Ειδικά Θέματα Φιλοσοφίας του δικαίου: Πολιτική Ανυπακοή

Χρυσούλα Τζώρτζη

Καθηγητής: Κ. Κουκουζέλης

Ρέθυμνο 2016 *

Εισαγωγή

Το σεμινάριο αυτό είχε ως κύριο άξονα την ανάλυση και την εξήγηση του ζητήματος της υπακοής στο δίκαιο και της νομιμοποίησης και έκτασης της πολιτικής ανυπακοής σε σύνδεση και αντιδιαστολή με το δικαίωμα αντίστασης ή την αντίρρηση συνείδησης, που είναι θέματα που απασχολούν τις ανθρώπινες κοινωνίες από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα.

Η συγκεκριμένη εργασία θα εστιάσει στη Θεωρία της Δικαιοσύνης του John Rawls και με την βοήθεια συμπληρωματικών κειμένων, θα εξεταστούν τα παραπάνω ζητήματα μέσα από την οπτική του αμερικανού φιλοσόφου. Κλείνοντας θα αναφερθεί ο ρόλος της ποινής στην πολιτική ανυπακοή και τα ποικίλα επιχειρήματα που έχουν ειπωθεί επί του θέματος.

Κεφάλαιο 1ο

John Rawls

Ο John Bordlay Rawls γεννήθηκε το 1921 και πέθανε το 2002. Ήταν Αμερικανός φιλόσοφος. Κατείχε καθηγεσία στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και έχει βραβευτεί με το Βραβείο Schock Λογικής και Φιλοσοφίας και με το Εθνικό Μετάλλιο των ΗΠΑ στις Ανθρωπιστικές επιστήμες. Είναι από τους σημαντικότερους στοχαστές της παράδοσης των φιλελεύθερων πολιτικών φιλοσόφων. Στο βιβλίο του «Θεωρία της δικαιοσύνης» που δημοσιεύτηκε το 1971, ήθελε να δώσει μια φιλοσοφική έκφραση και υποστήριξη στο αίτημα μιας ελεύθερης, δίκαιης αλλά και πολιτικά βιώσιμης κοινωνίας σε εναρμόνιση της ηθικής με την πολιτική.

Στα υποκεφάλαια που θα ακολουθήσουν θα δούμε τους βασικούς όρους στο έργο του και την σημασία τους, δηλαδή ποιες ήταν κατά τον Rawls οι αρχές της δικαιοσύνης ως προς τους θεσμούς, τη σημασία των εννοιών ακριβοδικία, καθήκον και υποχρέωση, καθώς και το καθήκον συμμόρφωσης προς έναν άδικο νόμο και το ρόλο της αρχής της πλειοψηφίας.

1.1 Οι αρχές της δικαιοσύνης ως προς τους θεσμούς

Στο έργο του ο Rawls αναφέρει ότι υπάρχουν δυο αρχές δικαιοσύνης ως προς τους θεσμούς, οι οποίοι είναι: πρώτον, κάθε πρόσωπο πρέπει να έχει ίσο δικαίωμα στο πιο εκτενές συνολικό σύστημα ίσων βασικών ελευθεριών που είναι συμβατό με ένα παρόμοιο σύστημα ελευθερίας για όλους και δεύτερον, οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες πρέπει να διαρρυθμίζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε και οι δύο να αποβαίνουν προς το μεγαλύτερο όφελος των λιγότερο ευνοημένων και να συνδέονται με αξιώματα και θέσεις ανοικτές σε όλους, υπό συνθήκες ακριβοδίκαιης ισότητας ευκαιριών. {1}

Κατά προέκταση σύμφωνα με τον Rawls στην ελευθερία έχουν όλοι ίσο δικαίωμα. Ο περιορισμός βασικών ελευθεριών είναι επιτρεπτός μόνον χάριν της μεγαλύτερης δυνατής ελευθερίας όλων. Η ελευθερία είναι συνεπώς ήδη συγκερασμένη σε έναν βαθμό με την ιδέα της δικαιοσύνης, η οποία ωστόσο αναδεικνύεται ουσιαστικά στη δεύτερη αρχή που αναφέρεται στη διανομή του εισοδήματος και του πλούτου. Η εξαίρεση στην ίση διανομή και η ανοχή σε κοινωνικοοικονομικές ανισότητες είναι δικαιολογημένες μόνο όταν οι συγκεκριμένες ανισότητες αποβαίνουν προς μέγιστο όφελος των λιγότερο ευνοούμενων (αρχή της διαφοράς) και συνέχονται με αξιώματα και θέσεις που είναι ανοιχτά για όλους, υπό συνθήκες ακριβοδίκαιης ισότητας ευκαιριών. Και εδώ όμως προκύπτει έμμεσα ένας ανάλογος κανόνας λεξικογραφικής ιεράρχησης: η δικαιοσύνη έχει απόλυτη προτεραιότητα έναντι της συνολικής ευημερίας ή ωφέλειας, με άλλα λόγια η αξία της ισότητας δεν κάμπτεται χάριν μεγαλύτερης συνολικής ευημερίας. Τέλος, η ισότητα των ευκαιριών έχει προτεραιότητα έναντι της αρχής της διαφοράς και της βελτιστοποίησης των συνθηκών ζωής των λιγότερα ευνοουμένων. {2}

