Γλώσσα του Σπιτιού και Γλώσσα του Σχολείου: οι ιεραρχικές κατηγορίες της ικανότητας και της γνώσης

του Αντώνη Πύργου

Η οικογένεια και το σχολείο αποτελούν βασικούς φορείς της άτυπης και τυπικής κοινωνικοποίησης του παιδιού, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της γέννησης του. Η οικογένεια καλλιεργεί το χαρακτήρα του παιδιού σύμφωνα με τα πρότυπα της και το σχολείο αναπλάθει τα υπάρχοντα πρότυπα του μαθητή, σύμφωνα με τα πρότυπα της κοινωνίας. Οι παραπάνω διαδικασίες αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ομαλή ένταξη του ατόμου στον κοινωνικό ιστό.

Στο σύγχρονο μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης της κοινωνίας, εύκολα μπορούμε να διακρίνουμε τη μεταστροφή από την παραδοσιακή πατριαρχική οικογένεια στην μετανεοτερική. Η μετάβαση μεταξύ αυτών των δύο σχετίζεται με χαλαρότερους δεσμούς μεταξύ των μελών της. Επίσης, παρατηρείται η μετεξέλιξη των παραδοσιακών μορφών οργάνωσης της διδασκαλίας και του σχολείου, στις σύγχρονες, με χαρακτηριστικά τις νέες μεθόδους διδασκαλίας, οι οποίες επικεντρώνουν στο μαθητή.

Διαβάστε Επίσης  Κοινωνική Πολιτική - Επιστημονικό Περιοδικό Επιστημονικής Εταιρείας Κοινωνικής Πολιτικής, 7ο τεύχος

Αντιμετωπίζοντας τους ομιλητές διάφορων ποικιλιών της ελληνικής σαν ομόγλωσσους, αγνοώντας δηλαδή τις διαλέκτους που έχουν μητρικές, το σχολείο πρώτα πρώτα καταδικάζει αυτούς τους μαθητές σε καθυστέρηση στα πρώτα σχολικά τους βήματα. Η σημαντικότερη γνώση που αποχτούν τα παιδιά στην πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου είναι η εκμάθηση της γραφής. Γραφή και ανάγνωση όμως το σχολείο διδάσκει στην πρότυπη γλώσσα, στην οποία άλλωστε είναι γραμμένα όλα τα σχολικά βιβλία [1].

  Παραδειγματικά, η Φραγκουδάκη αναφέρει, μπαίνουν λοιπόν στο δημοτικό σχολείο δύο παιδιά, το ένα έχει γονείς μορφωμένους, που ανήκουν στα μεσοστρώματα αστικών κέντρων, που στην καθημερινή τους επικοινωνία χρησιμοποιούν την πρότυπη γλώσσα, ενώ το άλλο έχει γονείς αγρότες, εργάτες ή τεχνίτες, που χρησιμοποιούν μια ποικιλία της ελληνικής διαφορετική από την πρότυπη στη σύνταξη, τη φωνολογία και μέρος του λεξιλογίου. Tο ένα παιδί, άρα, καλείται να μάθει γραφή στη γλώσσα που ήδη ξέρει να μιλάει, ενώ το άλλο καλείται να μάθει γραφή σε μια γλώσσα με προφορά, σύνταξη και λέξεις διαφορετικές. Tο δεύτερο θα πρέπει να μάθει δυο πράγματα συγχρόνως: την πρότυπη γλώσσα, διαφορετική από τη μητρική του, γραφή και ανάγνωση σε αυτή τη διαφορετική γλώσσα και όχι σε αυτή που μιλάει άνετα και αυθόρμητα.

   Στη συνέχεια θα αξιολογηθούν αυτά τα δύο παιδιά και θα βαθμολογηθούν με τα ίδια «αντικειμενικά» και «αξιοκρατικά» κριτήρια, με αποτέλεσμα σε όλα τα σχολεία της χώρας τα παιδιά των αγροτών, εργατών και τεχνιτών να έχουν χαμηλή επίδοση στα γλωσσικά μαθήματα των πρώτων τάξεων του δημοτικού.

