Michel Foucault: Δημιουργία υποκειμενικότητας μέσω πολιτικών πρόνοιας

Χρύσα Τζώρτζη

Κεντρικό στοιχείο στην προσέγγιση του έργου του Φουκώ είναι η σχέση εξουσίας – γνώσης, με την έννοια ότι η γνώση συνδέεται με τη δημιουργία εξουσίας, η οποία βέβαια είναι πάντα λειτουργικά δεμένη με ανθρώπινα συμφέροντα και στρατηγικές. Και δεν μπορεί να μελετηθεί έξω από τους μηχανισμούς οικονομικής εκμετάλλευσης ούτε έξω από τους μηχανισμούς πολιτικής κυριαρχίας.

Μέσα από την οπτική του Φουκώ λοιπόν η κοινωνική πολιτική αποτελεί ένα έντονα κανονιστικό γνωστικό πεδίο που κατασκευάζει ιδεατά μοντέλα κοινωνίας στη βάση εννοιών κοινωνικής δικαιοσύνης που αποκρύπτουν τη συγκεκριμένη λειτουργία της εξουσίας.

Μια συνέπεια αυτών των μορφών εξουσίας ήταν μια αυξανόμενη προσφυγή σε αποφάσεις βασισμένες σε στατιστικές μετρήσεις του τι είναι κανονικό, σε αντίθεση με αποφάσεις βασισμένες στις έννοιες του σωστού και του λανθασμένου ή της δικαιοσύνης. η ταξινόμηση και η κατηγοριοποίηση μετατράπηκαν σε κατά κανόνα τεχνικές ομαλοποίησης και ο κανόνας έφτασε να είναι τόσο σημαντικός όσο και ο νόμος στη διαμόρφωση των κοινωνικών πολιτικών.[1]

Αυτό το είδος κανονιστικής ταξινόμησης του πληθυσμού κατά τον 19ο αι. συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του 20ου αι. με μια πληθώρα κυβερνητικών ερευνών, αναφορών, απογραφών, και επιτροπών που εδραίωναν έννοιες των μέσων και αναμενόμενων μορφών ατομικής συμπεριφοράς και κοινωνικής ζωής. Έτσι η εξουσία του κράτους για να παραγάγει ένα αυξανόμενο ολοκληρωτικό δίκτυο ελέγχου διαπλέκεται με την ικανότητα του να παραγάγει μια αυξανόμενη εξειδίκευση του ατομισμού, και εξαρτάται από αυτήν.[2]

Για να μπορέσει, λοιπόν, κανείς να γίνει δικαιούχος για αρωγή και επιδόματα, κάθε έννοια του ιδιωτικού βίου στερείται βίαια. Ο άστεγος, ο εγκληματίας ο διεκδικητής κοινωνικής ασφάλισης βρίσκεται υπό μόνιμη παρακολούθηση και συνεχώς καλείται να δώσει πληροφορίες που ίσως δημιουργήσουν αρνητικά συμπεράσματα.[3]

Οι τεχνικές πειθάρχησης δεν επιβάλλονται απλώς από ιδρυματικές μορφές αλλά υπάρχουν σε μορφές δημιουργίας του εαυτού, εφαρμόζονται από άτομα στους ίδιους τους εαυτούς, χρησιμοποιώντας τεχνικές όπως είναι η εξομολόγηση, η αυτοεξέταση, η θεραπεία, η εξάσκηση και ο έλεγχος του σώματος. Συχνά αυτές οι διαδικασίες ανάπτυξης του εαυτού διαμεσολαβούνται από κάποιον άλλον: έναν ιερέα, έναν θεραπευτή κλπ. [4] 

Αυτή η μορφή εξουσίας ασκείται στην άμεση καθημερινή ζωή που ταξινομεί τα άτομα σε κατηγορίες, τα κατανομάζει δια της ίδιας της ατομικότητας, τα προσκολλά στην ταυτότητά τους, τους επιβάλει ένα νόμο αλήθειας τον οποίο πρέπει να τους τον αναγνωρίζει και τον οποίο οι άλλοι οφείλουν να αναγνωρίζουν στα άτομα αυτά. Είναι μια μορφή εξουσίας που μετασχηματίζει τα άτομα σε υποκείμενα. Υπάρχουν δύο έννοιες στη λέξη «υποκείμενο»: υποκείμενο υποταγμένο στον άλλο μέσω του ελέγχου  και της εξάρτησης, και υποκείμενο προσκολλημένο στην ίδια του την ταυτότητα μέσω της συνείδησης ή της αυτογνωσίας. Στις δυο περιπτώσεις η λέξη αυτή υποδηλώνει μια μορφή εξουσίας που καθυποτάσσει και καθιστά κάποιον υποτελή.[5]