Έτσι ο Rawls είναι ο πρώτος πολιτικός φιλόσοφος του 20ου αιώνα που αναλαμβάνει να επανασυνδέσει συγκεκριμένα πολιτικοδικαιικά προβλήματα με το ερώτημα των θεμελιακών πολιτειακών αρχών. Στην προσπάθεια του αυτή, να αποδώσει νόημα και περιεχόμενο στις αρχές, και τις συνέπειες αυτών όσον αφορά τη θεωρία των πολιτικών καθηκόντων και υποχρεώσεων, στο πλαίσιο μιας συνταγματικής τάξης, σκιαγραφεί την περίπτωση της πολιτικής ανυπακοής με την οποία συνδέεται το πρόβλημα του κανόνα της πλειοψηφίας και οι λόγοι συμμόρφωσης προς άδικους νόμους. Επίσης αντιπαραβάλει την πολιτική ανυπακοή με άλλες μορφές μη συμμόρφωσης, όπως για παράδειγμα, την αντίρρηση συνείδησης, προκειμένου να αναδειχθεί ο ιδιαίτερος ρόλος που διαδραματίζει στη σταθεροποίηση ενός κατά προσέγγιση δίκαιου δημοκρατικού καθεστώτος.

1.2 Ακριβοδικία, Καθήκον και Υποχρέωση
Μια έννοια κλειδί στη Θεωρία της Δικαιοσύνης του Rawls είναι η αρχή της ακριβοδικίας, που από αυτήν πηγάζουν όλες οι εκούσια ανειλημμένες υποχρεώσεις. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, εφόσον ένας θεσμός είναι δίκαιος, ικανοποιεί με άλλα λόγια τις δύο αρχές τις δικαιοσύνης- και υπό την προϋπόθεση ότι κάποιο πρόσωπο έχει εκούσια αποδεχτεί τα οφέλη που απορρέουν από το θεσμικό αυτό πλαίσιο ή έχει αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που το τελευταίο του προσφέρει για την προαγωγή των συμφερόντων του- το εν λόγω πρόσωπο οφείλει να συνεισφέρει ό,τι του αναλογεί, σύμφωνα με τους κανόνες του θεσμού αυτού. Αυτή η αρχή αποτελείται από δυο σκέλη. Το ένα αναφορά τον τρόπο με τον οποίο αναλαμβάνουμε υποχρεώσεις προβαίνοντας σε διάφορα εκούσια ενεργήματα Το δεύτερο σκέλος της αρχής θέτει ως όρο ο εκάστοτε κρίσιμος θεσμός να είναι, αν όχι απόλυτα δίκαιος, τουλάχιστον τόσο δίκαιος όσο θα ήταν εύλογο να αναμένει κανείς υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

Το δεύτερο σκέλος αυτό αποσκοπεί να εξασφαλίσει ότι υποχρεώσεις γεννώνται μόνον εφόσον πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Η έμπρακτη λοιπόν αποδοχή ή και αυτή ακόμη η ρητή συγκατάθεση προς σαφώς άδικους θεσμούς δεν γεννά υποχρεώσεις. {3}

Επίσης η αρχή της ακριβοδικίας μας επιτρέπει συμφώνα με τον Rawls να αποδώσουμε με ακρίβεια τις εννοιολογικές διαφορές μεταξύ καθήκοντος και υποχρέωσης. Έτσι λοιπόν έχουμε το φυσικό καθήκον που είναι οι θεσμοί εκείνοι των οποίων η δεσμευτικότητα τους μας καταλαμβάνει αναπόφευκτα ήδη από την στιγμή που γεννιόμαστε και οι οποίοι ρυθμίζουν τη δράση μας σε όλες τις εκφάνσεις. Ενώ η υποχρέωση δημιουργείται από τους θεσμούς, στο ρυθμιστικό πεδίο των οποίων εισερχόμαστε ελεύθερα με την τέλεση ορισμένων πράξεων που κρίνουμε ως ορθολογικά μέσα για την παραγωγή των σκοπών μας. Για παράδειγμα έχουμε το φυσικό καθήκον να υπακούμε στο σύνταγμα ή στους θεμελιώδεις εκείνους κανόνες που ρυθμίζουν τον θεσμό της ιδιοκτησίας (υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι είναι δίκαιοι), ενώ αποτελεί εκούσια ανειλημμένη υποχρέωση μας να εκτελούμε τα καθήκοντα τα οποία απορρέουν από μια δημόσια θέση, που καταφέραμε να καταλάβουμε, ή να τηρούμε τους κανόνες που διέπουν εταιρικές οργανώσεις ή συνεργατικές δραστηριότητες, στις οποίες έχουμε προσχωρήσει. {4}

