Οι ευάλωτες ομάδες γυναικών αντιμέτωπες με την εποχή της ευελιξίας

Δέσποινα Θηραίου*

Η παρακάτω εισήγηση πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της Πρώτης Ημερίδας του socialpolicy.gr με τίτλο «Η διάσταση του φύλου στην κοινωνική πολιτική και κοινωνιολογία» και εντάσσεται στα πλαίσια της παρουσίασης μελετών στους άξονες της κοινωνικής πολιτικής, κοινωνικής θεωρίας και κοινωνιολογίας (Αρθρογραφία / Μελέτες)

«Καλημέρα σας, ονομάζομαι Θηραίου Δέσποινα και είμαι απόφοιτη του τμήματος ΚΠ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το τελευταίο διάστημα συμμετέχω στο ΔΣ του Συλλόγου Επιστημόνων Κοινωνικής Πολιτικής, έναν σύλλογο που ιδρύθηκε το 2014 και έχοντας υπερβεί αρκετά εμπόδια, έχει δημιουργήσει ένα διαδικτυακό forum και εκδίδει κάθε μήνα εφημερίδα προσδοκώντας την κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων αλλά και για την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας«.

Η κοινωνική πολιτική όντας ένας επιστημονικός κλάδος διεπιστημονικού χαρακτήρα, επικεντρώνεται στη μελέτη κοινωνικών προβλημάτων, στοχεύοντας στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής. Στους τομείς παρέμβασης της, περιλαμβάνονται πεδία όπως η προστασία της υγείας, η κοινωνική ασφάλιση, η κοινωνική πρόνοια, η εκπαίδευση, η απασχόληση κ.α. τα οποία μπορούμε να μελετήσουμε υπό τη διάσταση του φύλου.

Με άλλα λόγια, η διάσταση του φύλου, είναι μια οριζόντια διάσταση που αφορά όλες τις πλευρές της κοινωνικής πολιτικής, είναι δηλαδή μια ανεξάρτητη, ξεχωριστή κατηγορία και έτσι θα πρέπει να την αντιμετωπίζουμε.

Στη σημερινή εποχή, λοιπόν, εν μέσω οικονομικής κρίσης, βιώνοντας καθημερινά την επισφάλεια κ την αβεβαιότητα, οι άνισες συνθήκες ζωής και εργασίας ανδρών και γυναικών επιδεινώνονται. Η κρίση πλήττει περισσότερο τις αδύναμες ομάδες του πληθυσμού, στις οποίες οι γυναίκες υπερεκπροσωπούνται. Παρ όλο που περισσότεροι άνδρες απ’ ότι γυναίκες έχουν χάσει τη δουλειά τους στην περίοδο της κρίσης, το ποσοστό ανεργίας των γυναικών παραμένει υψηλότερο, όπου σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του 2015, είναι  30,6% και 23,5% για τους άντρες.

Γυναίκες με αναπηρίες, άνεργες, μετανάστριες, Ρομά είναι μερικά παραδείγματα ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού που καλούνται καθημερινά να αντιμετωπίσουν το νέο καθεστώς της ευελιξίας. Αλλάζει πλέον το εργασιακό πρότυπο, οι όροι εργασίας απελευθερώνονται, γίνονται πιο χαλαροί, οι συνθήκες εργασίας εξατομικεύονται, το κόστος εργασίας γίνεται φθηνότερο. Διευκολύνονται οι απολύσεις, σε μια περίοδο που η ανεργία των νέων είναι στο αποκορύφωμα της. Αλλάζει ο τρόπος που υπολογίζονται και διαμορφώνονται οι μισθοί, εις βάρος πάντα των εργαζομένων. Συγκεκριμένα, το 2012 το κρατος παρενέβη καταργώντας τις συλλογικές συμβάσεις με ρύθμιση γενικού κατώτατου μισθού στα 586 ευρώ, ενώ για νέους μέχρι 25 ετών στα 510 ευρώ.

