Η Προώθηση Ακροδεξιών Αντιλήψεων και Ιδεολογιών μέσω της Εκπαίδευσης

του Γιάννη Βλασσόπουλου

Φοιτητής ΠΜΣ «Κοινωνική Πολιτική: Μέθοδοι και Εφαρμογές»

Πάντειο Πανεπιστήμιο

Το παρόν κείμενο, σκοπό έχει να παρουσιάσει τα αίτια εμφάνισης ακροδεξιών αντιλήψεων και ιδεολογιών στον χώρο της εκπαίδευσης, τον τρόπο με τον οποίο προωθούνται τέτοιου είδους αντιλήψεις και ιδεολογίες (εθνικισμός, νεοναζισμός, φασισμός, ρατσισμός, ξενοφοβία) μέσα από την εκπαίδευση και το ποιός είναι ο καταλληλότερος τρόπος αντιμετώπισης τους. Πιο συγκεκριμένα θα παρουσιαστεί η ελληνική περίπτωση της Χρυσής Αυγής.

* * *

Αρχικά, για να κατανοηθεί καλύτερα το φαινόμενο θα πρέπει να εστιάσουμε στην έννοια της πολιτικής κοινωνικοποίησης. Η κοινωνικοποίηση υπό την ευρεία έννοια είναι μια διαδικασία με την οποία οι άνθρωποι μαθαίνουν κοινωνικούς ρόλους. Συνεπώς το αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης είναι η μάθηση κοινών τρόπων σκέψεων και δράσεων. Μια ιδιαίτερη πτυχή της κοινωνικοποίησης είναι η πολιτική κοινωνικοποίηση η οποία αφορά την μάθηση αντιλήψεων και ιδεολογιών γύρω από το πολιτικό φαινόμενο. Πιο συγκεκριμένα, «η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι μια διαδικασία με την οποία αποκτούμε άμεσα ή έμμεσα ένα σύστημα αντιδράσεων, προκαταλήψεων, γνώσεων και εκτιμήσεων σχετικά με το πολιτικό φαινόμενο. Το σύστημα αυτό μας προδιαθέτει και μας προσανατολίζει, σε ορισμένο μετρό, στο να επιλέξουμε, στη συνεχεία, συνειδητά ή ασυνείδητα, και σε σχέση με ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, την α ή β γενική ή ειδική πολιτική κατεύθυνση» (Μεταξά Α., Πολιτική Κοινωνικοποίηση, 1976).

Όπως γίνεται κατανοητό οι κυριότεροι φορείς της πολιτικής κοινωνικοποίησης είναι πρωτίστως η οικογένεια, στην συνεχεία το σχολείο και τέλος οι διάφορες πρωτογενείς και δευτερογενείς ομάδες. «Στην διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης χρησιμοποιούνται πολλοί κοινωνιοψυχολογικοί μηχανισμοί από τους οποίους οι κυριότεροι είναι η μίμηση, η εκπαίδευση και η προσδιοριστική “πρόκληση”» (Μεταξά Α., Πολιτική Κοινωνικοποίηση, 1976). Τα παιδιά όντας σε πρώιμο στάδιο, βρίσκονται σε μια σχεδόν παθητική στάση μπροστά στους γονείς και τους δασκάλους. Σε αυτή τη φάση μάλιστα, η πρόσληψη των παραστάσεων των παλαιότερων γενεών από τις νεώτερες φαίνεται να είναι περισσότερο συναισθηματική παρά λογική εξαιτίας του ότι τα παιδιά βρίσκονται σε πρώιμη ηλικία και δεν έχουν ούτε την εμπειρία ούτε τη δυνατότητα για κριτική πρόσληψη των μηνυμάτων που τους διοχετεύονται. Πάντως σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά που τους διοχετεύουν ακροδεξιές ή συντηρητικές αντιλήψεις θα καταλήξουν και αυτά να διαμορφώσουν και τις δίκες τους αντιλήψεις προς την ίδια κατεύθυνση.

