Οι στόχοι της Εκπαιδευτικής Πολιτικής της Ανώτατης Εκπαίδευσης σε Ευρώπη και Ελλάδα

Του Πέτρου Δ. Νικολούδη,

Φοιτητή Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής Παντείου

Σε αυτό το άρθρο θα μιλήσω για τους στόχους της εκπαιδευτικής πολιτικής στην Ελλάδα και ποιος στόχος επικρατεί στην πολιτική σκακιέρα. Πριν γράψω όμως για την Ελλάδα, θα αναλύσω σε γενικότερο επίπεδο τους στόχους της εκπαιδευτικής πολιτικής και την διαχρονική τους πορεία στην Ευρώπη.

Οι στόχοι των μοντέλων της ανώτατης εκπαίδευσης της Ευρώπης είναι η «ισότητα εκπαιδευτικών ευκαιριών» και η «αποδοτικότητα». Τη δεκαετία λοιπόν του ‘60, η κοινωνική πολιτική των χωρών της Δυτικής Ευρώπης είχε ως σκοπό την απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης και την επίτευξη της κοινωνικής συνοχής. Ένα από τα μέσα επίτευξης αυτών των στόχων ήταν η μαζικοποίηση των συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Μια τέτοια αύξηση των εισαχθέντων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης σε συνδυασμό με μεγάλες χρηματοδοτήσεις, θα έκαναν το όραμα για μια ευρωπαϊκή κοινωνία που να βασίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη πραγματικότητα. Μάλιστα, οι στόχοι της «ισότητας εκπαιδευτικών ευκαιριών» και της «οικονομικής αποτελεσματικότητας» βρίσκονταν σε ισορροπία, καθώς η ανώτατη εκπαίδευση θεωρούνταν μια παραγωγική επένδυση που θα συνέβαλε στην οικονομική ανάπτυξη.

Τα πράγματα δυστυχώς πήραν διαφορετική τροπή. Από τη δεκαετία του ‘80 μέχρι και τις μέρες μας, έχει εγκαταλειφτεί και η ισότητα εκπαιδευτικών ευκαιριών και δίνεται έμφαση στην οικονομική αποτελεσματικότητα και στην εδραίωση ενός πανεπιστημίου που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς. Μάλιστα εφαρμόζονται πολιτικές που θα αξιολογούν τα πανεπιστήμια και θα διασφαλίζουν την ποιότητα τους. Τέλος, η ανάγκη για σύνδεση των πανεπιστημίων με την αγορά έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή πολιτικών ιδιωτικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Στα επόμενα κεφάλαια θα γίνει μια αναφορά στην περίπτωση της Ελλάδας, πριν όμως θα πρέπει να τονιστεί πως η ανάγκη για επίτευξη των στόχων «ισότητα εκπαιδευτικών ευκαιριών» και «αποδοτικότητα» τονίστηκε από τη δεκαετία του ‘80 κι έπειτα.

Ας δούμε τώρα την περίπτωση της Ελλάδας. Πριν μιλήσουμε για την εκπαιδευτική πολιτική της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα, σημαντικό είναι να αναφερθεί πως κράτος πρόνοιας στη χώρας μας με την μορφή που είχε σε άλλες χώρες, δεν υπήρξε και δεν υπάρχει.

Διαβάστε Επίσης  Κοινωνική Οικονομία και Δια Βίου Μάθηση στην Ελλάδα : Η διάδραση τους στην αντιμετώπιση του εργασιακού αποκλεισμού

Η χαμηλού επιπέδου παραγωγική διαδικασία, η έλλειψη συγκέντρωσης κεφαλαίων, τα χαμηλά ποσοστά μισθωτής εργασίας και η διευρυμένη οικογένεια εμπόδισαν την ανάπτυξη κράτους πρόνοιας στην Ελλάδα. Αυτό που είχαμε στην μεταπολεμική περίοδο ως Κοινωνική Πολιτική ήταν η διεύρυνση της απασχόλησης στην δημόσιο τομέα και η ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων μεταξύ πολιτών και κράτους. Από αυτό μπορούμε να πούμε πως η παγκόσμια οικονομική κρίση που βιώνουμε σήμερα να ‘χτύπησε’ πιο έντονα την χώρα μας, εφόσον δεν έχουμε οργανωμένο κράτος πρόνοιας και δώσαμε προσοχή μόνο στον δημόσιο τομέα, χωρίς να ασκηθούν πολιτικές που να καταστήσουν την χώρα μας παραγωγική και να εξάγει περισσότερα από αυτά που εισάγει. Τέλος, οι πελατειακές σχέσεις μεταξύ πολιτών και κράτους από την μεταπολεμική περίοδο μέχρι σήμερα, αναμφίβολα είχαν ως συνέπεια την αναποτελεσματική λειτουργία της κρατικής μηχανής.