Η ανεργία αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο σημαντικά κοινωνικά  προβλήματα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες. Mέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, δεν αποτελούσε σημαντικό πρόβλημα. Από το σημείο όμως εκείνο και έπειτα, σε συνδυασμό με τις δύο πετρελαϊκές  κρίσεις, η πορεία της ήταν ανοδική. Μέσα από μια σειρά ερευνών που έχουν γίνει πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, έχει αναδειχθεί ότι οι ομάδες που πλήττονται περισσότερο από την ανεργία είναι οι γυναίκες και οι νέοι. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει στο να συγκαταλέγεται διαχρονικά στις πιο αγεφύρωτες ανισότητες φύλου. Οι σχετικές αναλύσεις δείχνουν επίσης ότι οι άνεργες γυναίκες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην ανεύρεση εργασίας σε περιόδους κρίσης από ότι οι άνδρες και όταν βρίσκουν εργασία, αυτό γίνεται κυρίως σε τομείς υψηλού ρίσκου. Οι συνέπειες είναι σημαντικές τόσο για τον άνεργο όσο και την οικογένειά του, αφού, εκτός από την έλλειψη εισοδήματος, μειώνει την κοινωνική θέση, δημιουργεί προβλήματα αυτοσεβασμού και οικογενειακών τριβών. Οι θέσεις εργασίας είναι ανασφαλείς, µε χαµηλούς µισθούς και περιορισµένες πιθανότητες για επαγγελµατική άνοδο.

Συνεπώς, οι γυναίκες οδηγούνται στη μετανάστευση εξαιτίας της ανεργίας και των διάφορων δυσκολιών που αντιμετωπίζουν, ευελπιστώντας για οικονομική ανεξαρτησία, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο. Οι οικονομικές συνθήκες καθώς και οι αναχρονιστικοί νόμοι που ισχύουν σε κάθε χώρα, ωθούν τις γυναίκες στην εγκατάλειψη του τόπου διαμονής τους, και την εγκατάστασή τους σ’ ένα καλύτερο γι’ αυτές περιβάλλον. Τα προβλήματα, όμως, που συναντούν οι μετανάστριες στις χώρες υποδοχής είναι πολλά και συνήθως περισσότερα από αυτά που αντιμετωπίζουν οι άνδρες μετανάστες, όπως η εκμετάλλευση, η βία, το trafficking, η σωματική αλλά, κυρίως, η ψυχική κακοποίηση. Με εξαίρεση έναν πολύ μικρό αριθμό προσφύγων και αιτούντων άσυλο αντιμετωπίζονται ως χαμηλόμισθοι εργάτες από τη σχετική νομοθεσία.

Διαφήμιση
Advertisement

Τόσο ο καταμερισμός της εργασίας όσο και το είδος της, γίνονται κατά φύλο και στις χώρες αποστολής, αλλά και στις χώρες υποδοχής. Έτσι, οι συνηθέστεροι τομείς απασχόλησης των μεταναστριών είναι ο κλάδος των οικιακών εργασιών, ο κλάδος της καθαριότητας και γενικότερα ο κλάδος παροχής υπηρεσιών. Ο χαρακτηρισμός των εργασιών αυτών ως “ατομικές” οδηγεί στην απομόνωση αυτών των γυναικών και στη μείωση των δικτύων πληροφόρησής τους, καθιστώντας τες ως υποκείμενα που δεν μπορούν ν’ αρθρώσουν πολιτικό λόγο και να συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο. Παρατηρείται επίσης, όξυνση διάφορων τύπων κοινωνικού ρατσισµού, γεγονός που δυσχεραίνει την κατάσταση δημιουργώντας περαιτέρω ανισότητες.