Αναφορικά με την διείσδυση του εθνικισμού και του ρατσισμού στην εκπαίδευση φαίνεται ότι η εθνικιστική ιδεολογία και τα εθνικιστικά αισθήματα εκμεταλλεύτηκαν και εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται οι οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχες ομάδες, αφού μ’ αυτά επέτυχαν την ενίσχυση των δεσμών των μελών του έθνους και τη συσπείρωσή τους έναντι πραγματικών ή φανταστικών εχθρών. Επιπρόσθετα, οι ομάδες αυτές μέσω των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους έχουν καταφέρει να αναδείξουν τα συμφέροντά τους σε εθνικά, με αποτέλεσμα να επικαλούνται το έθνος, τα δίκαιά του και τη σωτηρία του για να συντηρούν την προνομιακή τους θέση (Ζάχος Δ., Ακροδεξιά, Εθνικισμός και Εκπαίδευση, Ανεξάρτητη Ενημέρωση, 17/10/2013). «Τα εκπαιδευτικά συστήματα σ’ ολόκληρο τον κόσμο χρησιμοποιήθηκαν για να αναπτύξουν και να εδραιώσουν τις εθνικές αφηγήσεις και τα εθνικιστικά αισθήματα στις νέες γενιές (Nelson, 1978: 142).

Το εθνικιστικό πνεύμα διαπέρασε τα σχολεία, τα οποία κατηγορήθηκαν ότι ενστάλαξαν το «δηλητήριο» του άγριου εθνικισμού και συνέβαλλαν στις διαμάχες μεταξύ κρατών (Marsden, 2000: 30). Τα Αναλυτικά Προγράμματα των σχολείων έχουν συμβάλλει στην ανάπτυξη του εθνικισμού, αφού «ενημερώνουν τους νέους πολίτες ότι το έθνος και το κράτος είναι ένα και το αυτό» (Coulby, 1977: 31). Τα σχολεία βοήθησαν στην επιβολή της κοινής γλώσσας και της επίσημης θρησκείας στις εθνοτικά διαφορετικές μερίδες των πληθυσμών αρκετών χωρών, ενώ η ιστορία, η λογοτεχνία, η λαογραφία (παραδόσεις, μύθοι, θρύλοι), τα σύμβολα και οι τελετές προσδιορίστηκαν και καθορίστηκαν με βάση τη χρησιμότητά τους στην ενίσχυση των κοινών δεσμών. Η διδασκαλία π.χ. της Ιστορίας ή της Γεωγραφίας μπορεί να γίνεται μέσα από ένα τέτοιο περιεχόμενο ώστε εθνικιστικές, σωβινιστικές ιδέες να εντυπώνονται προοδευτικά, είτε έκδηλα είτε άδηλα, στην ψυχολογική δομή των παιδιών και να μεταβάλλονται σε τοποθετήσεις ή ακόμα και σε ακλόνητες στερεοτυπικές πίστεις. Τρεις είναι οι διαστάσεις της εθνικιστικής εκπαίδευσης (Nelson, 1976: 32): Πρώτον, η ανάπτυξη θετικών συναισθημάτων προς τις τελετές, τα σύμβολα και τα άτομα που εκφράζουν ή ενσωματώνουν τις εθνικές αξίες. Δεύτερον, η καλλιέργεια πολιτών του έθνους [σσ. σε αντίθεση με τους πολίτες του κόσμου (global citizens)]. Τρίτον, ανάπτυξη αρνητικών συναισθημάτων έναντι χωρών, ιδεολογιών, συμβόλων και α- τόμων που θεωρούνται αντεθνικά» (Ζάχος Δ., Εθνικισμός, Πολιτική και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση στην Ελλάδα της κρίσης, Νέος Παιδαγωγός, Σεπτέμβριος 2013).

Διαβάστε Επίσης  Κοινωνικές Ανισότητες: Πρόβλημα στη χάραξη εκπαιδευτικών πολιτικών;

Η ελληνική κοινωνία διέρχεται μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής κρίσης, οι συνέπειες της οποίας εκτείνονται σ’ όλο το φάσμα των οικονομικών, των πολιτικών και των κοινωνικών δραστηριοτήτων και εκεί ακριβώς εντοπίζονται τα αίτια εμφάνισης ακροδεξιών ιδεολογιών. Μια μερίδα του πληθυσμού ελκύεται από τη ρητορική της απόρριψης όχι μόνον των υφιστάμενων πολιτικών σχημάτων, αλλά και των δημοκρατικών λειτουργιών, δικαιωμάτων και θεσμών. Η απήχηση αυτών των στάσεων και αντιλήψεων είναι πιθανό, κατά ένα μέρος, να οφείλεται στη βίαιη ανατροπή των συνθηκών ζωής και στην έλλειψη ορατής εξόδου από την κρίση. Οφείλεται όμως και:

  • στην απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα και την άρνηση των κατεστημένων πολιτικών κομμάτων
  • στην απαξίωση δημοκρατικών αξιών, αλλά και στην αδυναμία προάσπισης της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης
  • στην μη αποτελεσματική αντιμετώπιση (τα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης) των ακροδεξιών και ρατσιστικών θέσεων, απόψεων και πρακτικών, οι οποίες συνδέονται με τον εθνικισμό και την εθνικιστική ιδεολογία

Η πιο συχνή μορφή ακροδεξιών αντιλήψεων στην Ελλάδα είναι ο εθνικισμός (και ο ρατσισμός) ο οποίος διακρίνεται από τον πατριωτισμό, αφού δεν αφορά στην αγάπη για την πατρίδα, αλλά στην έχθρα και το μίσος για τα μέλη άλλων εθνοτήτων. Την εθνικιστική ιδεολογία και τα εθνικιστικά αισθήματα εκμεταλλεύτηκαν και εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται οι οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχες ομάδες, οι οποίες κατάφεραν να αναδείξουν τα δικά τους συμφέροντά τους σε εθνικά.

Σ’ αυτή την εξέλιξη σημαντικό ρόλο – ιδιαίτερα πριν την εμφάνιση των Μαζικών Μέσων Ενημέρωσης – διαδραμάτισαν τα εκπαιδευτικά συστήματα, τα οποία σ’ ολόκληρο τον κόσμο χρησιμοποιήθηκαν για να αναπτύξουν και να εδραιώσουν τις εθνικές αφηγήσεις και τα εθνικιστικά αισθήματα στις νέες γενιές. Τα σχολεία κατηγορήθηκαν ότι ενστάλαξαν το «δηλητήριο» του άγριου εθνικισμού και συνέβαλλαν στις διαμάχες μεταξύ κρατών. Η εθνικιστική παιδαγωγική συνέβαλε στην εδραίωση ενός αισθήματος μοναδικότητας και ανωτερότητας του ημέτερου «αρχοντικού / αριστοκρατικού γένους» / έθνους. Επιπρόσθετα, καθόρισε το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτά να είναι γεμάτα με αρνητικούς επιθετικούς προσδιορισμούς, υποτιμητικές εκφράσεις και ρατσιστικές αναφορές για τους «εχθρούς» του έθνους.

Τέλος, η εθνικιστική παιδαγωγική επέβαλε μια εθνική αφήγηση, η οποία αφορά σχεδόν αποκλειστικά στις ηρωικές στιγμές του έθνους, ενώ δημιούργησε μια προσωποκεντρική ερμηνεία των ιστορικών εξελίξεων, με βάση την οποία γεγονότα και καταστάσεις οφείλονται σε εμπνεύσεις, ερμηνείες, αναλύσεις και πράξεις «μεγάλων» ανδρών (sic) (Ζάχος Δ., Εθνικισμός, Πολιτική και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση στην Ελλάδα της κρίσης, Νέος Παιδαγωγός, Σεπτέμβριος 2013).

Διαβάστε Επίσης  Εκπαιδευτικό Υλικό για Έμφυλες Ταυτότητες Θεματικής Εβδομάδας από το "Πολύχρωμο Σχολείο"

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο εκπαιδευτικός μηχανισμός ασκεί πίεση ώστε οι μαθητές να σκέφτονται με συγκεκριμένους τρόπους, καταπιέζει την πρωτοβουλία και τη δημιουργικότητα, καλλιεργεί παράλληλα στερεότυπα και προκαταλήψεις. Η απόρριψη του διαφορετικού και ο αποκλεισμός συμβάλλουν ώστε, όσοι βρίσκονται έξω από το υποτιθέμενο κανονικό, να γίνονται αντικείμενα διακρίσεων και εκμετάλλευσης. Ο στόχος του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος ήταν πάντα η μεγαλύτερη δυνατή εθνική και πολιτισμική ομοιογένεια: η επίσημη εκπαίδευση στην Ελλάδα ήταν πάντα μονοπολιτισμική, με άλλα λόγια, μια αφομοιωτική εκπαιδευτική πολιτική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποκλεισμού των μεταναστών μαθητών από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα ήταν πρόσφατα η απαγόρευση από το Υπουργείο Παιδείας να δώσουν Πανελλήνιες εξετάσεις τον περασμένο Μάιο, μαθητές που οι γονείς τους έχουν χάσει την άδεια παραμονής λόγω ανεργίας, ενώ οι ίδιοι δεν μπορούσαν να πάρουν ούτε απολυτήριο λυκείου (Αϊβαλή Ο., Αντιρατσιστική και διαπολιτισμική εκπαίδευση: να βγάλουμε την ακροδεξιά από το σχολείο, Red Notebook, 27/10/2013).

