Κοινωνική Επιρροή και Κοινωνικές Αναπαραστάσεις σε Μετασυγκρουσιακές Κοινωνίες

Ραφαήλ Λαμπριανού

Εισαγωγή

Η κοινωνική επιρροή αποτελεί, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα στην κοινωνική ψυχολογία, γεγονός που αποδεικνύεται από τον ορισμό που προδίδει ο Allport (1925) για τον συγκεκριμένο κλάδο ως: “…η μελέτη του τρόπου με τον οποίο τα άτομα επηρεάζονται από την πραγματική ή φανταστική παρουσία των άλλων.” (Γαρδικιώτης, 2008). Με βάση αυτό, η  ικανότητα του ατόμου να επηρεάζει και να επηρεάζεται, οφείλεται σε κάποιου είδους σύγκρουση, η οποία καθιστάται υπεύθυνη για την ατομική και κοινωνική αλλαγή. (Μαντόγλου, 1996)

Κατά συνέπεια, η έννοια της σύγκρουσης, τοποθετείται στο επίκεντρο της θεωρίας της κοινωνικής επιρροής, και προσδιορίζεται ως η κοινωνικοψυχολογική κατάσταση στην οποία τα άτομα ή οι ομάδες, συγκρούονται στο ίδιο ζήτημα αφού παρουσιάζουν διαφορετικές απόψεις. Οι διάφορες μορφές που παίρνει η σύγκρουση, αλλά και οι λόγοι (αιτίες) πίσω από την συγκεκριμένη κατάσταση, επιφέρουν τους ανάλογους τρόπους επίλυσης της. Όπως αρκετοί επιστήμονες υποστηρίζουν, η σύγκρουση είναι δυνατόν να παρουσιάσει θετικά αποτελέσματα οδηγώντας προς την καινοτομία, ενώ αντίθετα, οι πιο «συντηρητικοί» της προσδίδουν αρνητικό πρόσημο, χαρακτηρίζοντας την επιβλαβή για την «ομαλή» λειτουργία της κοινωνίας (Μαντόγλου, 1996).

Στο ίδιο περίπου πλαίσιο, η θεωρία των κοινωνικών αναπαραστάσεων, καθότι αναφέρεται σε ένα σύστημα αξιών, ιδεών και πρακτικών που στοχεύει, τόσο στην δημιουργία ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας, όσο και στον κοινωνικό-υλικό προσανατολισμό των υποκειμένων, προϋποθέτει ακόμα, την διαδικασία της σύγκρουσης αλλά και της κοινωνικής αλλαγής. Η νοηματοδότηση των κοινωνικών αναπαραστάσεων σύμφωνα με τον ο Gonn (1971), αποτελεί το βασικότερο κίνητρο δια το οποίο, αναπτύσσονται συγκρούσεις μηδενικής ή μη μηδενικής κατάληξης. Αναλυτικότερα, η μηδενική σύγκρουση διακρίνεται από έντονο ανταγωνιστικό χαρακτήρα, με κύριο γνώρισμα συμπεριφορές του είδους «ο θάνατος σου η ζωή μου», ενώ αντίθετα στις μη μηδενικές συγκρούσεις παρατηρούνται στρατηγικές συνεργασίας (Μαντόγλου, 1996; Παπαστάμου & Μαντόγλου, 1995).

Το ερώτημα που προκύπτει παραθέτοντας τις πιο πάνω θεωρίες, περιστρέφεται γύρω από την επιστημολογική σχέση μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαν οι δύο ανεξάρτητες θεωρίες, να αναπτύξουν μια δυναμική προσέγγιση για την ανάλυση και την ευρύτερη κατανόηση της κοινωνικής αλλαγής (Orfali, 2002);

Διαδικασίες Κοινωνικής Επιρροής                                            

Σύμφωνα με τον Dahrendorf (1972), κάθε κοινωνικό σύστημα αποτελείται από μία διακριτή δύναμη (αυθεντία), η οποία διχοτομεί τις ομάδες ανάλογα με την κοινωνική θέση και τον κοινωνικό ρόλο που έχουν, ενώ παράλληλα καθορίζει την κάθε συγκρουσιακή σχέση. Απορρίπτοντας την μονοδιάστατη θεωρία του Μάρξ (θεωρία της σύγκρουσης με κεντρικό πυρήνα την ταξική πάλη), ο ίδιος αναφέρεται στις διάφορες κοινωνικο-πολιτικές υπαγωγές του σύγχρονου ατόμου, όπου αντικατοπτρίζουν την πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής και καθιστούν την κοινωνική επιρροή ως μία ανομοιόμορφη διαδικασία που εξελίσσεται σε διάφορα επίπεδα (Γαρδικιώτης, 2008).