Άλλη μια σημαντική συνεισφορά του Φουκώ στην κριτική σκέψη γύρω από την κοινωνική πολιτική είναι η έννοια του λόγου ως ένα νοηματικό πλαίσιο που παράγεται ιστορικά σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Οι λόγοι ή οι πρακτικές λόγου ασκούν, για τον Φουκώ, βαθιές επιρροές. Τα ανθρώπινα υποκείμενα δεν παράγουν την αλήθεια ως κάτι καθολικό, κυρίαρχο και ορθό, αντίθετα τα ίδια τα υποκείμενα παράγονται στα πλαίσια λόγων. Αυτή η ιδέα μας οδηγεί και πάλι στο σύμπλεγμα εξουσία/γνώση, εφόσον το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιοι θεσμοί έχουν την εξουσία να ορίσουν το πλαίσιο της συζήτησης ή το πώς πρέπει να κατανοηθεί το πρόβλημα. Με άλλα λόγια το κλειδί είναι η θέση του ειδικού.

Οι πολιτικές πρόνοιας υφίστανται μέσα στο πλαίσιο ότι κάθε μορφή κοινωνίας φροντίζει την ευημερία των μελών της, και εδώ υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση για το κατά πόσο το άτομο πρέπει να είναι ανεξάρτητο από το κράτος και σε τι βαθμό πρέπει να υπάρχει  ατομική ευθύνη για την κάλυψη των αναγκών του.

Κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα γεννιέται μια μορφή εξουσίας που αρχίζει να ασκείται μέσω της κοινωνικής παραγωγής και της κοινωνικής υπηρεσίας. Τα άτομα έπρεπε να υποχρεωθούν να προσφέρουν παραγωγική υπηρεσία κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης ζωής τους. Και, κατά συνέπεια, ήταν αναγκαία μια πραγματική και ενεργός «ενσωμάτωση» της εξουσίας, με την έννοια ότι η εξουσία έπρεπε να μπορέσει να αποκτήσει πρόσβαση στα σώματα των ατόμων, στις πράξεις τους, στις στάσεις τους και στους τρόπους της καθημερινής συμπεριφοράς τους.[6]

Ο Φουκώ στο έργο του εισάγει τον όρο «ποιμαντική εξουσία», που είναι ένας όρος από τον χριστιανισμό, ο καλός ποιμένας όπως αναφέρεται σε πολλά χριστιανικά κείμενα. Έτσι μετά τον 18ο αι. έχουμε μια μεταφορά της «ποιμαντικής εξουσίας» από την εκκλησία στο κράτος. Όπου ο αντικειμενικός σκοπός της αλλάζει και περνάμε από την μέριμνα να οδηγήσει τους ανθρώπους στη σωτηρία στον άλλο κόσμο, στην ιδέα ότι πρέπει να την εξασφαλίσει εδώ κάτω. Και σε αυτά τα συμφραζόμενα η λέξη σωτηρία παίρνει πολλά νοήματα: σημαίνει υγεία, ευζωία, ασφάλεια και προστασία από ατυχήματα. [7]

Επίσης υπάρχει μια ενίσχυση της διαχείρισης της ποιμαντικής εξουσίας. Ενίοτε αυτή η μορφή εξουσίας ασκήθηκε από το μηχανισμό του κράτους ή τουλάχιστον από ένα δημόσιο θεσμό, όπως η αστυνομία. Ενίοτε η εξουσία ασκήθηκε από ιδιωτικές επιχειρήσεις, εταιρίες παροχής βοήθειας, ευεργέτες και γενικά φιλάνθρωπους. Από την άλλη πλευρά, οι παλιοί θεσμοί όπως η οικογένεια για παράδειγμα, κινητοποιήθηκαν επίσης για την εκπλήρωση των ποιμαντικών λειτουργιών. Τέλος η εξουσία ασκήθηκε από σύνθετες δομές όπως η ιατρική που περιλάμβανε ιδιωτικές πρωτοβουλίες (δηλ. την πώληση υπηρεσιών στη βάση της οικονομίας της αγοράς) και συγχρόνως ορισμένα δημόσια ιδρύματα και νοσοκομεία.[8]

