Κοινωνικές ανισότητες και σχολείο: η σχέση τους με τους κανόνες του σχολείου

Του Αντώνη Πύργου

Στο άρθρο της, κοινωνικές ανισότητες και σχολείο, η Νέλλη Ασκούνη επισημαίνει πως οι κύριοι άξονες οι οποίοι προσδιορίζουν τη σχέση των μαθητών με το σχολείο περιστρέφονται γύρω από τη σχέση τους με το λόγο, προφορικό και γραπτό, και τη σχέση τους με τους κανόνες του σχολείου [1]. Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι μόνο οικονομικής φύσεως αλλά και μορφωτικής, δεν αφορούν μόνο την κατανομή του πλούτου αλλά και την άνιση πρόσβαση στα πνευματικά αγαθά.

       Στη σχολική επίδοση εκείνο που διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο, περισσότερο και από τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας, είναι το μορφωτικό της επίπεδο. Αυτό καθόλου δε σημαίνει υποτίμηση του οικονομικού παράγοντα. Ξέρουμε ότι η οικονομική στέρηση γεννά συνθήκες που αναστέλλουν τις πιθανότητες μιας ομαλής και επιτυχούς σχολικής πορείας. Επειδή όμως τα οικονομικά εμπόδια είναι συνήθως ορατά, είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν πιο αποτελεσματικά (με κατάλληλες παροχές ή διορθωτικές παρεμβάσεις) από ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν εμπόδια τα οποία αποτελούν αόρατες πτυχές της κοινωνικής ανισότητας [2].

Τα παιδιά, ανάλογα με το κοινωνικό περιβάλλον από το οποίο προέρχονται, φτάνουν στο σχολείο άνισα εξοικειωμένα με τη γλώσσα και την κουλτούρα του. Η σχέση με τη γλώσσα έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη σχολική επίδοση. Η γλωσσική επάρκεια, όπως αξιολογείται στο σχολείο, εξαρτάται άμεσα από την κοινωνική προέλευση [3].

Ο εκπαιδευτικός θεσμός αντιμετωπίζει την ελληνική γλώσσα σαν να ήταν μία, ενιαία και ομοιογενής, μολονότι όλοι γνωρίζουν ότι η ελληνική, όπως κάθε εθνική γλώσσα, είναι γλωσσικό σύστημα πλουσιότατο, που περιέχει πολλές γλωσσικές ποικιλίες, διαλέκτους, κώδικες, ιδιώματα και διάφορα ύφη. Mέσα σε αυτό τον πλούτο, υπάρχει η πρότυπη/κοινή γλώσσα, κωδικοποιημένη και ρυθμισμένη, που διδάσκει το σχολείο και μιλούν οι θεσμοί και τα στρώματα των μορφωμένων στα μεγάλα αστικά κέντρα [4]. Η γλώσσα του σχολείου είναι ένα από αυτά τα κοινωνικά ιδιώματα, είναι η γλώσσα των προνομιούχων στρωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι για ένα μεγάλο τμήμα του μαθητικού πληθυσμού, τα παιδιά που προέρχονται από τα λαϊκά στρώματα, η γλώσσα του σχολείου είναι μια γλώσσα σε μεγάλο βαθμό «ξένη», γεγονός που λειτουργεί ήδη από την εκκίνηση ως μια αρνητική προϋπόθεση για τη σχολική τους πορεία [5].

Διαβάστε Επίσης  20 Νοεμβρίου - Παγκόσμια Ημέρα Δικαιωμάτων του Παιδιού | Η παιδική ευημερία απειλείται από τη φτώχεια και τις ανισότητες

Σύμφωνα με τη θεωρία του Bernstein, περί γλωσσικών κωδίκων στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα (κυρίως μορφωμένοι γονείς) η διαπαιδαγώγηση των παιδιών περνάει κυρίως μέσα από το λόγο. Τα παιδιά ωθούνται συστηματικά στο να διατυπώνουν συλλογισμούς, να εκφράζουν αλλά και να ελέγχουν τις επιθυμίες τους μέσα από το λόγο. Αντίθετα, στα λαϊκά στρώματα η επιβολή των κανόνων είναι συνήθως πιο άμεση, λιγότερο διαμεσολαβημένη από το λόγο, όπως άλλωστε και η έκφραση των συναισθημάτων ή των επιθυμιών.