Στην Ελλάδα τη δεκαετία του ‘80, υπήρξαν πολιτικές που να αποσκοπούν στην κοινωνική δικαιοσύνη και στην ισότητα εκπαιδευτικών ευκαιριών. Τέτοιες πολιτικές ήταν η κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων για τα λύκεια, η ενισχυτική διδασκαλία, φυσικά η αύξηση του αριθμού των εισαχθέντων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο στόχος της οικονομικής αποτελεσματικότητας θα επιτυγχάνονταν με την ίδρυση των Τεχνολογικών Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης (Τ.Ε.Ι). Ωστόσο, το κράτος με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ήταν εμπόδιο στην επίτευξη αυτού του στόχου.

Ουσιαστικά, έχουμε μια επίτευξη του στόχου της «ισότητας εκπαιδευτικών ευκαιριών» και μια παραμέληση του στόχου της «οικονομικής αποδοτικότητας», κάτι που προκάλεσε την αύξηση των ατόμων που θα είναι διαθέσιμα για εργασία, και μάλιστα για εργασία υψηλού επιπέδου, και την έλλειψη θέσεων εργασίας, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα τα αυξημένα ποσοστά ανεργίας των νέων πτυχιούχων και το να βλέπουμε πτυχιούχους να εργάζονται σε τομείς που να μην έχουν σχέση με το αντικείμενο σπουδών τους.

Κάτι τέτοιο δεν είναι ουσιαστικά πληγή μόνο για την οικονομία, αλλά και για την ίδια την κοινωνία. Εάν δεν αξιοποιηθεί το πλούσιο και υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο που έχουμε στην Ελλάδα, δε θα βγούμε από την κρίση και θα έχουμε συνεχώς αύξηση των νέων αποφοίτων που να αναζητούν δουλειά στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, υπό την επιστημονική επίβλεψη του Λόη Λαμπριανίδη, από τους 183.388 Έλληνες πτυχιούχους που έφυγαν από τη χώρα από το 1990 μέχρι σήμερα, οι 139.041 έφυγαν από το 2010 και μετά, τα χρόνια δηλαδή που ξέσπασε η οικονομική κρίση.

Η έμφαση στην ποιότητα και την αποτελεσματικότητα του συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης ξεκίνησε σιγά σιγά να εμφανίζεται κατά τη δεκαετία του ‘90, όταν η πολιτική ρητορική της εποχής τόνιζε την ανάγκη σύνδεσης της εκπαίδευσης με την παραγωγική διαδικασία. Τα πράγματα βέβαια έγιναν πιο έντονα τη δεκαετία του 2000, κατά την οποία κυριάρχησε μια συγκεκριμένη όψη ιδιωτικοποίησης, σύμφωνα με την οποία η κρατική χρηματοδότηση θα συμπληρώνεται από την οικονομική αξιοποίηση του ερευνητικού προιόντος και των εκπαιδευτικών υπηρεσιών του Πανεπιστημίου. Θα έπρεπε λοιπόν με άλλα λόγια το Πανεπιστήμιο να υιοθετήσει έναν τρόπο διαχείρισης που θα αξιοποιεί με αποτελεσματικό τρόπο τους πόρους του, ελαχιστοποιώντας τα διοικητικά κόστη.