Αναφερόμενοι στο κοινωνικό σύστημα, αναγκαία φαίνεται η εξέταση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, και συγκεκριμένα των όρων πλειονότητα και μειονότητα που ακολουθούν. Ως αφετηρία, οι συγκεκριμένοι όροι βασίζονται αφενός στην πιο πάνω συνθήκη (αυθεντία), η οποία ταυτόχρονα ορίζει τους κοινωνικούς κανόνες, τοποθετώντας την πλειονότητα σε προνομιακή (κανονιστική) θέση, και αφετέρου στο αριθμητικό μέγεθος των ομάδων (πλειοψηφία-μειοψηφία). Ειδικότερα, όπως αναφέρει η Μαντόγλου (1996) κάθε κοινωνική ομάδα, αποτελείται από ένα σύνολο ατόμων, τα οποία παρουσιάζουν παρόμοιες πεποιθήσεις και στόχους. Η ομοιογένεια αυτή, όχι μόνο διασφαλίζει την ενδο-ομαδική ευνοιοκρατία, αλλά παράλληλα καθορίζει την κοινωνική ταυτότητα της ομάδας σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο. Καθιστάται έτσι λογική, η ύπαρξη των διομαδικών συγκρούσεων. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελίτ μειονότητες (οικονομικές, πολιτικές ή στρατιωτικές), αποκλείονται από το συγκεκριμένο θεώρημα (Γαρδικιώτης, 2008), αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ένα κλειστού τύπου σύστημα, τεχνοδιοικητικής φύσεως, και σαφώς θα αποτελούσε σφάλμα στην εξέταση του πλουραλιστικού μοντέλου των σύγχρονων κοινωνιών (Γεωργουλάς, Κασιμάτη, Πράνταλος & Παπαϊωάννου, 2015).

Εξετάζοντας εις βάθος το φαινόμενο των κοινωνικών συγκρούσεων, ο Moscovici,  παραθέτει τα ακόλουθα μοντέλα κοινωνικής επιρροής. Αρχικά, αναφέρεται στο λειτουργικό μοντέλο, το οποίο χαρακτηρίζεται “συντηρητικό” και συνάμα μονοδιάστατο, αφού η κοινωνική επιρροή ασκείται μόνο από άτομα ή ομάδες που τυγχάνουν κάποιας μορφής εξουσία. Με δεδομένη λοιπόν την εξαρτησιακή σχέση μεταξύ των δύο ομάδων, η πλειονότητα ως η απόλυτη πηγή κοινωνικής επιρροής, καταστέλλει την οποιαδήποτε αποκλίνουσα συμπεριφορά (στάση) της μειονοτικής ομάδας, με απώτερο σκοπό τον κοινωνικό έλεγχο και την διατήρηση του κατεστημένου. Συνεπώς, η διαδικασία αυτή, επικεντρώνεται στις διαφορές ανάμεσα στην πλειονότητα και την μειονότητα (σύγκριση), παρά στο αντικείμενο σύγκρουσης τους. Τρανό παράδειγμα, αποτελεί η κλασσική μελέτη του Asch (1956), όπου παρατηρήθηκε το φαινόμενο της συμμόρφωσης, δηλαδή, η αλλαγή στάσης του υποκειμένου προς την ομόφωνα λανθασμένη εκτίμηση της πλειονότητας.