Όντας λοιπόν πιο εξοικειωμένα τα παιδιά των προνομιούχων στρωμάτων με το γλωσσικό κώδικα και τους κανόνες επιφέρουν καλύτερες επιδόσεις στο σχολείο. Αντιθέτως, τα παιδιά των κατώτερων στρωμάτων, εξαιτίας της γενικότερης διαφορετικής κουλτούρας, παρουσιάζουν χαμηλότερη επίδοση.

Αρχικά, οι γονείς των μαθητών έχουν πολύ διαφορετικές προσδοκίες και οι ίδιοι οι μαθητές πολύ διαφορετικές φιλοδοξίες και κίνητρα επιτυχίας, ανάλογα την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκουν. Υποστηρίχθηκε πως τα άτομα έχουν διαφορετική «νοοτροπία» ως προς την κοινωνική επιτυχία, ανάλογα με την κοινωνική κατηγορία από την οποία προέρχονται [6]. Οι φιλοδοξίες, οι επιτυχίες, η αριστεία δεν θεωρούνται σημαντικά στην ψυχολογία των λαϊκών στρωμάτων και έτσι οι γονείς δεν τα μεταδίδουν στα παιδιά τους. Αντίθετα, στα μεσαία ή ανώτερα στρώματα, τα άτομα έχουν έντονη την τάση προς ανταγωνισμό, άρα υψηλά κίνητρα και φιλοδοξίες για επιτυχία, με αποτέλεσμα να γίνονται μαθητές με έφεση για μάθηση και σχολική διάκριση.

Διαβάστε Επίσης  9ο Διεθνές Συνέδριο για την Ανοικτή και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση & 2o Φεστιβάλ Εκπαιδευτικών Ταινιών Μικρού Μήκους

Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Pierre Bourdieu αναφέρεται στο μορφωτικό κεφάλαιο των οικογενειών. Οι οικογένειες των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων κληροδοτούν στα μέλη τους συγκεκριμένα μορφωτικά προνόμια, γνώσεις και εξοικείωση με τα προϊόντα της τέχνης και του πνεύματος, διανοητικές δεξιότητες και «καλό γούστο». Τους μεταδίδουν επίσης αξίες πολύ κοντινές με αυτές του σχολείου, θετική στάση απέναντι στη μάθηση και υψηλές προσδοκίες. Αυτές τις ιδιότητες ο εκπαιδευτικός θεσμός δεν τις προϋποθέτει ρητά, άρρητα όμως τις αναγνωρίζει και τις επιβραβεύει. Επειδή αυτές οι ικανότητες δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας συγκεκριμένης «διδαχής», αλλά καλλιεργούνται μέσα από μια αδιόρατη διαδικασία, μια μακροχρόνια τριβή με τα μορφωτικά αγαθά, εμφανίζονται ως «φυσικές». Το σχολείο, και αυτό είναι το πιο σημαντικό, τις αναγνωρίζει ως έκφραση κάποιων εγγενών ιδιοτήτων, ως «ευφυΐα» ή «φυσικά χαρίσματα», παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι πρόκειται για κοινωνικά κληρονομημένα αγαθά.