Ωστόσο, δεν εκλείπουν τα φαινόμενα εκμετάλλευσης των εργαζομένων από τους εργοδότες. Οι εργαζόμενες γίνονται έρμαιο των εργοδοτών τους, οι οποίοι δεν τηρούν τους κανόνες που σχετίζονται με τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις τους. Για παράδειγμα, δεν δίνουν τη συμφωνημένη αμοιβή, δεν τις ασφαλίζουν ακόμα και όταν έχουν τα απαιτούμενα έγγραφα, καταγγέλουν τις μη νόμιμες στην αστυνομία για να μην τους καταβάλουν τα δεδουλευμένα.Έχουν μάλιστα καταγραφεί φαινόμενα σεξουαλικής παρενόχλησης, φαινόμενα μαύρης εργασίας με μεγάλης διάρκειας βάρδιες χωρίς συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας. Έτσι, οι μετανάστριες είναι υποχρεωμένες να δουλεύουν σ’ ένα ανοργάνωτο και «ευέλικτο» εργασιακό περιβάλλον, δίχως να αναγνωρίζονται πολλές φορές τα εργασιακά τους δικαιώματα, έχοντας συχνά το φόβο απόλυσης ακόμα και απέλασης. Επίσης, υπάρχει ένας αριθμός μεταναστριών συνήθως από την Ανατολική Ευρώπη με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, που απασχολείται σε κατώτερους εργασιακούς τομείς προκειμένου ν’ αποκτήσει την οικονομική ανεξαρτησία που επιθυμεί.

Οι διακρίσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες δεν περιορίζονται μόνο στον τομέα της  απασχόλησης όπως οι διαφορές στους μισθούς σε σχέση με τους αντίστοιχους των ανδρών, αλλά και ως προς τη δυσκολία για επαγγελματική ανέλιξη. Οι διακρίσεις συνεχίζονται και  εκτός επαγγελματικού χώρου, αφού έχουν να αντιμετωπίσουν ανισότητες ακόμα και στα πλαίσια της οικογένειας, όπου συνήθως είναι αυτές που αναλαμβάνουν τις υπηρεσίες φροντίδας συνδυάζοντας αντιφατικές και αντικρουόμενες υποχρεώσεις και καθήκοντα. Καλούνται να παίξουν τριπλούς και τετραπλούς ρόλους και να είναι καλές σε όλους. Οι γυναίκες δηλαδή, επωμίζονται κατά κανόνα την ευθύνη των «εκτός εργασίας χώρων» που θηλυκοποιούνται και παραμερίζονται – ενώ ο χώρος της εργασίας θεωρείται ανδρικός και παραμένει ανδροκρατούμενος.  Έτσι, η οικιακή εργασία κι η φροντίδα αναγνωρίζονται ως κατεξοχήν θηλυκές, ενώ η έμμισθη εργασία ως κατεξοχήν αρσενική.

Ωστόσο, η οικιακή εργασία κυρίως στην έμμισθη εκδοχή της αποτελεί αντικείμενο μιας πλούσιας βιβλιογραφίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, από τις αρχές της δεκαετίας του 90 ο εργασιακός τομέας παροχής προσωπικών υπηρεσιών προσελκύει κυρίως γυναίκες μετανάστριες. Και αυτό διότι συνήθως οι γυναίκες ασχολούνται με επαγγέλματα που συνδέονται με τις παραδοσιακές αξίες που αποδίδονται στη γυναίκα, όπως για παράδειγμα με τη φροντίδα και συνήθως θεωρούνται κοινωνικά κατώτερα. Ωστόσο, οι εργασιακές σχέσεις στον χώρο της οικιακής εργασίας παραμένουν μια γκρίζα ζώνη. Παρόλο που υπάρχει σχετική ειδική ρύθμιση που επιβάλει στους εργοδότες να ασφαλίζουν το οικιακό προσωπικό, αυτή δεν εφαρμόζεται πάντα στην πράξη. Μόνο μέσα από ειδική ρύθμιση οι μετανάστριες μπορούν να έχουν άδεια παραμονής στην Ελλάδα αγοράζοντας τα ένσημά τους– κάτι το οποίο επιβαρύνει τις ίδιες και όχι τους εκάστοτε εργοδότες. Συνεπώς, ο χώρος της οικιακής εργασίας και φροντίδας, παραμένει θηλυκοποιημένος και υποβαθμισμένος στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας, καθώς η κυρίαρχη συνθήκη στο χώρο της εργασίας σήμερα, είναι η «επισφάλεια».