Η αριθμητική υπεροχή της ομάδας (πλειοψηφία), οι επαναλαμβανόμενες ομοιόμορφες εκτιμήσεις των πειραματικών συνεργών, καθώς επίσης, η αντιληπτή συνοχή της πλειονότητας (ανεξάρτητοι κριτές ή ομάδα), φαίνεται να λειτούργησαν ως ένας μοχλός πίεσης, αναγκάζοντας το υποκείμενο να  συμμορφωθεί στις κυρίαρχες απόψεις, παρόλο που γνώριζε ότι ήταν λανθασμένες (Παπαστάμου, 1998) . Όπως αναφέρει ο Γαρδικιώτης (2008) : “Ο συνήθης ορισμός της συμμόρφωσης ως αλλαγής, στις στάσεις και την συμπεριφορά του ατόμου λόγω πίεσης της ομάδα, περιγράφει τις περιπτώσεις όπου τα άτομα δέχονται την πίεση της ομάδας και δρουν με έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν που θα ακολουθούσαν εάν ήταν μόνα τους.”   

Στην προκειμένη περίπτωση, η συμμόρφωση παίρνει την μορφή της δημόσιας ενδοτικότητας, δεδομένου ότι το υποκείμενο, εξακολουθεί να διατηρεί τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Ωστόσο, έρευνες έχουν δείξει ότι η συμμόρφωση είναι πιθανόν να οδηγήσει σε ιδιωτική αλλαγή, εφόσον η διατήρηση των κυρίαρχων απόψεων (κανόνων), κατά την απουσία οποιασδήποτε μορφής ελέγχου από την ομάδα, αποτελεί ένδειξη ιδιωτικής αποδοχής. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τους Deutsch και Gerard (1955), αποδίδεται στα ασαφείς χαρακτηριστικά του αντικειμένου σύγκρουσης, όπου προσανατολίζουν το υποκείμενο στην αποδοχή των πληροφοριών της ομάδας, ως η ορθή εκτίμηση της πραγματικότητας (πληροφοριακή επιρροή). Και αυτό, γιατί η πραγματικότητα καθορίζεται από την ομοιογένεια των πεποιθήσεων (αντιλήψεων) που χαρακτηρίζουν κάθε κοινωνική ομάδα (Festinger, 1950). Από την άλλη, το αποτέλεσμα της προσπάθειας του ατόμου να συμμορφωθεί με την πλειονότητα, μηδενίζοντας τις πιθανότητες περιθωριοποίησης ή απόρριψης του, ορίζεται ως η διαδικασία κανονιστικής επιρροής, και ταυτίζεται με το φαινόμενο της ενδοτικότητας πιο πάνω (Deutsch & Gerard, 1955).

Συμπερασματικά, έχει καταστεί σαφές ότι η συμμόρφωση αποτελεί συνθήκη του μοντέλου διπλής διαδικασίας, όπου η κανονιστική επιρροή, διασφαλίζει τους κυρίαρχους κανόνες, αφού το υποκείμενο στην προσπάθεια του να αποφύγει την περιθωριοποίηση, ενδίδει στις πεποιθήσεις της πλειονότητας. Παρομοίως, η ιδιωτική αποδοχή του λειτουργικού μοντέλου, αντικατοπτρίζει την πληροφοριακή εξάρτηση μεταξύ ατόμου-ομάδας, η οποία βασίζεται στην ανάγκη για την ακριβή κατανόηση του περιβάλλοντος. Πέρα από τις δύο αυτές διαδικασίες, ο Kelman (1958) υποστήριξε ότι το υποκείμενο, είναι πιθανόν να συμμορφωθεί με την πηγή, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που προβάλλει όπως είναι για παράδειγμα το κύρος (ταύτιση). Φυσικά, η ταύτιση του ατόμου με την ομάδα, επηρεάζεται από την διαδικασία της αυτό-κατηγοριοποίησης, δηλαδή της γνωστικής κατάταξης του εαυτού σε µια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα µε βάση τις πεποιθήσεις, τα πιστεύω και τους στόχους της. Συνεπώς, η διαφοροποίηση των προσωπικών πεποιθήσεων του ατόμου, θα σήμανε και την λήξη της ταύτισης του, ως μορφή της συμμόρφωσης (Turner, 1987).

Συνοψίζοντας τα όσα προαναφέρθηκαν, το λειτουργικό μοντέλο παρουσιάζει την συμμόρφωση ως η πιθανέστερη διαδικασία κοινωνικής επιρροής, γεγονός που εγείρει αρκετά ερωτήματα τόσο για την σημασιολογία της κοινωνικής αλλαγής, όσο και για την εγκυρότητά του. Η κοινωνική αλλαγή, όπως αναφέρει ο Moscovici (1985) ορίζεται ως η δυνατότητα εξέλιξης της κοινωνίας, η οποία οδηγεί στην πρόοδο και την καινοτομία, παρά ως αποτέλεσμα του κοινωνικού ελέγχου. Ως εκ τούτου, το γενετικό μοντέλο, αντικατοπτρίζει την αμοιβαία διαδικασία, στην οποία κάθε άτομο ή ομάδα είναι δυνατόν να αποτελέσει πηγή και στόχος κοινωνικής επιρροής.