Έτσι ο Rawls για να επιτύχει μια περισσότερο ομοιογενή διάχυση της υποχρέωσης υπακοής, καταφεύγει στον όρο του φυσικού καθήκοντος. Με πρότυπο το καθήκον παροχής βοήθειας σε κάποιον που κινδυνεύει, το φυσικό καθήκον αντικειμενοποιεί τους όρους ανάδυσης του καθήκοντος συμμόρφωσης, η οποία δεν εξαρτάται πλέον από εκούσιες πράξεις των υποκειμένων. Έτσι το σημαντικότερο φυσικό καθήκον, συμφώνα με τον Rawls είναι αυτό της υποστήριξης και της προαγωγής δίκαιων θεσμών. Το καθήκον αυτό αποτελείται από δυο μέρη: την συμμόρφωση μας προς δίκαιους θεσμούς και να συνδράμουμε στην εγκαθίδρυση δίκαιων ρυθμίσεων, στις περιπτώσεις που αυτές απουσιάζουν. Βασική παράμετρος όμως είναι ότι, στο πλαίσιο μιας ευτεταγμένης κοινωνίας, η δημόσια επίγνωση του ότι οι πολίτες διαθέτουν γενικά ένα αποτελεσματικό αίσθημα δικαιοσύνης συνιστά μείζον κοινωνικό κεφάλαιο, καθώς συντείνει στη σταθεροποίηση δίκαιων κοινωνικών διαρρυθμίσεων. Ταυτόχρονα όμως, ακόμη και αν η ύπαρξη ενός κοινού αισθήματος δικαιοσύνης θεωρηθεί δεδομένη, η συμμόρφωση του καθενός με τα αιτήματα που απορρέουν από μια συνεργατική δραστηριότητα εξαρτάται αναγκαστικά από την πεποίθηση ότι και οι άλλοι θα συμβάλουν κατά το μέτρο που τους αναλογεί. Με δεδομένη λοιπόν την αξία ενός κοινού όσο και αποτελεσματικού αισθήματος δικαιοσύνης, είναι ιδιαίτερα σημαντικό η αρχή που προσδιορίζει τα καθήκοντα του κάθε ατόμου να είναι απλή, σαφής και να διασφαλίζει τη σταθερότητα των δίκαιων θεσμών.{5}

1.3 Το καθήκον συμμόρφωσης προς έναν άδικο νόμο και η αρχή της πλειοψηφίας
Εξηγώντας τους παραπάνω όρους ο John Rawls θέλει να αναδείξει τους λόγους που πρέπει να υπακούμε στους νόμους. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι υπό ποιες περιστάσεις και σε ποια έκταση οφείλουμε να συμμορφωνόμαστε σε άδικες ρυθμίσεις; Αρχικά ο άδικος χαρακτήρας ενός νόμου δεν αποτελεί γενικά επαρκή λόγο μη τήρησής του και πάντως το τυπικό κύρος της νομοθεσίας αποτελεί εξίσου επαρκή λόγο για να τηρείται αυτός ο νόμος. Η δικαιολόγηση λοιπόν της μη συμμόρφωσης ως προς τους νόμους εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο οι νόμοι και οι θεσμοί είναι άδικοι. Δεν είναι όλοι οι άδικοι νόμοι εξίσου απορριπτέοι. Αδικία έχουμε: Όταν οι ισχύουσες θεσμικές διαρρυθμίσεις ενδέχεται να αποκλίνουν σε ποικίλο βαθμό από τα δημοσίως αποδεκτά πρότυπα. Και όταν ενδέχεται οι διαρρυθμίσεις αυτές να συνάδουν μεν με την αντίληψη περί δικαιοσύνης στην εν λόγω κοινωνία ή με τις απόψεις της κυρίαρχης τάξης, αυτή καθεαυτή όμως η αντίληψη να είναι ελάχιστα εύλογη και σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις πρόδηλα άδικη. {6}

Γιατί όμως εξ αρχής υπάρχει η περίπτωση να θεσπιστούν άδικοι νόμοι; Κατά τον Rawls το σύνταγμα είναι μια δίκαιη αν και ατελής διαδικασία, που καταστρώνεται με τέτοιο τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει, όσο το επιτρέπουν οι περιστάσεις, ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Η ατέλεια του έγκειται στο ότι είναι ανίκανες οι πολιτικές διαδικασίες να εγγυηθούν ότι οι νόμοι που θα θεσπίζονται σύμφωνα με αυτό θα είναι και δίκαιοι. Επιπλέον η συνταγματική διαδικασία θα πρέπει σε μεγάλο βαθμό να στηρίζεται σε κάποια μορφή ψηφοφορίας, δηλαδή στην αρχή της πλειοψηφίας. Οι πλειοψηφίες όμως (ή οι συνασπισμοί μειοψηφιών) μοιραία υποπίπτουν σε λάθη, οφειλόμενα αν όχι σε άγνοια και εσφαλμένες κρίσεις, τουλάχιστον σε στενόμυαλες και ιδιοτελείς απόψεις. Ωστόσο, το φυσικό μας καθήκον να στηρίζουμε τους δίκαιους θεσμούς μας δεσμεύει να συμμορφωνόμαστε σε άδικους νόμους και πολιτικές επιλογές, ή τουλάχιστον να μην τους αντιστεκόμαστε με παράνομα μέσα, όσο αυτοί δεν υπερβαίνουν ορισμένα όρια αδικίας. Από την στιγμή που απαιτείται να παρέχουμε την υποστήριξη μας σε ένα δίκαιο σύνταγμα, είμαστε υποχρεωμένοι και να τηρούμε μια από τις ουσιώδης αρχές του, αυτήν της πλειοψηφίας. Σε ένα καθεστώς λοιπόν κατά προσέγγιση δικαιοσύνης έχουμε κανονικά το καθήκον να συμμορφωνόμαστε με άδικους νόμους λόγω του καθήκοντος μας να στηρίζουμε ένα δίκαιο σύνταγμα. {7}

Τα βάρη όμως που απορρέουν από την αδικία θα πρέπει μακροπρόθεσμα να κατανέμονται λίγο πολύ εξίσου στις διάφορες κοινωνικές ομάδες, ενώ οι δυσκολίες που προκαλούν οι άδικες πολιτικές επιλογές δεν θα πρέπει να είναι υπέρμετρα επαχθείς σε κάθε ατομική περίπτωση. Έτσι λοιπόν υποτάσσουμε τη δράση μας σε μια δημοκρατική αρχή μόνο στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να μοιραζόμαστε ισότιμα τις συνέπειες των αναπόφευκτων ατελειών ενός συνταγματικού συστήματος. {8}