H δρ. Ευφροσύνη Δεληγιάννη χαρακτηριστικά αναφέρει : «Πιστεύω ότι όλα ξεκινούν από την Παιδεία. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει κάποια προσπάθεια να προωθηθεί κατά κάποιο τρόπο η κριτική και αναλυτική σκέψη τότε κατ’ επέκταση ο νέος δέχεται άκριτα οτιδήποτε ακούει στην τηλεόραση ή διαβάζει. Αν και δεν θέλω να υποτιμήσω την προσπάθεια που γίνεται και μέσα από την οικογένεια αλλά και σε προσωπικό επίπεδο από τους ίδιους τους νέους, αλλά το θέμα είναι ότι δυστυχώς η ελληνική Παιδεία περισσότερο αποπροσανατολίζει, παρά κατευθύνει. Και επιστρέφοντας πάλι στην περίπτωση της Χ. Αυγής, για τους νέους η Χ. Αυγή αντιπροσωπεύει μία αντισυστημική φωνή, που αντιτάσσεται. Οπότε, είναι η μόνη αντισυστημική δύναμη και οι νέοι αποφασίζουν να τη στηρίξουν και να την ενισχύσουν και δυστυχώς με πολλούς νέους που έχω μιλήσει διαπιστώνω ότι αυτό είναι το σημείο στο οποίο δίνουν την περισσότερη έμφαση. Αγνοούν βέβαια ότι στην ουσία η Χ. Αυγή στηρίζει την τάξη πραγμάτων και το σύστημα» (Παυλοπούλου Ε., Ο λόγος ως μέσο προώθησης του ρατσισμού στην Ελλάδα, Νέος Κόσμος, 13/6/2014).

Η Χρυσή Αυγή για να επιτύχει τους στόχους της έδρασε ακόμα και στα σχολεία καθώς οι νέοι εμφανίζονται πιο ευάλωτοι στο να αποδεχτούν και να υποστηρίξουν τέτοιου είδους θεωρίες λόγω έλλειψης κριτικής σκέψης. Η Χρυσή Αυγή ακολούθησε σε αυτό το θέμα την καθαρά χιτλερική παράδοση. Ο Χίτλερ έλεγε ότι «θέλω τις γροθιές των νέων, όχι τα μυαλά τους». Τα σχολεία ήταν από τους πιο προνομιακούς χώρους της Χρυσής Αυγής τα τελευταία χρόνια, με την τελευταία να επιτυγχάνει αξιοσημείωτη διείσδυση στους μαθητές. Η ρατσιστική προπαγάνδα σε συνδυασμό με την οικονομική εξαθλίωση, έστρεψαν ένα σημαντικό κομμάτι μαθητών στην ακροδεξιά. Πώς όμως έδρασε η Χ.Α. στα σχολεία; Παρέχοντας, πρώτα απ΄ όλα, μια έννοια συλλογικής νεανικής ταυτότητας. Μιας μάτσο, αντισυστημικής υποτίθεται ταυτότητας που έχουν ανάγκη πάρα πολλοί νέοι. Ένα σχολείο που εξαρθρώνεται διαρκώς, ήταν ευνοϊκό πεδίο για την Χρυσή Αυγή, το εγχείρημα της οποίας δεν έχει και καμιά πρωτοτυπία: όλες αυτές οι τελετουργίες με τις μπλούζες, τις δάδες, τις σημαίες και την σημειολογία παντού προσέλκυαν τους νέους (Παπαϊωάννου Κ., Τα «καθαρά χέρια» της Χρυσής Αυγής, 15/10/2013).