Το νόημα δηλαδή που το κάθε υποκείμενο προσδίδει στις πράξεις του εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: «O καθένας αντλεί από την κληρονομιά του, από το πολιτισμικό του κεφάλαιο που τον βοηθούν να σκεφτεί την κάθε του προσπάθεια, το στόχο, τις ανταμοιβές, τους ενεχόμενους κινδύνους, να αξιολογήσει το κόστος σε σχέση με κάθε σχολική υποχρέωση, καθώς και το τι μπορεί να περιμένει από αυτή την επένδυση. (…) Kανείς δε βρίσκεται μόνος του σε αυτή την οικοδόμηση του νοήματος. Oι μαθητές και οι μαθήτριες εντάσσονται σε μια μαθητική κοινότητα με τους δικούς της κανόνες και προδιαγραφές, με τις δικές της μνήμες και συνήθειες. (…) Αντλούν όμως και από την οικογενειακή τους κουλτούρα. Ωστόσο, εδώ οι κληρονομιές διαφέρουν σημαντικά: τα παιδιά των εκπαιδευτικών ή των μεσαίων τάξεων έχουν άλλες προσλαμβάνουσες για να οικοδομήσουν ένα νόημα για το σχολείο από αυτό που έχουν τα παιδιά των μεταναστών». (Perrenoud Ph., 1996) [7].

Σύμφωνα με μία γερμανική έρευνα οι γονείς της μεσαίας τάξης ενδιαφέρονται κυρίως να αναπτύξουν στα παιδιά τους αυτοπεποίθηση και πρωτοβουλία, αυτονομία και αίσθημα ευθύνης, λογική συμπεριφορά, φιλομάθεια και υψηλή βαθμολογία στο σχολείο. Σε αντιδιαστολή, οι γονείς των λαϊκών στρωμάτων, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Neidhardt, θεωρούν σωστό να ασκούν τα παιδιά τους στην υπακοή και στην πειθαρχία, στο να αγαπούν την τάξη και την εργασία και αποδίδουν λιγότερη αξία στη διαμόρφωση των ιδιοτήτων εκείνων που αποτελούν σε μεγαλύτερο βαθμό χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανθρώπου [8].

Όσον αφορά την αναπαραγωγή της ανισότητας, η κουλτούρα που επικρατεί στο σχολείο είναι των μεσαίων τάξεων. Οι εκπαιδευτικοί αξιολογούν με κριτήρια ορθολογικά αλλά όχι αξιοκρατικά. Αποτέλεσμα της παραπάνω διαδικασίας είναι οι «καλοί» μαθητές να συνεχίζουν σε μακροχρόνιες σπουδές, ενώ οι «κακοί» μαθητές να αποκλείονται να αποκλείονται με φυσικό τρόπο, σαν άτομα που «δεν παίρνουν τα γράμματα». Οι μακροχρόνιες σπουδές, με τη σειρά τους, οδηγούν σε εκείνα τα επαγγέλματα όπου στελεχώνουν το διοικητικό μηχανισμό της κοινωνίας. Οι «καλοί» μαθητές θα γίνουν γιατροί, εκπαιδευτικοί, δικηγόροι και θα αναπαράγουν την ανισότητα μέσα στους κοινωνικούς μηχανισμούς ενώ οι «κακοί» μαθητές θα ασχοληθούν με επαγγέλματα αγροτικά, τεχνικά κλπ. Παρατηρούμε λοιπόν, πως όταν η βάση στηρίζεται στην ανισότητα, τότε και το εποικοδόμημα αποτελείται από ανισότητα.

—————————–

[1] Κοινωνικές ανισότητες και σχολείο, Ν. Ασκούνη.

[2] Κοινωνικές ανισότητες και σχολείο, Ν. Ασκούνη.

[3] Κοινωνικές ανισότητες και σχολείο, Ν. Ασκούνη.

[4] Γλώσσα του σπιτιού και γλώσσα του σχολείου, Α. Φραγκουδάκη.

[5] Κοινωνικές ανισότητες και σχολείο, Ν. Ασκούνη.

[6] Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο, Άννα Φραγκουδάκη, σελ. 155.

[7] Κίνητρο στην εκπαίδευση, Α. Ανδρούσου.

[8] Κοινωνικοποίηση και εκπαιδευτικές ανισότητες, Ι.Ε. Πυργιωτάκη, σελ. 78.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!