Συνοψίζοντας, ο Rawls αναφέρει ότι η αρχή της πλειοψηφίας, σε μια ορισμένη εκδοχή της, δικαιολογείται ως ο καλύτερος διαθέσιμος τρόπος για να εξασφαλίσουμε τον δίκαιο και αποτελεσματικό χαρακτήρα της νομοθεσίας. Η αρχή αυτή είναι συμβατή με την ίση ελευθερία και διαθέτει ορισμένη φυσικότητα. Αν, αντίθετα, γινόταν δεκτή η κυριαρχία της μειοψηφίας, δεν υπήρχε κάποιο σαφές κριτήριο με το οποίο θα επιλέγονταν όσοι θα αποφασίζουν και έτσι θα παραβιαζόταν η αρχή της ισότητας. Με την ίδια λογική λοιπόν υποθέτουμε συνήθως πως μια ιδανικά διευθυνόμενη συζήτηση μεταξύ πολλών προσώπων έχει περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε ένα ορθό συμπέρασμα (έστω και μετά από ψηφοφορία) από ότι η μοναχική διαβούλευση του καθενός με τον εαυτό του. Έτσι ένα αναπόφευκτα δίκαιο σύνταγμα στηρίζεται σε ορισμένο βαθμό στην ικανότητα των πολιτών και των νομοθετών να υιοθετούν μια ευρύτερη σκοπιά και να κρίνουν ορθά κατά την εφαρμογή των αρχών της δικαιοσύνης.{9}

Αφού λοιπόν έχουμε μια κατά προσέγγιση δίκαιη πολιτεία, που οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν μπορούν να μας εγγυηθούν πάντοτε δίκαια αποτελέσματα, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την πολιτική ανυπακοή ως αυτοδιορθωτική πολιτική με σκοπό την αυτοεξέλιξη της κοινωνίας. Είναι αυτονόητο ότι κάθε είδους παρέκκλιση από τις αρχές τις δικαιοσύνης δεν δικαιολογεί αυτομάτως μορφές μη συμμόρφωσης. Από το φυσικό καθήκον λοιπόν απορρέει και η πολιτική ανυπακοή. Αν πρέπει να συμμορφωνόμαστε σε δίκαιους θεσμούς, τότε δεν θα πρέπει να συμμορφωνόμαστε σε άδικους θεσμούς.

Κεφάλαιο 2ο

Μορφές μη συμμόρφωσης προς τον νόμο

2.1 Πολιτική Ανυπακοή

Ο Rawls ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που έδωσε έναν συστηματικό ορισμό για την πολιτική ανυπακοή. Μια συνταγματική θεωρία της πολιτικής ανυπακοής έχει τρία μέρη. Πρώτον πρέπει να οριοθετεί το είδος της διαφωνίας και το διαχωρίζει από άλλες μορφές εναντίωσης σε δημοκρατικά νομιμοποιούμενες κρατικές αρχές. Οι μορφές αυτές καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων που χαρακτηρίζεται από τις νόμιμες διαδηλώσεις και τις εκούσιες παραβιάσεις του νόμου. Δεύτερον πρέπει να απομονώνει τους λόγους της πολιτικής ανυπακοής και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δικαιολογείται μια τέτοια δράση μέσα σε ένα (κατά το μάλλον ή ήττον) δίκαιο δημοκρατικό καθεστώς. Τρίτον η θεωρία οφείλει να εξηγήσει τον ρόλο της πολιτικής ανυπακοής στο πλαίσιο ενός συνταγματικού συστήματος και να δικαιολογήσει την καταλληλότητα αυτού του τρόπου διαμαρτυρίας στο πλαίσιο μιας ελεύθερης κοινωνίας. {10}

Πολιτική ανυπακοή ορίζεται λοιπόν ως δημόσια, μη βίαιη, συνειδησιακή αλλά παρ’ όλα αυτά πολιτική δράση που εκδηλώνεται ενάντια στον νόμο, με σκοπό συνήθως τη μεταβολή του νόμου ή των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης. Επίσης δεν απαιτείται η πράξη πολιτικής ανυπακοής να παραβιάζει τον ίδιο τον νόμο εναντίον του οποίου στρέφονται οι σχετικές διαμαρτυρίες. Έτσι καταφεύγοντας στην πολιτική ανυπακοή, μια μειοψηφία φέρνει κατ’ ανάγκην την πλειοψηφία αντιμέτωπη με το δίλημμα είτε να αποδεχθεί αυτή την ερμηνεία των ενεργειών της, είτε να αναγνωρίσει, ενόψει του κοινού αισθήματος δικαιοσύνης, τη νομιμότητα των αιτημάτων της μειοψηφίας. {11}

Στην αφαιρετική του διατύπωση ο ορισμός του Rawls εμφανίζει μιαν αναμφισβήτητη τάση διεύρυνσης των ορίων της δικαιολογημένης ανυπακοής σε σχέση με την κυρίαρχη αντίληψη στο φιλελευθερισμό της εποχής του. Ο ορισμός ξεκαθαρίζει ότι η ανυπακοή δεν χρειάζεται να λαμβάνει υποχρεωτικά άμεση μορφή, να διεξάγεται δηλαδή μέσω της παραβίασης του άδικου δίκαιου και μόνο. Επιπλέον, δείχνει να υπονοεί ότι η μη συμμόρφωση δεν αποτελεί μόνο ατομική δυνατότητα των ίδιων των αδικούμενων, νομιμοποιείται επίσης και ως μορφή αλληλεγγύης προς αυτούς. Πάνω απ’ όλα, και σε αντίθεση με την κλασική φιλελεύθερη αντίληψη, ο ορισμός ξεκαθαρίζει ότι η ανυπακοή συνιστά μορφή πολιτικού αγώνα, εφόσον εκκινεί από μια δημόσια αντίληψη πολιτικής δικαιοσύνης, κατατείνει στην ανοιχτή εναντίωση στην αδικία και στοχεύει σε θεσμικές μεταβολές. {12}