Διαβάστε Επίσης  Τo socialpolicy.gr στο διαδικτυακό ραδιόφωνο "Πορτοκαλί"

Στις αρχές του αιώνα, παρατηρείται μια σταδιακή αλλά έντονη μετατόπιση των εργασιακών σχέσεων προς την προσωρινή, μερική, αβέβαιη και χωρίς εργασιακά δικαιώματα εργασία. Οι ευέλικτες μορφές εργασίας παρουσιάστηκαν αρχικά σαν μια μορφή αντιμετώπισης των εντάσεων του φύλου στην οικογένεια. Αποκτώντας τέτοιου είδους εργασίες, θα μπορούσαν οι οικογένειες να καλύψουν το πρόβλημα της φροντίδας και των οικιακών αναγκών τους. Τις εργασίες όμως αυτές αναλαμβάνουν κατά κανόνα γυναίκες, με αποτέλεσμα οι συνθήκες επισφάλειας να τις επηρεάζουν δυσανάλογα και να δημιουργούνται νέοι θηλυκοποιημένοι τομείς εργασίας, όπως οι υπηρεσίες τηλεφωνικών υπηρεσιών και πωλήσεων, που χαρακτηρίζονται ως κατεξοχήν επισφαλείς. Σήμερα, ο τομέας της καθαριότητας παραμένει θηλυκοποιημένος, υποβαθμισμένος, επισφαλής και έχει έμφυλο χαρακτήρα. Ολοένα και περισσότερο ενισχύεται η ανασφάλεια των εργαζομένων, καταργούνται τα εργασιακά δικαιώματα, διαδίδονται οι προσωρινές, ευκαιριακές, χωρίς δεσμεύσεις σχέσεις εργασίας. Ενισχύεται δηλαδή αυτό που ονομάζεται «ευέλικτη» εργασία καθώς και η «ημιαπασχόληση», ενώ η πλειονότητα των φτωχών είναι γυναίκες.

Το κοινωνικό κράτος περιορίζεται, οι δομές που παλιότερα στήριζαν άτομα και οικογένειες λιγοστεύουν, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την εργασία και των δύο μελών της οικογένειας. Το ερώτημα που δημιουργείται είναι αν θα επιστρέψουν οι γυναίκες στους παραδοσιακούς ρόλους, στους ρόλους φροντίδας, ή οι άνδρες που δεν εργάζονται θα ασχολούνται περισσότερο με το σπίτι, τα παιδιά και τους ηλικιωμένους.

Καθοριστική σημασία έχει η ενίσχυση του κράτους πρόνοιας και η δημιουργία συνείδησης για τη σημασία της εναρμόνισης της επαγγελματικής, οικογενειακής και προσωπικής ζωής.

Με την οικονομική κρίση και τα αυξημένα ποσοστά ανεργίας, πολλοί μετανάστες που είχαν άδειες παραμονής ακόμα και για δεκαετίες βρίσκονται και πάλι παράνομοι όταν δεν έχουν εργασία, ζώντας με τη διαρκή απειλή της παρανομίας και κατά συνέπεια της απέλασης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, οποιοσδήποτε είναι παράνομος ή φοβάται μην γίνει παράνομος, να είναι πιο ευάλωτος σε επισφαλείς μορφές εργασίας, δηλαδή σε εργασία χωρίς εργασιακά δικαιώματα, χωρίς ωράρια, χωρίς εξασφαλισμένη αμοιβή και χωρίς εξασφαλισμένη διάρκεια. Στην Ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου αναφορές στα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες μετανάστριες, γι αυτό και έχει ασκηθεί έντονη κριτική από φεμινιστικές οργανώσεις και οργανισμούς.