  Χαρακτηριστικά ο Lacey αναφέρει «οι προβληματικοί μαθητές είναι προβληματικοί λόγω των κριτηρίων με τα οποία γίνεται η διαφοροποίηση[2]». Η Nell Keddie υποστηρίζει ότι πολλές από τις θεραπείες της εκπαιδευτικής αποτυχίας του παιδιού της εργατικής τάξης, δεν θα φέρουν αποτέλεσμα αν διατηρηθούν οι «ιεραρχικές κατηγορίες της ικανότητας και της γνώσης» [3].

   Σύμφωνα με τον Αρτούρο Τόσι, «Όλες ανεξαιρέτως οι γλωσσικές ποικιλίες διαθέτουν κύρος ή είναι στιγματισμένες, ανάλογα με το κοινωνικό κύρος ή με το στίγμα που αποδίδεται στους ομιλητές τους. H κοινωνική τους αξία, συνεπώς, είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας [4]». Η κοινωνική προκατάληψη είναι πιο ισχυρή από την κοινωνικά κατεκτημένη γνώση. Η αξιολόγηση αυτή είναι κοινωνική. Στηρίζεται στην κοινωνική προκατάληψη που υποτιμάει διάφορες κοινωνικές κατηγορίες. Αποδίδει αυθαίρετα κατωτερότητα στις κοινωνικές ομάδες που δε συμμετέχουν στους θεσμούς, δεν ανήκουν στους εκπροσώπους των εξουσιών ούτε στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, με αποτέλεσμα να υποτιμάει η κοινωνία τις γλώσσες που μιλάνε, παρά την υπάρχουσα επιστημονική γνώση [5].

Οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ της οικογένειας και του σχολείου εντείνουν το χάσμα, ακριβώς διότι ανήκουν σε διαφορετικό σύστημα αξιών. Η επιτυχία στο σχολείο εμφανίζεται ως ένα είδος συμμαχίας με την κυρίαρχη ομάδα καταπίεσης. Αυτό οφείλεται στη διαφορετική νοοτροπία που έχουν τα άτομα ως προς την κοινωνική επιτυχία, ανάλογα με την κοινωνική κατηγορία από την οποία προέρχονται. Τέλος, οι διαφορετικές κοινωνικο-πολιτισμικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσονται τα παιδιά διαφοροποιούν τη γνωστική τους εξέλιξη, διαμορφώνοντας διαφορετικά χαρακτηριστικά στη γνωστική τους ανάπτυξη.

Αντί επιλόγου, η οικογένεια αποτελεί τον αρχικό μηχανισμό κοινωνικοποίησης του παιδιού. Ανάλογα με την κοινωνική κατηγορία στην οποία ανήκει η οικογένεια, το παιδί συγκροτεί την προσωπικότητά του με τα χαρακτηριστικά και τις αξίες αυτής. Ο δεύτερος μηχανισμός κοινωνικοποίησης είναι το σχολείο. Μέσα στις δομές του, το παιδί ανα-κοινωνικοποιείται υπό τους όρους και τους κανόνες του σχολικού συστήματος. Οπότε, είτε είναι πολύ κοντά σε αυτούς, διότι η οικογένεια του έχει παρόμοιους κανόνες, είτε διαφέρει. Το σχολείο όμως σαν σύστημα δεν δέχεται το διαφορετικό ως τελικό αποτέλεσμα. Ο χαρακτήρας του είναι ομογενοποιητικός. Κατά αυτόν τον τρόπο, εμφανίζεται η ανισότητα στις σχολικές μονάδες.

————————————–

[1] Γλώσσα του σπιτιού και γλώσσα του σχολείου, Α. Φραγκουδάκη.
[2] Teaching and learning as the organization of knowledge, G. Esland, σελ. 93.
[3] Classroom knowledge, N. Keddie, σελ. 156.
[4] Συνέδριο Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων, Αρτούρο Τόσι
[5] Γλώσσα του σπιτιού και γλώσσα του σχολείου, Α. Φραγκουδάκη.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!