Επιπρόσθετα η πολιτική ανυπακοή αποτελεί μια έκφραση ανυπακοής στον νόμο, αλλά βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο (έστω και στις παρυφές) της πίστης σε αυτόν. Η δημόσια και μη βίαιη φύση της πράξης καθώς και η ετοιμότητα να αποδεχθεί κανείς τις νόμιμες συνέπειες της συμπεριφοράς του, εκφράζουν ταυτόχρονα την πίστη στον νόμο. Γι’ αυτό τον λόγο είναι αναγκασμένος να καταβάλει ορισμένο τίμημα προκειμένου να πείσει τους άλλους ότι οι πράξεις μας βρίσκουν επαρκή ηθική θεμελίωση στις πολιτικές πεποιθήσεις της κοινότητας. {13} Η πιθανόν κριτική στάση του ανυπάκουου έναντι των επικρατουσών αντιλήψεων περί δικαιοσύνης δεν σημαίνει την απαλλαγή του από το ηθικοπολιτικό βάρος να αποδείξει τον σοβαρό χαρακτήρα της αδικίας στην οποία αντιτίθεται, την ευλογοφάνεια των απόψεων του και την ειλικρίνεια των προθέσεων του. Η ανυπακοή λοιπόν μπορεί να εκδηλώνεται εξωθεσμικά, αλλά σε καμία περίπτωση εν απουσία θεσμών. {14}

Η συνταγματική θεωρία της πολιτικής ανυπακοής εδράζεται αποκλειστικά σε ορισμένη αντίληψη περί δικαιοσύνης. Στηρίζεται σε αρχές δικαιοσύνης του κοινού νου, τις οποίες οι άνθρωποι αξιώνουν ο ένας τον άλλο να ακολουθεί, και όχι σε διακηρύξεις θρησκευτικής πίστης και αγάπης, που δεν μπορούν να αξιώσουν να αποδέχεται ο καθένας. Έτσι η θεωρία της πολιτικής ανυπακοής συμπληρώνει την αμιγώς νομική αντίληψη της συνταγματικής δημοκρατίας: επιχειρεί να διατυπώσει τους λόγους για τους λόγους για τους οποίους θα μπορούσε κανείς να εκφράσει τη διαφωνία του με τη νόμιμη δημοκρατική αρχή με τρόπους, που ενώ είναι ομολογουμένως παράνομοι, εκφράζουν ωστόσο την πίστη στον νόμο και επικαλούνται τις θεμελιώδεις πολιτικές αρχές ενός δημοκρατικού καθεστώτος.{15}

2.2 Αντίρρηση συνείδησης
Η αντίρρηση συνείδησης είναι η μη συμμόρφωση με μια, κατά το μάλλον ή ήττον, άμεση νομική επιταγή ή διοικητική εντολή. Πρόκειται για άρνηση, εφόσον μας απευθύνεται μια προσταγή και, με δεδομένη τη φύση της κατάστασης, η από μέρους μας λήψη της είναι γνωστή στις αρχές. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η άρνηση των πρώτων χριστιανών να τελέσουν τις λατρευτικές πράξεις που τους επέβαλε το ειδωλολατρικό κράτος ή στην περίπτωση του Thoreau, η άρνηση του να καταβάλει έναν φόρο με το επιχείρημα ότι η καταβολή του τον καθιστά υπαίτιο βαριάς αδικίας. {16}

Έτσι καταλαβαίνουμε ότι η αντίρρηση συνείδησης αμφισβητεί επιταγές του νόμου πάνω στη βάση καθαρά ατομικών ηθικό-θρησκευτικών επιταγών του πράττοντος οι οποίες είναι ενδεχόμενο να μην εντάσσονται στο εύρος της δημόσιας λογικότητας.{17} Άρα στην περίπτωση των αντιρρησιών συνείδησης προέχει το προσωπικό στοιχείο της ανυπακοής, δεν είναι απαραίτητο η άρνηση τους να περιβάλλεται με δημοσιότητα, δεν είναι αναγκαίο να έχει πολιτικό κίνητρο και είναι πιθανόν η διεκδίκησή τους να περιορίζεται στην εξαίρεση τους από την εφαρμογή του κανόνα. {18}

Πιο συγκεκριμένα, ο Rawls αναφέρει σε περίπτωση πολέμου, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις δηλαδή το έθνος να έχει δίκαιους λόγους να αναλαμβάνει πολεμική δραστηριότητα, όπως είναι η αρχή του αυτοκαθορισμού, το δικαίωμα της αυτοάμυνας και σύναψη αμυντικών συμμαχιών, που ο σκοπός του πολέμου είναι μια δίκαιη ειρήνη και όχι παγκόσμια ισχύ, τότε υποθέτουμε ότι θα επιλέγονταν οι παραδοσιακές απαγορεύσεις που ενσωματώνουν το φυσικό καθήκον προστασίας της ανθρώπινης ζωής. Έτσι ορισμένη πράξη αντιρρήσεως είναι δυνατόν να ιδωθεί και ως πράξη πολιτικής ανυπακοής, αναλόγως των κινήτρων της. Για παράδειγμα, η άρνηση να φέρει κανείς όπλα συνιστά αντίρρηση συνείδησης εφ’ όσον βασίζεται σε κάποια θρησκευτική δοξασία του πράττοντος, διότι ας πούμε πιστεύει στην μετεμψύχωση, ενώ θα είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως πολιτική ανυπακοή εφ’ όσον εκλογικεύεται ως πράξη αντικείμενη στην ορθή ερμηνεία ευρύτερων και κοινά αποδεκτών συνταγματικών και δικαιοπολιτικών επιλογών, όπως για παράδειγμα της προστασίας της αξίας του ανθρώπου. {19}