Διαβάστε Επίσης  Εκπαιδευτικό Υλικό για Έμφυλες Ταυτότητες Θεματικής Εβδομάδας από το "Πολύχρωμο Σχολείο"

ΤΡΟΠΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ (ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ- ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ)

Η αντιρατσιστική εκπαίδευση είναι προϋπόθεση για την καταπολέμηση του φασισμού στα σχολεία. Σε αντίθεση με τον εθνοκεντρισμό και την μονοπολιτισμική διδασκαλία του σημερινού εκπαιδευτικού συστήματος, η διαπολιτισμικότητα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ουσιαστική αποδοχή της διαφορετικότητας. Η άρνηση της απολυτότητας οποιουδήποτε πολιτισμικού προτύπου κάνει τη διαπολιτισμικότητα διαδικασία μετασχηματισμού. Η διαπολιτισμική εκπαίδευση χρησιμοποιεί την πολιτισμική διαφορά των μαθητών ως αφορμή να γνωρίσουν αυτοί διαφορετικούς πολιτισμούς. Οι βασικές διαστάσεις της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης είναι :

  • η ένταξη στο περιεχόμενο των μαθημάτων και στις αναφορές των εκπαιδευτικών στοιχείων από διαφορετικούς πολιτισμούς
  • η μείωση των προκαταλήψεων και η καλλιέργεια δημοκρατικών στάσεων και αξιών στους μαθητές
  • η δημιουργία ευκαιριών για ισότιμη σχολική εξέλιξη όλων των μαθητών
  • η ενδυνάμωση και οργάνωση της σχολικής συλλογικότητας, ώστε όλοι οι μαθητές από διαφορετικώς φυλετικές, εθνικές ή κοινωνικές ομάδες να νιώθουν εκπαιδευτικά ισότιμοι.

Η εισαγωγή της διαπολιτισμικής διάστασης στην εκπαίδευση θεωρήθηκε ως ένα μέσο εξασφάλισης της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης καθώς έχει ως στόχο να συμβάλει στο σεβασμό, στην κατανόηση και στην αλληλεγγύη μεταξύ ατόμων, εθνοτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και θρησκευτικών ομάδων και εθνών  (Council of Europe 2008). «Οι διαπολιτισμικές προσεγγίσεις μπορούν να ενισχύσουν τη βαθύτερη γνώση για τις ιστορικές και σύγχρονες εμπειρίες μιας διαφορετικής εθνοτικής ομάδας και να οδηγήσουν στην αναθεώρηση των διακρίσεων και των ανισοτήτων (Sleeter & Grant (2003). Μπορούν ακόμη να αποτελέσουν αντίδοτο στα στερεότυπα και στις προκατασκευασμένες ιδέες (Scott, 1995) και να συμβάλουν όχι μόνον στην ειρηνική συμβίωση των ανθρώπων αλλά και στην καλλιέργεια του διαλόγου, της επαφής και της αλληλεπίδρασής τους (Portera, 2004, 287). Σ’ αυτό το πλαίσιο, τα σχολεία έχουν τη δυνατότητα να κοινωνικοποιήσουν τις νέες γενιές στην πολυπολιτισμική σκέψη, δημιουργώντας πολίτες που θα σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δημοκρατικές αρχές (Schleicher, 1993). Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος όμως, θα πρέπει οι εκπαιδευτικοί να έχουν πολυπολιτισμική επάρκεια, να γνωρίζουν δηλαδή τη βασική προβληματική (έννοιες, προσεγγίσεις, προτάσεις) της διαπολιτισμικής παιδαγωγικής. Αυτό είναι πλέον εφικτό, αφού οι δάσκαλοι/ες όλων των βαθμίδων έχουν στη διάθεσή τους ένα μεγάλο σώμα σχετικών με τη διαπολιτισμικότητα ερευνητικών και θεωρητικών εργασιών (Camilleri, 1992)» (Ζάχος Δ., Εθνικισμός, Πολιτική και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση στην Ελλάδα της κρίσης, Νέος Παιδαγωγός, Σεπτέμβριος 2013).

Μια διαπολιτισμική παιδαγωγική όμως, η οποία επιθυμεί να συμβάλει στην καταπολέμηση κάθε είδους κοινωνικής διάκρισης (τάξης, εθνότητας, φύλου, πολιτισμικής ή θρησκευτικής προέλευσης) θα πρέπει: Πρώτον, να αποφύγει να αναγάγει ένα υλικό και κοινωνικό πρόβλημα, όπως αυτό της αξιοπρεπούς διαβίωσης και της κοινωνικής ένταξης των «διαφορετικών», σε πολιτιστικό ζήτημα που επιλύεται μέσω της «αναγνώρισης των ταυτοτήτων» των εν λόγω ανθρώπων. Δεύτερον, να μην περιορίζεται σε επιφανειακές αλλαγές, όπως η αναγνώριση των αργιών και των εορτών και η καταγραφή ξένων ονομάτων στα σχολικά εγχειρίδια και στους τοίχους των σχολικών κτηρίων, οι οποίες στην πραγματικότητα διαιωνίζουν τις εκπαιδευτικές δομές των διακρίσεων. Τρίτον, να βρίσκεται ξεκάθαρα απέναντι στις κοινωνικές ανισότητες, στο ρατσισμό, στις διακρίσεις, στην ξενοφοβία και στον εθνικισμό. Τέταρτον, να θέτει το ζήτημα της άνισης κατανομής των διαθέσιμων πόρων και των σχέσεων εξουσίας (Ζάχος Δ., Εθνικισμός, Πολιτική και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση στην Ελλάδα της κρίσης, Νέος Παιδαγωγός, Σεπτέμβριος 2013).