Ο πολλαπλασιασμός των αντικειμενικών σκοπών της ποιμαντικής εξουσίας και αυτών που την ασκούσαν, επέτρεψε να συγκεντρωθεί η ανάπτυξη της γνώσης για τον άνθρωπο γύρω από δύο πόλους: ένας, ποσοτικός αφορούσε τον πληθυσμό, ο άλλος αναλυτικός αφορούσε το άτομο.[9] Μια από τις συνέπειες είναι ότι η ποιμαντική εξουσία, η οποία ήταν συνδεδεμένη για αιώνες με έναν θρησκευτικό θεσμό πολύ ιδιαίτερο, ξαφνικά εξαπλώθηκε στο σύνολο του κοινωνικού σώματος, βρήκε στήριγμα σε ένα πλήθος θεσμών.[10]  

Κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980 υπήρξε μια μαρξιστική κριτική για την κοινωνική πολιτική, η οποία στηρίχθηκε στην αντίληψη πως η παροχή πρόνοιας από το κράτος εξυπηρετούσε το κεφαλαιοκρατικό σύστημα διατηρώντας μια ομαλή λειτουργία της κοινωνίας, αναπαράγοντας τις ταξικές σχέσεις και υποστηρίζοντας την πατριαρχική οικογένεια. Οι μεταδομιστές όμως είχαν μια άλλη προσέγγιση, όπως και ο Φουκώ, υποστήριζαν πως ναι μεν σε κάποιες κοινωνικές πολιτικές σε ορισμένα πλαίσια πιθανά να αναπαράγουν κεφαλαιοκρατικές σχέσεις, ωστόσο κάποιες άλλες θα πρέπει να γίνουν κατανοητές και να αναλυθούν διαφορετικά, χρησιμοποιώντας άλλα αναλυτικά πλαίσια. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να λάβουμε υπόψιν τον συγκεκριμένο χαρακτήρα των τοπικών πλαισίων και χρόνων και τις διαφορετικές επιρροές των πολιτικών σε ξεχωριστές ομάδες ανθρώπων ανάλογα με την τοποθεσία. Επομένως, η ανάπτυξη αποτελεσματικών κοινωνικών πολιτικών απαιτεί προσοχή στις συγκεκριμένες εξειδικεύσεις του χρόνου, του τόπου και της ομάδας ανθρώπων.[11]

—————————-

[1] S. Watson, Ο Foucault και η μελέτη της κοινωνικής πολιτικής, στο C. Lewis et al., Κοινωνική πολιτική: Μια άλλη προσέγγιση, μετάφραση Άννα Χόλογουεη, επιμέλεια σειράς Δ. Γ. Τσαούσης, Αθήνα: Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, 2007.

[2] Στο ίδιο.

[3] Στο ίδιο.

[4] Julia Twigg, Η κοινωνική πολιτική και το σώμα, στο C. Lewis et al., Κοινωνική πολιτική: Μια άλλη προσέγγιση, μετάφραση Άννα Χόλογουεη, επιμέλεια σειράς Δ. Γ. Τσαούσης, Αθήνα: Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, 2007.

[5] M. Foucault, Η μικροφυσική της εξουσίας, μετάφραση Λίλα Τρουλινού, επιμέλεια Λίλα Τρουλινού, Αθήνα: Ύψιλον, 2005.

[6] M. Foucault, Εξουσία, γνώση και ηθική, μετάφραση Ζήσης Σαρίκας, Αθήνα: Ύψιλον, 2007.

[7] M. Foucault, Η μικροφυσική της εξουσίας, μετάφραση Λίλα Τρουλινού, επιμέλεια Λίλα Τρουλινού, Αθήνα: Ύψιλον, 2005.

[8] Στο ίδιο.

[9] Στο ίδιο.

[10] Στο ίδιο.

[11] S. Watson, Ο Foucault και η μελέτη της κοινωνικής πολιτικής, στο C. Lewis et al., Κοινωνική πολιτική: Μια άλλη προσέγγιση, μετάφραση Άννα Χόλογουεη, επιμέλεια σειράς Δ. Γ. Τσαούσης, Αθήνα: Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, 2007.

 

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!