Αδιαμφισβήτητα λοιπόν, η κοινωνική αλλαγή απόκειται στην αντιμετώπιση και το χειρισμό των κοινωνικών συγκρούσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσοχή στρέφεται στο αντικείμενο διαφωνίας, διαδικασία η οποία προϋποθέτει τη γνωστική επεξεργασία των πληροφοριών (διαδικασία επικύρωσης), προκαλώντας έτσι ιδεολογική μεταστροφή. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί, ότι η θεωρία συγκλίνουσας ή αποκλίνουσας σκέψης, συμβάλει θετικά στην επεξήγηση της καινοτομίας, αφού όπως αναφέρει η Nemeth (1986), η μειονοτική επιρροή, οδηγεί στην εμπεριστατωμένη γνωστική επεξεργασία της αποκλίνουσας σκέψης, με αποτέλεσμα την δημιουργική επίλυση της σύγκρουσης. Κατά συνέπεια, όπως φαίνεται πιο κάτω, η μειονότητα, οδηγεί στην ιδεολογική μεταστροφή όχι μόνο σε άμεσου τύπου ζητήματα, αλλά και σε έμμεσα. Εντούτοις, σε αντίθεση με τον Moscovici, η ίδια υποστηρίζει ότι η κανονιστική επιρροή, προκαλεί επίσης γνωστική επεξεργασία, διαφορετικού ωστόσο χαρακτήρα, κατά την οποία η μειονότητα συγκλίνει στην πλειονοτική θέση.

Μελετώντας εις βάθος το γενετικό μοντέλο, παρατηρείται η ενεργός συμμετοχή της μειονότητας, δηλαδή η ικανότητα της να αμφισβητήσει τα εδραιωμένα πρότυπα της αυθεντίας (κοινωνικούς ρόλους και κανόνες), δημιουργώντας ρωγμή στην ομαλή λειτουργία της κοινωνίας. Συγκεκριμένα, η άρνηση της κοινωνικής συναίνεσης, αποτελεί και το μοναδικό της προνόμιο, αφού εξ ορισμού, δεν διαθέτει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για την άσκηση της οποιαδήποτε πίεσης. Παράλληλα, η επιλογή μιας ξεκάθαρης εναλλακτικής θέσης (αντινομιστική), καθώς επίσης ο αμετάκλητος χαρακτήρας στην πιθανότητα οποιουδήποτε συμβιβασμού με την πλειονότητα, αποσκοπούν στην διατήρηση της κοινωνικής σύγκρουσης, και στοχεύουν στην αναθεώρηση και τον επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών κανόνων (Γαρδικιώτης, 2008; Moscovici, 1985).

Σύμφωνα με τον Moscovici, το ύφος συμπεριφοράς, καθορίζει το αποτέλεσμα της μειονοτικής επιρροής, αφού η αποδοχή ή η απόρριψη της μειονοτικής θέσης, εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και παρουσιάζεται.

Ως εκ τούτου, ο ίδιος προτείνει τα εξής είδη συμπεριφοράς. Αρχικά αναφέρεται στην αφοσίωση, η οποία ορίζεται ως η δέσμευση στις αξίες και πεποιθήσεις της ομάδας, καθώς επίσης, στην ακλόνητη προσήλωση για την πραγματοποίηση των στόχων της. Στη συνέχεια, παρουσιάζει την αυτονομία, συμπεριφορά η οποία υποδηλώνει την ικανότητα της ομάδας να αναπτύξει μια ανεξάρτητη κρίση σύμφωνα με τα δικά της πιστεύω, όπου ταυτόχρονα στηρίζεται στην αντικειμενικότητα και στο δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης. Παράλληλα, η δικαιοσύνη, αντικατοπτρίζει την διάθεση για διάλογο, αλλά και την σχέση αμοιβαίου σεβασμού, χαρακτηριστικό της θεωρίας του Piaget. Ιδιαίτερη έμφαση, δίνει στο σταθερό ύφος συμπεριφοράς, δηλαδή στην συνεχής παρουσίαση της μειονοτικής άποψης, ενέργεια η οποία φανερώνει αποφασιστικότητα και αφοσίωση στις θέσεις της ομάδας. Άτομα τα οποία έρχονται αντιμέτωπα με μια σταθερή μειονοτική θέση, είναι πιθανόν να παρουσιάσουν άμεση ή έμμεση ιδιωτική μεταστροφή αλλά όχι δημόσια, αποτέλεσμα της επιθυμίας τους για την αποφυγή ταύτισης τους με την μειονότητα (Γαρδικιώτης, 2008).