Σε αντιπαραβολή, λοιπόν η πολιτική ανυπακοή έχει πολιτικό χαρακτήρα υπό μια πολύ συγκεκριμένη έννοια: ο πράττων παραβαίνοντας το θετικό δίκαιο δεν επικαλείται εντελώς ιδιοσυγκρασιακά επιχειρήματα που ανάγονται στις ατομικές ηθικές, θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή άλλες αντιλήψεις του, αλλά επικαλείται αρχές και επιχειρήματα που απορρέουν από την υφιστάμενη δημόσια περί δικαιοσύνης αντίληψη. {20}

Κεφάλαιο 3ο

Τιμωρώντας την ανυπακοή στον νόμο: η περίπτωση της πολιτικής ανυπακοής

Ένα πολύ σημαντικό ζήτημα είναι το πώς πρέπει να συμπεριφερθούν οι αρχές στην πολιτική ανυπακοή, πώς να παρέμβουν, ποιον να συλλάβουν, αν οι εισαγγελείς πρέπει να προχωρήσουν σε δίκη, πώς και σε τι βαθμό να τιμωρηθούν οι παραβαίνοντες. Υπάρχουν ποικίλες θεωρίες ποινής για αυτούς που δεν συμμορφώνονται στους νόμους. Για παράδειγμα ο Jeremy Bentham υποστήριζε ότι η τιμωρία είναι ένα κακό το οποίο δικαιολογείται μόνο εάν η εφαρμογή του εμποδίζει να εμφανιστεί ένα μεγαλύτερο κακό στο μέλλον. Μια συνεπειοκρατική προσέγγιση είναι η θεωρία της αποτροπής που η τιμωρία είναι δικαιολογημένη εάν αποτρέπει ή / και αποθαρρύνει τόσο το δράστη όσο και τους άλλους να παραβούν το νόμο. Οι θεωρίες της αποτροπής έχουν επικριθεί επειδή ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της τιμωρίας δίνει στους ανθρώπους έναν προληπτικό λόγο σχετικά με την προοπτική της τιμωρίας και όχι έναν ηθικό λόγο για να μην παραβιάζουν το νόμο. {21} Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι η αντιμετώπιση του αδικήματος πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα της ως αδίκημα. Η σοβαρότητα καθορίζεται από δύο παράγοντες: την ενοχή ενός δράστη και της ζημίας που προκαλείται από τη δράση του. Και αυτή η θεωρία όμως έχει επικριθεί για το πόσο τελικά μπορεί να καθοριστεί τι αξίζουν οι παραβάτες και αν αξίζει η τιμωρία τους, και αν πρέπει οι άνθρωποι πάντα να τιμωρηθούν όπως τους αξίζει. Μια παραλλαγή της θεωρίας αυτής είναι η επικοινωνιακή θεωρία της τιμωρίας που οι σκοποί της τιμωρίας είναι να μεταφέρουν την κρατική καταδίκη της δράσης και να οδηγήσουν τον δράστη να μετανοήσει τη δράση του, αλλάζοντας τη συμπεριφορά του.

Σε μια επικοινωνιακή αντίληψη της τιμωρίας, η κατάσταση έχει ως στόχο να συνεργαστεί με το δράστη σε έναν ηθικό διάλογο, έτσι ώστε αυτός να εκτιμήσει τους ηθικούς λόγους που πρέπει να ακολουθήσει το νόμο. {22} Δεδομένου ότι ο σκοπός και η αιτιολόγηση της τιμωρίας είναι να αποτρέψει τους ανθρώπους από παραβίασης της νομοθεσίας, ένα σύστημα αποτροπής θα επιβάλει στην πολιτική ανυπακοή ότι η τιμωρία είναι αναγκαία. Η σοβαρότητα της ποινής μάλλον θα εξαρτηθεί από εμπειρικές εκτιμήσεις, δηλαδή μερικές φορές οι ανυπάκουοι θα δέχονται μεγαλύτερη ποινή από αυτή που απαιτείται για συνήθεις παραβάτες εφόσον έχουν πάρει πολύ σοβαρά την ηθική τους καταδίκη και δεν μπορούν να αποτραπούν με τυπικές ποινές, ενώ μερικές φορές θα δέχονται μικρότερη ποινή εφόσον οι ανυπάκουοι συνήθως δεν είναι επικίνδυνοι εγκληματίες και ως εκ τούτου μπορεί να χρειαστεί λιγότερη προσπάθεια για να τους αποτρέψουν από την υποτροπή. {23}

