είναι πολύ πιθανόν να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη τους και τις μελλοντικές τους ευκαιρίες. Μέγιστη ανησυχία αποτελούν οι περιπτώσεις των παιδιών που ζουν με γονείς μακροχρόνια άνεργους ή φτωχούς. Η απουσία εργαζόμενου ενήλικα, είναι δυνατό να επηρεάσει τις επιδόσεις των παιδιών όσον αφορά την εκπαίδευση και την μελλοντική αγορά εργασίας. Ταυτόχρονα, παρατηρείται ότι τα παιδία που μεγαλώνουν εντός της φτώχειας κινδυνεύουν να αποτελέσουν την επόμενη γενιά φτωχών και ανέργων (Μπαλούρδος Δ., 2012).

Η παιδική φτώχεια μοιάζει να μην έχει σύνορα αφού μπορεί να πλήξει με την ίδια ευκολία παιδιά είτε σε πλούσιες, είτε σε φτωχές χώρες του πλανήτη. Σύμφωνα με διεθνή στατιστικά στοιχεία περισσότερα από 600 εκατομμύρια παιδιά ζουν υπό καθεστώς απόλυτης φτώχειας, ενώ περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο στερούνται έστω και ένα αγαθό, που όμως είναι απαραίτητο για την αναγκαία ανάπτυξή τους ή την επιβίωσή τους.

Τα παιδιά αυτά φαίνεται πως πλήττονται είτε λόγω της μείωσης των κοινωνικών παροχών, είτε λόγω της τρομερής μείωσης των εισοδημάτων που βιώνουν τα νοικοκυριά. Η παιδική φτώχεια, όπως και το φαινόμενο της φτώχειας, είναι δύσκολο να οριστεί, αφού χαρακτηρίζεται από δυναμική και πολυδιάστατη μορφή. Στην Ε.Ε. δεν υπάρχει συγκεκριμένος ορισμός για την παιδική φτώχεια, αλλά υπάρχει ηλικιακή ανάλυση της φτώχειας γενικότερα, ώστε να πραγματοποιείται και η αποτίμησή της για τις παιδικές ηλικίες (Μελισσά-Χαλικιοπούλου, 2015).                           

Εάν όμως παρόλα αυτά επιθυμούσαμε να παρουσιάσουμε έναν ορισμό, θα μπορούσαμε να πούμε πως ως παιδική φτώχεια ορίζεται η στέρηση βασικών πόρων, όπως το νερό, η τροφή, τα φάρμακα, η στέγη και η εκπαίδευση, που αποτελούν παράγοντες ομαλής ανάπτυξης των παιδιών και ένταξής τους στο κοινωνικό περιβάλλον. Η παιδική φτώχεια παρουσιάζεται αλληλεξαρτώμενη, αφού εάν υπάρχει έλλειψη οικονομικών πόρων, τότε το παιδί μπορεί να οδηγηθεί στον υποσιτισμό, κάτι που μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην εκπαίδευσή του και την υγεία του. Αυτά τα προβλήματα εν τέλη μπορεί να οδηγήσουν στην δυσλειτουργική ανάπτυξή του ως ενήλικα (Τσιατάκη, 2015).

Από έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί σε διεθνές επίπεδο έχει αποδειχθεί πως, τα παιδιά ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξεως, αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την έννοια «πλουσίου» και «φτωχού» από 3 ή 4 ετών περίπου, χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις σχετικά με το πως αυτή η γνώση επηρεάζει τα συναισθήματά τους, την αντίληψή τους ή την συμπεριφορά τους. Από 5 ή 6 ετών τα παιδιά παρουσιάζουν την τάση να κατηγοριοποιούν τους ανθρώπους σε πλούσιους και φτωχούς αναλόγως των προφανών χαρακτηριστικών τους, όπως για παράδειγμα η ένδυση (Ridge, 2004).                    

Φαίνεται πως στην αντίληψη των παιδιών η διαφορά μεταξύ απλής επιβίωσης και καλοζωίας είναι απολύτως κατανοητή, ενώ φαίνεται πως παράγοντες όπως η εκπαίδευση, οι οικογενειακές σχέσεις, η υγεία, οι ελπίδες, τα όνειρα, τα συναισθήματα και οι προκαταλήψεις παίζουν σημαντικό ρόλο στην υπόλοιπη ζωή τους.                                                                                                                                         

Τα παιδιά δεν είναι παθητικά θύματα των καιρών, αλλά εν δυνάμει μέλη της κοινωνίας που βιώνουν συγκεκριμένες καταστάσεις και επιζητούν ορισμένες ανάγκες. Τα παιδιά έχει παρατηρηθεί πως στεναχωριούνται όταν δεν μπορούν να έχουν πράγματα που έχουν άλλα παιδιά, ανησυχούν με την έλλειψη οικονομικών πόρων της οικογενείας τους και αγχώνονται που δεν υπάρχει η δυνατότητα αντικατάστασης ενός αντικειμένου που ίσως τους χάλασε ή που τους το κλέψανε.            