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

«Παρά τις μεταβολές που προήλθαν από την “παγκοσμιοποίηση”, το κράτος – έθνος παραμένει κυρίαρχο στοιχείο της πολιτικής οργάνωσης (Fox and Miller – Idriss, 2008, 536)» (Ζάχος Δ., Εθνικισμός, Πολιτική και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση στην Ελλάδα της κρίσης, Νέος Παιδαγωγός, Σεπτέμβριος 2013). Η αποψίλωση των κοινωνικών του δραστηριοτήτων όμως, δηλαδή ο περιορισμός του «κοινωνικού κράτους», φαίνεται ότι συμβάλλει στην άνοδο των εθνικιστικών, ξενοφοβικών και ρατσιστικών απόψεων και στάσεων. Παράλληλα, ο συνδυασμός της εργασιακής ανασφάλειας με τις πενιχρές αποδοχές και την αναστάτωση που δημιουργείται διογκώνουν ακόμα περισσότερο το πρόβλημα και στρέφουν του ανθρώπους προς την υιοθέτηση τέτοιου είδους ιδεολογιών.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο φαίνεται να πρέπει η εκπαίδευση να διαδραματίσει τον πιο σημαντικό ρόλο αναφορικά με την αντιμετώπιση του φαινομένου. Μόνο η Παιδεία μέσω της προώθησης της κριτικής και αναλυτικής σκέψης καθώς και η πληροφόρηση μπορούν να συμβάλλουν αποφασιστικά προς σε αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, οι προκαταλήψεις δεν μειώνονται μέσα από την απλή πληροφόρηση για τις πολιτισμικές διαφορές. Χρειάζεται, επιπλέον, η δημιουργία ενός αναλυτικού προγράμματος που επιτρέπει στους μαθητές να ερευνήσουν τους τρόπους με τους οποίους ο ρατσισμός κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους ανάλογα με την εθνοπολιτισμική τους προέλευση και αναπαράγει τις ανισότητες.

Κατά συνέπεια, είναι ανάγκη να υποστηριχθούν και να ενισχυθούν οι αντιρατσιστικοί προσανατολισμοί στο Αναλυτικό Πρόγραμμα και στις καθημερινές σχολικές πρακτικές. Οι εκπαιδευτικοί έχουν τη δυνατότητα να κοινωνικοποιήσουν τις νέες γενιές στην κριτική σκέψη, δημιουργώντας πολίτες που θα σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις δημοκρατικές αρχές, θα συμβάλλουν στην καταπολέμηση κάθε είδους κοινωνικής διάκρισης (τάξης, εθνότητας, φύλου, πολιτισμικής ή θρησκευτικής προέλευσης) και σε μια δίκαιη κοινωνία.

* * *

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας… Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία» έγραφε ο μεγάλος Μάνος Χατζηδάκις το 1993.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Μεταξά Α., Πολιτική Κοινωνικοποίηση, 1976.
  2. Ζάχος Δ., Ακροδεξιά, Εθνικισμός και Εκπαίδευση, Ανεξάρτητη Ενημέρωση, 17/10/2013.
  3. Ζάχος Δ., Εθνικισμός, Πολιτική και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση στην Ελλάδα της κρίσης, Νέος Παιδαγωγός, Σεπτέμβριος 2013).
  4. Αϊβαλή Ο., Αντιρατσιστική και διαπολιτισμική εκπαίδευση: να βγάλουμε την ακροδεξιά από το σχολείο, Red Notebook, 27/10/2013.
  5. Παυλοπούλου Ε., Ο λόγος ως μέσο προώθησης του ρατσισμού στην Ελλάδα, Νέος Κόσμος, 13/6/2014.
  6. Παπαϊωάννου Κ., Τα «καθαρά χέρια» της Χρυσής Αυγής, 15/10/2013.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!