Η αντίληψη του χρόνου στα δύο φύλα

 

Χρύσα Τζώρτζη

Η διαίρεση μεταξύ φύλων μοιάζει να ανήκει «στην τάξη των πραγμάτων», όπως λέμε ενίοτε για να μιλήσουμε γι’ αυτό που είναι φυσιολογικό, φυσικό, μέχρι του σημείου να είναι αναπόφευκτο, είναι ταυτοχρόνως παρούσα, σε αντικειμενοποιημένη κατάσταση, στα πράγματα, σε ολόκληρο τον κοινωνικό κόσμο και, σε ενσωματωμένη κατάσταση, στα σώματα, στις έξεις των δρώντων, που λειτουργούν ως συστήματα σχημάτων πρόσληψης, σκέψης και δράσης.[1]

Ο Γάλλος φιλόσοφος Guyau  έγραψε ότι ο χρόνος δεν είναι προϋπόθεση αλλά μάλλον ένα απλό προϊόν συνειδητότητας. Δεν είναι μια a priori μορφή που εμείς επιβάλλουμε στα φαινόμενα, είναι ένα σύνολο σχέσεων μεταξύ τους που δημιουργεί η εμπειρία. Ο χρόνος δεν είναι τίποτε άλλο από ένα είδος συστηματικής τάσης, μια οργάνωση των νοητικών αναπαραστάσεων. Από μια πιο κοινωνιολογική σκοπιά ο G. Balandier υποστήριξε ότι οι κοινωνίες θα μπορούσαν να οριστούν ως μηχανές που επεξεργάζονται το χρόνο των ανθρώπων.[2]

Τα δυο φύλα, λοιπόν, μπορεί να αντιλαμβάνονται διαφορετικά την αίσθηση, την κατανομή και τη διαχείριση του χρόνου. Όσον αφορά την αίσθηση του χρόνου η γυναίκα, που μεγαλώνοντας αλλάζει ο ρόλος της από κόρη σε σύντροφο και μητέρα, η έμφαση στην ενασχόληση με τη φυσική της εμφάνιση είναι ένα συχνό χαρακτηριστικό, θα έλεγε κανείς, με βασικό (άλλα όχι μοναδικό) σκοπό την ‘προσέλκυση’ του συντρόφου. Καθώς μεγαλώνει σε ηλικία, η ανάγκη για κάλυψη των σημαδιών του χρόνου (άσπρα μαλλιά, ρυτίδες) προωθείται από την κοινωνία ως κάτι φυσικό, σαν ο χρόνος να  ‘γράφει’ διαφορετικά πάνω στα δυο φύλα, όπως για παράδειγμα τα άσπρα μαλλιά στους άνδρες προσδίδουν σοφία, γοητεία και κύρος, ενώ στις γυναίκες συνήθως φθορά.

Ακόμα και ο ελεύθερος χρόνος εξακολουθεί να κατανέμεται άνισα ανάμεσα στα δύο φύλα. Για παράδειγμα η υπερβολική προσήλωση του άντρα στην επαγγελματική του πορεία, σημαίνει συχνά ταυτόχρονη έλλειψη χρόνου επαφής με την οικογένειά του αλλά και έλλειψη προσωπικού χρόνου. Από την άλλη πλευρά η γυναίκα που βρίσκεται σε μία πολλαπλότητα ρόλων, φροντίδας του παιδιού, του συντρόφου, εργαζόμενη, έχει λιγότερο χρόνο για να επιδιώξει προσωπικές και επαγγελματικές επιτυχίες. Συγκρίνοντας τις χρήσεις του χρόνου σε πολλές δυτικές χώρες, βλέπουμε ότι σε όλες (με μόνη εξαίρεση τις Κάτω Χώρες) οι άνδρες διαθέτουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο από τις γυναίκες, είτε πρόκειται για εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης είτε εργαζόμενους μερικής απασχόλησης είτε μη εργαζόμενους (Roy, 1990).[3]

Σύμφωνα με μια άλλη έρευνα που έγινε σε δώδεκα εκβιομηχανισμένες χώρες, οι νοικοκυρές με πλήρη απασχόληση είχαν 25% λιγότερο ελεύθερο χρόνο από τους άντρες, ενώ για τις εξωοικοκυρικά εργαζόμενες γυναίκες ο ελεύθερος χρόνος ήταν ακόμη λιγότερος (Leghorn-Parker 1981, σελ. 193). Έτσι οι γυναίκες πολλές φορές επιζητούν ελεύθερο προσωπικό χρόνο έξω από τα οικογενειακά πλαίσια, με αποτέλεσμα να ψάχνουν τρόπους επίτευξης αυτού του στόχου, όπως για παράδειγμα να στρέφονται στην προηγούμενη γενιά (παππούδες, γιαγιάδες) ζητώντας βοήθεια.

 

Τελικά μήπως ο χρόνος εκλαμβάνεται σαν μια «κοινωνική ποινή» για την γυναίκα; Μήπως στο όνομα της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της θυσιάζει άλλα πράγματα; Κατά πόσο η μητρότητα μπορεί να υποβοηθήσει κοινωνικούς αποκλεισμούς; Όλα αυτά τα ερωτήματα, ακόμα και σήμερα παραμένουν κρίσιμα, αν και υπάρχει περισσότερη ισότητα ανάμεσα στα δυο φύλα σε σύγκριση με το παρελθόν.

———————————

[1] Pierre Bourdieu,  Η ανδρική κυριαρχία, μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου , επιμέλεια σειράς Νίκος Παναγιωτόπουλος, Αθήνα : Εκδόσεις Πατάκη, 2007.

[2] Σταυρούλα Σαμαρτζή, Ο χρόνος ως πρόβλημα προς επίλυση : Αναπαραστάσεις και γνωστικές στρατηγικές, Αθήνα : Πεδίο, 2011. 

[3] Κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου, επιμέλεια Αλεξάνδρα Κορωναίου, μετάφραση Κική Καψαμπέλη, Γιάννης Σταυρακάκης,Αθήνα : Νήσος, 1996.

 

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!