Η φτώχεια επιφέρει κοινωνική απομόνωση αφού λόγω του ρουχισμού τους επηρεάζονται οι φιλίες τους, λόγω της έλλειψης χρημάτων δεν μπορούν να ακολουθήσουν τις παρέες τους, ενώ λόγω της έλλειψης χώρου δεν μπορούν να απομονωθούν σε δικό τους δωμάτιο, ώστε να διαβάσουν ή να παίξουν. Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν τέτοιες καταστάσεις έχουν την τάση να προσπαθούν να βοηθήσουν το σπίτι τους και να λειτουργούν προστατευτικά απέναντι στους γονείς τους, ενώ πολλές φορές βάζουν σε δεύτερη μοίρα το σχολείο και την εκπαίδευσή τους (Βαλασσόπουλος, 2013).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

   Η φτώχεια, μπορεί να διαρκεί στο πέρασμα του χρόνου και η εμφάνιση της να πραγματοποιείται όταν το παιδί βρίσκεται σε πολύ πρώιμη ηλικία ή κατά την διάρκεια της παιδικής του ηλικίας. Ειδικότερα, όσο περισσότερο διαρκεί τόσο περισσότερα αρνητικά αποτελέσματα  διαδέχεται (Φερώνας Α., 2006).                                 

Θεωρείται σχεδόν σίγουρο πως ένα παιδί δεν μπορεί να αποφύγει την φτώχεια όπως ένας ενήλικος, αφού στις μικρότερες ηλικίες οι άνθρωποι βασίζονται αποκλειστικά στην δυναμική του σπιτιού τους. Με τις έρευνες να τρέχουν συνεχώς τα νέα στοιχεία θεωρούνται ανησυχητικά, αφού τουλάχιστον 20 εκατομμύρια παιδιά εντός της Ευρώπης πλησιάζουν ή έχουν ξεπεράσει τα όρια της φτώχειας.

Η οικονομική κρίση, έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε το φαινόμενο της παιδικής φτώχειας να βρει πρόσφορο έδαφος και να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως καθοριστικό ρόλο στην υγιή ανάπτυξη των παιδιών παίζουν το περιβάλλον αλλά και οι συνθήκες διαβίωσης (Βαλασσόπουλος, 2013).                     

Τα παιδιά θεωρούνται δικαίως πιο ευάλωτα στην φτώχεια και τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της, σε σχέση με τους ενήλικες, οπότε θεωρείται λογικό το επιχείρημα να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις οικογένειες που παρουσιάζουν πολύ χαμηλά εισοδήματα. Αυτό θα βοηθήσει ώστε όλα τα παιδιά να παίρνουν τις ίδιες ευκαιρίες, αφού είδαμε παραπάνω πως οι ευκαιρίες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην πορεία της ζωής του νέου ατόμου. Εάν ένα παιδί μεγαλώνει σε μέρος με περιορισμένη υγειονομική φροντίδα, τότε μπορεί να μπει σε κίνδυνο αφού δεν θα μπορεί να επιτύχει την ολοκλήρωση των δυνατοτήτων του και μπορεί να καταλήξει στην φτώχεια όπως ακριβώς και οι γονείς τους ή οι κηδεμόνες του.    

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Βαλασσόπουλος, Ε. (2013). Παιδική ηλικία, μορφές παιδικής εργασίας και προστασία της παιδικής ηλικίας στην Ελλάδα του 20ου αιώνα: συγκριτική κοινωνικό-ιστορική προσέγγιση. Εθνικό αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
  2. Οικονόμου Χ., Φερώνας Α. (2006), Οι εκτός των τειχών : φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός στις σύγχρονες κοινωνίες (σελ. 58-98), Διόνικος, Αθήνα.
  3. Μελισσά-Χαλικιοπούλου, Χ. (2015). Οι επιδράσεις του υποβαθμισμένου περιβάλλοντος στην υγεία των φτωχών παιδιών. Τμήμα Νοσηλευτικής, ΤΕΙ Αθήνας, Τόμος 4, Τεύχος 4.
  4. Μπαλούρδος Δ., Πετράκη Μ., (2012), Νέα φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός : πολιτικές καταπολέμησης και καθιέρωση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (σελ. 25-33,161) , Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα
  5. Τσιατάκη, Α. (2015). Διαστάσεις φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Πτυχιακή Εργασία, Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας, Τμήμα Λογιστικής, ΤΕΙ Καβάλας.
  6. Ridge, T. (2004). Childhood poverty and social exclusion. Children, Youth and Environments, 14(2).
  7. Rogge, M. E. (2000). Children, poverty and environmental degradation: Protecting current and future generations. Social Development Issues, 22(2/3), 46-53.
  8. Huston, A. C. (1991). Children in poverty: Child development and public policy. Cambridge University Press.

 

Διαβάστε Επίσης  Ορίζοντας και Προσεγγίζοντας Μεθοδολογικά την Παιδική Ευημερία

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!