Πιο συγκεκριμένα, τη δεκαετία του 2000 ψηφίστηκαν οι νόμοι 3374/2005 και 3549/2007. Αυτοί οι νόμοι εκφράζουν την διασφάλιση της ποιότητας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Η έμφαση για ποιότητα συνδέθηκε με την αξιολόγηση. Η αξιολόγηση είναι εσωτερική και εξωτερική. Η εσωτερική αξιολόγηση συνδέεται με την αυτοαξιολόγηση. Η εξωτερική αξιολόγηση ασκείται από μια ανεξάρτητη επιτροπή εμπειρογνωμόνων, τη λεγόμενη ‘’Επιτροπή Εξωτερικής Αξιολόγησης’’. Το μοντέλο του «κράτους που επιθεωρεί» εκφράστηκε με τη σύσταση μιας εξωτερικής ρυθμιστικής αρχής, της ‘’Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση’’. Όλα αυτά βέβαια στα πλαίσια μιας μειωμένης κρατικής χρηματοδότησης, κάτι που οδηγεί τα εκπαιδευτικά ιδρύματα να αναζητούν πόρους και από άλλες πηγές, εκτός του κράτους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού είναι πολλά μεταπτυχιακά, τα οποία απαιτούν δίδακτρα. Ενώ λοιπόν τα μεταπτυχιακά είναι σήμερα απαραίτητα για αυτόν που θέλει να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα (και επαγγελματική), πολλά μεταπτυχιακά των ελληνικών ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης απαιτούν δίδακτρα, με αποτέλεσμα άτομα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων να μη μπορούν να ανταποκριθούν. Τα δίδακτρα πολύ πιθανόν στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης και της έλλειψης κρατικών πόρων να μπουν και στις προπτυχιακές σπουδές, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Τέλος, η αγορά επιλέγει τους καλύτερους. Οπότε οι απόφοιτοι που σπουδάζουν σε σχολές υψηλού επιπέδου και που είναι άμεσα συνδεόμενες με την αγορά, θα βρίσκουν πιο εύκολα θέσεις εργασίας από τους αποφοίτους που κατέχουν πτυχίο χαμηλού κύρους και όχι τόσο συνδεόμενο με την αγορά.

Γενικώς, η διεύρυνση της συμμετοχής αφορούσε σχολές με χαμηλό κύρος, όχι εκείνες με υψηλό κύρος. Σύμφωνα μάλιστα με την Σιάνου-Κύργιου, η κοινωνική τάξη ασκεί ισχυρή επίδραση στις επιδόσεις των υποψηφίων φοιτητών και επηρεάζει σημαντικά τις ακαδημαϊκές επιλογές τους. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα με υψηλό ακαδημαϊκό γόητρο δέχονται σε μεγάλο βαθμό φοιτητές από τα υψηλά κοινωνικά στρώματα, ενώ τα εκπαιδευτικά ιδρύματα με χαμηλό ακαδημαϊκό κύρος δέχονται φοιτητές κατά κύριο λόγο από χαμηλά κοινωνικά στρώματα.

Από όλα αυτά μπορούμε να καταλάβουμε σίγουρα πως η ανώτατη εκπαίδευση κάθε άλλο παρά δωρεάν είναι. Πρέπει να υπάρξει μια επανεκκίνηση των πολιτικών στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη που να τονίζουν τον δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης και που θα αξιοποιείται το ανθρώπινο δυναμικό όχι μόνο για την ευημερία των αγορών, αλλά για την ευτυχία των κοινωνιών. Είναι πιο απαραίτητος από ποτέ ο ισοσκελισμός των στόχων της «ισότητας εκπαιδευτικών ευκαιριών» και της «οικονομικής αποτελεσματικότητας», όπως στην δεκαετία του ‘60.

Επίσης, πολιτικές που θα συμβάλουν στην αύξηση των ατόμων των κατώτερων στρωμάτων σε ακαδημαϊκά ιδρύματα υψηλού κύρους θα άρουν τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι απαραίτητη μια δίκαιη αναδιανομή του πλούτου. Οι άνθρωποι να προσφέρουν στο κράτος και στους υπερεθνικούς οργανισμούς ανάλογα με αυτά που έχουν, όχι οι φτωχοί να δίνουν πολλά και οι πλούσιοι λίγα. Μέσω μιας τέτοιας αναδιανομής θα υπάρξουν τα ποσά για μια γενναία χρηματοδότηση των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης από τα κράτη. Τέλος, όσο πιο πολλοί άνθρωποι με υψηλό επίπεδο αξιοποιηθούν από δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, τότε θα έχουν και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις μεγάλα κέρδη στο μέλλον, αλλά και το όραμα για μια κοινωνία δίκαιη θα επιτευχτεί.

(Όποιος επιθυμεί να μάθει περισσότερα για τους στόχους της εκπαιδευτικής πολιτικής της ανώτατης εκπαίδευσης σε Ελλάδα και Ευρώπη μπορεί να διαβάσει το βιβλίο Κοινωνικές Διαστάσεις των Πολιτικών στην Ανώτατη Εκπαίδευση: Συγκριτική και Διεθνής Προσέγγιση, υπό την επιμέλεια της Ελένης Πρόκου, (2011) Αθήνα, Εκδόσεις Διόνικος)

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!