Επιβεβαιώνοντας την σπουδαιότητα της σταθερής συμπεριφοράς, οι Wood et al., (1994) αναφέρουν: “Οι μειονότητες, που κρίθηκαν από τους στόχους να είναι ιδιαίτερα σταθερές οδήγησαν σε μεγαλύτερη επιρροή σε σύγκριση με τις πηγές που παρουσιάζονταν λιγότερο σταθερές. Αυτό ήταν στατιστικά σημαντικό σε άμεσες ιδιωτικές απαντήσεις και οριακά σημαντικό σε έμμεσες ιδιωτικές απαντήσεις.” Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί το φαινόμενο της πλουραλιστικής άγνοιας, δηλαδή η ιδιωτική μεταστροφή των ατόμων της πλειονοτικής ομάδας, οι οποίοι ως ανεξάρτητοι κριτές, υιοθετούν την μειονοτική άποψη, εντούτοις, στο δημόσιο επίπεδο την επικρίνουν για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Στη προκείμενη περίπτωση, η αναγνώριση των ατόμων αυτών μεταξύ τους, έχει ως αποτέλεσμα την κοινωνική αλλαγή. Τέλος, η ακαμψία στο ύφος συμπεριφοράς, είναι πιθανόν να ερμηνευθεί ως αδιαλλαξία, καταλήγοντας στην απόρριψη της μειονοτικής θέσης, και στην περιθωριοποίηση της ομάδας (Psaltis & Zapiti, 2014).

Παράλληλα, οι Παπαστάμου και Mugny (1983), αναθεωρώντας την δομή του κοινωνικού πλαισίου, αναφέρθηκαν στην διαφοροποίηση της διαπραγμάτευσης κατά τρόπο ανάλογο με το στόχο. Συγκεκριμένα, η σύνθεση του τριαδικού μοντέλου επιρροής, εξουσία, πλειονότητα, μειονότητα, αναπαριστά ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο όπου η μειονότητα αμφισβητεί ενεργά την εξουσία, δημιουργώντας μια σταθερή ανταγωνιστική σχέση, χωρίς την πιθανότητα του οποιουδήποτε συμβιβασμού, ενώ από την άλλη, οι σχέσεις επιρροής που αναπτύσσει με την πλειονότητα-πληθυσμό, διακρίνονται τόσο από σταθερότητα αλλά και από ευλυγισία, προϋποθέσεις απαραίτητες για την επίτευξη της μειονοτικής επιρροής. Συμπληρώνοντας, οι ίδιοι αναφέρονται στην ανατρεπτική στρατηγική της πλειονότητας, δηλαδή στο φαινόμενο της ψυχολογιοποίησης, όπου η αιτιώδης σχέση μεταξύ των ψυχολογικών χαρακτηριστικών της μειονότητας και του σταθερού ύφους συμπεριφοράς της, οδηγεί στην απόρριψη της μειονοτικής άποψης.

Επιπλέον όπως αρκετές έρευνες υποστήριξαν, η κοινωνική ταυτότητα της μειονότητας φαίνεται να επηρεάζει το αποτέλεσμα της μειονοτικής επιρροής, κατά τρόπο αντίστοιχο όπως στην διαδικασία της αυτό-κατηγοριοποίησης πιο πάνω. Με άλλα λόγια, ο εντοπισμός κοινών χαρακτηριστικών με την πηγή, σε σχέση με την κοινωνική της κατηγοριοποίηση, οδηγεί το στόχο (πλειονότητα), στην αποδοχή της μειονοτικής θέσης αφού πλέον αποτελεί ενδο-ομαδική στάση μιας ευρύτερης κοινωνικής κατηγορίας (Γαρδικιώτης, 2008).