Αντίθετα η επικοινωνιακή θεωρία της τιμωρίας θα τιμωρούσε μόνο τη πολιτική ανυπακοή, εάν, και στο μέτρο που της αξίζει να τιμωρηθεί ο δράστης. Η θεωρία αυτή δίνει βαρύτητα σε ζητήματα ελέους καθώς θα τιμωρήσει μόνο στο βαθμό που η τιμωρία θα είναι δικαιολογημένη και εξαιτίας της ‘‘συμπάθειας’’ προς τον δράστη μπορεί να τιμωρηθεί λιγότερο από ό, τι του αξίζει, σύμφωνα με τη δικαιοσύνη. Η προσέγγιση αυτή θέτει το ερώτημα: αν ο δράστης έχει ως κίνητρο την πολιτική ανυπακοή μπορεί ο νόμος να δείξει έλεος προς δράστη; Συνοπτικά υπάρχουν δύο πιθανές απαντήσεις για το αν οι πολιτικά ανυπάκουοι αξίζουν να τιμωρηθούν. Η μία άποψη αναφέρει ότι ανυπάκουοι αξίζουν την ίδια τιμωρία με τους συνήθεις παραβάτες, οι οποίοι παραβιάζουν τους ίδιους νόμους. Όπως το θέτει ο Greenawalt, οι απαιτήσεις της αναλογικότητας φαίνεται να έχουν συστήσει μια ενιαία εφαρμογή των νομικών απαγορεύσεων. Δεύτερον, επίσης σύμφωνα με τον Greenawalt, εάν για παράδειγμα δικαιολογηθεί από το δικαστήριο μια δικαιολογημένη παράνομη πράξη (όπως της πολιτικής ανυπακοής) στην συνέχεια ίσως αποτύχει το δικαστήριο να τιμωρήσει αδικαιολόγητες πράξεις. Συνεπώς ακόμα και όταν το δικαστήριο θα χει πάρει τις σωστές αποφάσεις, οι πολίτες μπορεί να βγάλουν λάθος συμπεράσματα, και η εμπιστοσύνη τους στην ποινική λειτουργία μπορεί να αποδυναμωθεί ώστε οι αδικαιολόγητες πράξεις που μοιάζουν δικαιολογημένες. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική ανυπακοή θα πρέπει να θεωρηθεί στα μάτια του νόμου ως ένα διαφορετικό είδος ανυπακοής από τα κοινά εγκλήματα. Αυτό όμως αφήνει δύο επιλογές: η πολιτική ανυπακοή αξίζει μεγαλύτερης τιμωρίας ή αξίζει λιγότερης τιμωρίας από τα κοινά εγκλήματα. {24}

Υπάρχουν κάποιοι όμως που υποστηρίζουν ότι η πολιτική ανυπακοή θα πρέπει να εξετάζεται αυστηρότερα από τα συνηθισμένα παραπτώματα. Αυτό διότι υπάρχει το γεγονός ότι οι ανυπάκουοι φαίνονται να έχουν βάλει υπεράνω του νόμου την δική τους ηθική κρίση για ένα συγκεκριμένο θέμα σε αντίθεση με τη δημοκρατική διαδικασία λήψη αποφάσεων και του κράτους δικαίου. Επιπρόσθετα σημαντική παράμετρος είναι η δημοσιότητα που παίρνει η πολιτική ανυπακοή. Αυτό το γεγονός αναγκάζει τις δικαστικές αρχές να ασχοληθούν περισσότερο διότι υπάρχει η πιθανότητα οι νομοταγείς πολίτες να αισθάνονται ανασφαλείς και ειδικά στην περίπτωση που δεν ληφθούν μέτρα αντιμετώπισης του φαινομένου. Τέλος, οποιαδήποτε χρήση βίας φαίνεται να επιδεινώνει την πολιτική ανυπακοή ιδιαίτερα όταν αυξάνεται η σημασία του αδικήματος ή όταν υποκινεί άμεσα και αδικαιολόγητα περαιτέρω κρούσματα βίας . Και παρόλο που η βία μπορεί να καταδείξει εύγλωττα τη σοβαρότητα μιας άρνησης, αλλάζει ωστόσο τη φύση του διαλόγου. Σπρώχνει τις αρχές να ανταποκριθούν με τρόπο σύμφωνο με τη στάση τους σχετικά με τη βία, αποφάσεις οι οποίες μπορεί να είναι αυστηρότερες από εκείνες που αλλιώς θα ήθελαν να πάρουν προς τις πράξεις πολιτικής ανυπακοής που υπερασπίζονται ανώτερες αξίες. {25} Η τελική πιθανή άποψη είναι ότι η πολιτική ανυπακοή θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη επιείκεια από τους απλούς παραβάτες, τουλάχιστον όταν η ανυπακοή είναι ηθικά δικαιολογημένη. Οι δράστες της πολιτικής ανυπακοής έχουν συνειδητά κίνητρα και συχνά οι διαμαρτυρίες τους εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κοινωνίας, επανεξετάζοντας τα ηθικά όρια των αποφάσεων. Αν και η ηθική αιτιολόγηση συνήθως δεν μεταφράζεται σε νομική αιτιολόγηση. {26}