Συνολικά, η αποσιώπηση του ζητήματος της οικιακής εργασίας από τη μεταναστευτική πολιτική ενισχύει τις έμφυλες ανισότητες καταδικάζοντας το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστριών στην Ελλάδα σε ένα γκρίζο άτυπο τομέα εργασίας. Το γεγονός ότι η εργασιακή επισφάλεια στον τομέα αυτό είναι καθεστώς δεν συνεπάγεται ότι οι γυναίκες αυτές είναι πάντα τα στερεοτυπικά θύματα. Διότι παράλληλα, ο τομέας της οικιακής εργασίας δίνει και σε πολλές γυναίκες τη δυνατότητα επαγγελματικής και κοινωνικής ανόδου. Σταδιακά πολλές μετανάστριες έχουν καταφέρει να αποκτήσουν χρήματα, σταθερό εισόδημα, και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, διεκδικώντας μια καλύτερη ζωή, ανεξαρτησία και αυτονομία.

Όσον αφορά τον τομέα της τεχνολογίας, από τη μια πλευρά δίνει την δυνατότητα εργασίας από το σπίτι, μέσω ευέλικτων ρυθμίσεων που συνδυάζουν την επαγγελματική με την οικογενειακή ζωή, και από την άλλη πλευρά, εμφανίζονται νέες σχέσεις εργασίας οι οποίες είναι πιο ευέλικτες, αβέβαιες, ανασφαλείς και δημιουργούν εμπόδια στην εργασία.

Συμπέρασμα

Συνοψίζοντας, η ισότητα των φύλων αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Πλέον, οι γυναίκες έχουν πρόσβαση σε ανώτατα αξιώματα της δημόσιας ζωής, σε ακαδημαικές θέσεις, σε θέσεις ευθύνης σε εθνικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς. Σε συνθήκες κρίσης, όμως, η επισφάλεια γίνεται η κυρίαρχη συνθήκη. Γι αυτό το λόγο πολλοί θεωρητικοί μιλούν για «θηλυκοποίηση» της οικονομίας. Καθώς τα εργασιακά δικαιώματα που ίσχυαν στο παρελθόν καταργούνται, ολοένα και περισσότερες γυναίκες αναγκάζονται να αποδεχτούν να ημιαπασχολούνται, να πληρώνονται με χαμηλότερους μισθούς, να εργάζονται σε συνθήκες αβέβαιες, περιορισμένου χρόνου, και χωρίς τα εξασφαλισμένα εργασιακά δικαιώματα του παρελθόντος. Σε περιόδους ειρήνης όσο και πολέμου, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν διακρίσεις από την πολιτεία, την τοπική κοινωνία και την οικογένεια.  Η προσαρμογή είναι δύσκολη. Η ανάγκη, όμως, για επιβίωση μας κάνει δυνατές και μας δίνει κουράγιο να συνεχίσουμε το δύσκολο αυτό αγώνα. Η ελπίδα, το θάρρος και η τόλμη είναι τα “όπλα” για να ξεπεράσουμε τα εμπόδια και τις δυσκολίες που προκύπτουν.  Ευχαριστώ.

 

* Η Δέσποινα Θηραίου γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι απόφοιτη του τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου (2010-2014). Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης με αντικείμενο τις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές το 2015. Επιπρόσθετα, έχει συμμετάσχει εθελοντικά σε Κοινωνικοπολιτισμική έρευνα σχετικά με τα δικαιώματα του παιδιού και έχει εργαστεί εθελοντικά σε Συμβουλευτικό Σταθμό του Γραφείου Κοινωνικής Υπηρεσίας σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Έχει συμμετάσχει σε αρκετά συνέδρια και ημερίδες. Τέλος, έχει λάβει βραβείο από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) και την Εστία Ναυτικών για την επίδοση της κατά τη διάρκεια των σπουδών της.

 

Διαβάστε Επίσης  Παρουσίαση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Ισότητα των Φύλων 2016-2020

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!