Ανακεφαλαιώνοντας, η πλειονοτική και μειονοτική επιρροή, αποτελούν ανεξάρτητες ερευνητικές προσεγγίσεις μεμονωμένων αποτελεσμάτων, συνθήκες οι οποίες συγκροτούν το θεώρημα του μοντέλου διπλής διαδικασίας. Αντιθέτως, οι σύγχρονες θεωρίες κοινωνικής επιρροής, επιτρέπουν την διερεύνηση πολλαπλών παραγόντων, όπως είναι για παράδειγμα, το αντικείμενο σύγκρουσης, η ασυμμετρία του κύρους και το επίπεδο επιρροής,  γεγονός που αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής και αφενός οδηγεί, τόσο στην διαφοροποίηση των μέχρι τώρα διαδικασιών επίλυσης των συγκρούσεων όσο και των  αποτελεσμάτων.

Σύμφωνα με τους Perez και Mugny (1996), η θεωρία επεξεργασίας της σύγκρουσης, εξετάζει την κοινωνική επιρροή, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο σύγκρουσης, αλλά και τα χαρακτηριστικά της πηγής, διαδικασία η οποία οδηγεί σε διαφορετικά επίπεδα έκδηλης (δημόσιας) ή λανθάνουσας (ιδιωτικής) επιρροής. Αναλυτικότερα, κάθε αντικείμενο σύγκρουσης, διακρίνεται από δύο διαστάσεις, την κοινωνική παγίωση και την υψηλή ή χαμηλή θεμελίωση λάθους. Αρχικά, η κοινωνική παγίωση, αναφέρεται στα πειραματικά έργα, όπου προσδιορίζουν την κοινωνική ταυτότητα του υποκειμένου, με βάση την απάντηση του στο αντικείμενο σύγκρουσης, ενώ αντίθετα, στα μη παγιωμένα, κάτι τέτοιο μοιάζει αδύνατο. Από την άλλη, η υψηλή ή χαμηλή θεμελίωση λάθους, αναφέρεται στην πιθανότητα, σωστής ή λανθασμένης απάντησης σε σχέση με το αντικείμενο αλληλεπίδρασης.

Συνδυάζοντας τις δύο αυτές διαστάσεις, προκύπτουν οι ακόλουθοι τέσσερεις τύποι πειραματικών έργων. Τα αντικειμενικά μη διφορούμενα έργα, χαρακτηρίζονται από υψηλή θεμελίωση λάθους, και χαμηλή εμπλοκή στην πιθανότητα κοινωνικής κατηγοριοποίησης του υποκειμένου. Με άλλα λόγια, τα αντικείμενα σύγκρουσης που συμπίπτουν στη κατηγορία αυτή, παρουσιάζουν μία αντικειμενικά σωστή απάντηση, ωστόσο δεν δύναται να προσδιορίσουν κοινωνικά το υποκείμενο, όπως για παράδειγμα το πείραμα του Asch. Στην συνέχεια, τα έργα ικανοτήτων, αναφέρονται σε κοινωνικά παγιωμένα και υψηλής θεμελίωσης λάθους αντικείμενα, όπως για παράδειγμα το τεστ νοημοσύνης. Η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει τα αντικείμενα γνώμης, έργα τα οποία δεν υπόκεινται στη διαδικασία αξιολόγησης σωστής ή λανθασμένη απάντησης, εντούτοις διακρίνονται ως κοινωνικά παγιωμένα. Για παράδειγμα, τα αντικείμενα πεποιθήσεων (π.χ., πολιτική ιδεολογία, θρησκεία). Τέλος, τα έργα μη εμπλοκής, χαρακτηρίζονται από χαμηλή θεμελίωση λάθους απάντησης, καθώς επίσης χαμηλή εμπλοκή στη πιθανότητα κοινωνικής κατηγοριοποίησης του υποκειμένου. Πειραματικά έργα τέτοιου τύπου, αποτελούν τα αντικείμενα προτίμησης (π.χ., χρώμα), (Μαντόγλου, 1996).  

Η συνέχεια στη σελίδα 2 (δείτε κάτω)

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!