Επίλογος

Τα ιστορικά παραδείγματα της πολιτικής ανυπακοής όπως για παράδειγμα του Martin Luther King, είναι αντιπροσωπευτικά αυτού του είδους της πολιτικής ανυπακοής που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της νομικής προστασίας για τα βασικά δικαιώματα. Τέτοιου είδους ανυπακοή έρχεται σε αντίθεση με την σύγχρονη πολιτική ανυπακοή, η οποία δεν επικεντρώνεται στα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων, αλλά και για ευρύτερα ζητήματα και συμφέροντα, όπως το περιβάλλον, τα δικαιώματα των ζώων, τον πυρηνικό αφοπλισμό, την παγκοσμιοποίηση, την εξωτερική πολιτική, και ούτω καθεξής. Παρ’ όλα αυτά τέτοια ελλείμματα στο διάλογο των πολιτών με το κράτος και την νομοθεσία μπορεί να είναι ένα αναπόφευκτο μέρος της πραγματικής δημοκρατίας, και η πολιτική ανυπακοή αναλάβει να διορθώσει αυτά τα ελλείμματα. Έτσι η πολιτική ανυπακοή παραμένει και σήμερα ένα ζωντανό μέρος των φιλελεύθερων δημοκρατιών και υπάρχουν σημαντικά θέματα που αφορούν την πολιτική ανυπακοή, ιδιαίτερα για το πώς η πρακτική αυτή μπορεί να διακριθεί από πιο ριζοσπαστικές μορφές διαμαρτυρίας και το πώς αυτή η πρακτική θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από το νόμο. {27}

* Πανεπιστήμιο Κρήτης – Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών, Τομέας Θεωρίας και Μεθοδολογίας των Κοινωνικών Επιστημών, Ρέθυμνο 2016.

Υποσημειώσεις

{1} Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001.

{2} Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001.

{3} Στο ίδιο (σελ. 399-400).

{4} Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 401).

{5} Στο ίδιο.

{6} Στο ίδιο (σελ. 409-414).

{7} Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 409-414).

{8} Στο ίδιο.

{9} Στο ίδιο.

{10} Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 423-429).

{11} Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 423-429).

{12} Γαρυπίδης, Ανυπακοή του πολίτη και δημοκρατική αρχή: Μια κριτική προσέγγιση στην αντίληψη του σύγχρονου φιλελευθερισμού για την δικαιολογημένη μη συμμόρφωση στο νόμο, στο Η δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας: Μελέτες χαριστήριες στον Ζήση Παπαδημητρίου, Αθήνα: Σαββάλας, 2011 (σελ.234).

{13} Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 427).

{14} Γαρυπίδης, Ανυπακοή του πολίτη και δημοκρατική αρχή: Μια κριτική προσέγγιση στην αντίληψη του σύγχρονου φιλελευθερισμού για την δικαιολογημένη μη συμμόρφωση στο νόμο, στο Η δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας: Μελέτες χαριστήριες στον Ζήση Παπαδημητρίου, Αθήνα: Σαββάλας, 2011(σελ. 241).

{15} Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 423-429).

{16} Στο ίδιο.

{17} Παραρρηγόπουλος, Τρεις αγγλοαμερικάνοι φιλόσοφοι για την πολιτική ανυπακοή: Raz, Dworkin, Rawls, στο Το δικαίωμα της αντίστασης: Δικανικοί διάλογοι ΙΙΙ, Αθήνα: Σάκκουλας, 1995.

{18} Τσακυράκης, Η πολιτική ανυπακοή, στο Το δικαίωμα της αντίστασης: Δικανικοί διάλογοι ΙΙΙ, Αθήνα: Σάκκουλας, 1995 (σελ. 323-338).

{19} Rawls, Θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα: Πόλις, 2001 (σελ. 439-445).

{20} Παραρρηγόπουλος, Τρεις αγγλοαμερικάνοι φιλόσοφοι για την πολιτική ανυπακοή: Raz, Dworkin, Rawls, στο Το δικαίωμα της αντίστασης: Δικανικοί διάλογοι ΙΙΙ, Αθήνα: Σάκκουλας, 1995 (σελ. 323-338).

{21} Stanford Encyclopedia of philosophy, Civil disobedience (http://plato.stanford.edu/entries/civil-disobedience/#Pun).

{22} Στο ίδιο.

{23} Στο ίδιο.

{24} Stanford Encyclopedia of philosophy, Civil disobedience (http://plato.stanford.edu/entries/civil-disobedience/#Pun).

{25} Στο ίδιο.

{26} Stanford Encyclopedia of philosophy, Civil disobedience (http://plato.stanford.edu/entries/civil-disobedience/#Pun).

{27} Stanford Encyclopedia of philosophy, Civil disobedience (http://plato.stanford.edu/entries/civil-disobedience/#Pun).

Βιβλιογραφία

Γαρυπίδης, Νίκος, Ανυπακοή του πολίτη και δημοκρατική αρχή: Μια κριτική προσέγγιση στην αντίληψη του σύγχρονου φιλελευθερισμού για την δικαιολογημένη μη συμμόρφωση στο νόμο, στο Η δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας: Μελέτες χαριστήριες στον Ζήση Παπαδημητρίου, Αθήνα: Σαββάλας, 2011

Παραρρηγόπουλος, Ξενοφών, Τρεις αγγλοαμερικάνοι φιλόσοφοι για την πολιτική ανυπακοή: Raz, Dworkin, Rawls, στο Το δικαίωμα της αντίστασης: Δικανικοί διάλογοι ΙΙΙ, Αθήνα: Σάκκουλας, 1995

Τσακυράκης, Σταύρος, Η πολιτική ανυπακοή, στο Το δικαίωμα της αντίστασης: Δικανικοί διάλογοι ΙΙΙ, Αθήνα: Σάκκουλας, 1995

Rawls, John, Θεωρία της δικαιοσύνης, (μετάφραση Φίλιππος Βασιλόγιαννης, Βασίλης Βουτσάκης, Φιλήμων Παιονίδης, κ.ά.), επιμέλεια Ανδρέας Τάκης, Αθήνα: Πόλις, 2001

Stanford Encyclopedia of philosophy, Civil disobedience (http://plato.stanford.edu/entries/civil-disobedience/#Pun)

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!