Ρατσισμός και ευάλωτες ομάδες: Άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας

Πολλοί άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας συχνά αποτελούν θύματα διακρίσεων με αίτιο τον τόπο γέννησης, την περιουσία, την εθνική και κοινωνική καταγωγή, τη φυλή, το χρώμα και τη θρησκεία. Η φτώχεια αποτελεί τόσο το αίτιο όσο και το αποτέλεσμα για παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το 2001 μέσω της Παγκόσμιας Διάσκεψης του Ντέρμπαν κατά του Ρατσισμού δόθηκε έμφαση στο γεγονός ότι η φτώχεια, η υπανάπτυξη, η περιθωριοποίηση, ο κοινωνικός αποκλεισμός και οι οικονομικές ανισότητες συνδέονται στενά με τον ρατσισμό, και συμβάλλουν στην ανθεκτικότητα των ρατσιστικών συμπεριφορών και πρακτικών που με τη σειρά τους παράγουν περισσότερη φτώχεια.

Ο ΟΗΕ αναφέρεται συχνά στη φτώχεια ως έναν «φαύλο κύκλο», που αποτελείται από ένα ευρύ φάσμα παραγόντων που είναι αλληλένδετοι και είναι δύσκολο να ξεπεραστούν. Η στέρηση πόρων, δυνατοτήτων και ευκαιριών καθιστά αδύνατο για οποιονδήποτε να ικανοποιήσει τις πιο βασικές ανθρώπινες ανάγκες ή να απολαμβάνει τα ανθρώπινα δικαιώματά του.

Σε πολλές κοινωνίες, οι κάτοικοι εμποδίζονται από το να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους όχι μόνο επειδή δεν έχουν τα μέσα να το πράξουν, αλλά απλώς εξαιτίας του ποιοι είναι. Η διάκριση αποτελεί συχνά εμπόδιο πρόσβασης σε απαραίτητες υπηρεσίες για συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, για παράδειγμα, τους μετανάστες, τις εθνοτικές και φυλετικές μειονότητες, πρόσφυγες και εσωτερικά εκτοπισμένα άτομα, γυναίκες, άτομα που ζουν με HIV/AIDS, ανιθαγενείς και άτομα με αναπηρίες.

Νόμοι που εισάγουν διακρίσεις, αντίστοιχες πολιτικές και πρακτικές ενδέχεται να σημαίνει ότι οι ομάδες αυτές στερούνται επίσης το δικαίωμα στην εργασία, το δικαίωμα επαρκούς στέγασης και το δικαίωμα σε υψηλά πρότυπα υγείας. Φυλετικές διακρίσεις και άλλα ειδή διακρίσεων μπορούν να έχουν ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, επιδεινώνοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό και, στις χειρότερες περιπτώσεις, τροφοδοτώντας βίαιες συγκρούσεις.

Δράσεις του ΟΗΕ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ εξέδωσε την απόφαση πώς η ακραία φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός συνιστούν παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στα χρόνια που ακολούθησαν ανέλαβε ορισμένες πρωτοβουλίες που υιοθετήθηκαν και ανέπτυξαν περαιτέρω την ιδέα του δεσμού μεταξύ των δικαιωμάτων των ατόμων και της ακραίας φτώχειας. Το γραφείο του Ύπατου Αρμοστή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα έχει ως ένα από τα θεμελιώδη πλαίσιά του, ότι κανένα κοινωνικό φαινόμενο δεν αποτελεί τόσο συνολική επίθεση απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα όσο η φτώχεια. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τώρα το Συμβούλιο, ενήργησαν έγκαιρα για τον διορισμό ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ακραία φτώχεια, με την αρμοδιότητα της αξιολόγησης της σχέσης μεταξύ της απόλαυσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ακραίας φτώχειας.

Η ιστορική Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών και οι διασκέψεις κορυφής που πραγματοποιήθηκαν στη δεκαετία του 1990 δημιούργησαν μια πρωτοφανή παγκόσμια συναίνεση σχετικά με ένα κοινό όραμα για την ανάπτυξη, η οποία κορυφώθηκε με τη διακήρυξη της Χιλιετίας που εγκρίθηκε στη σύνοδο κορυφής της χιλιετίας, το 2000. Αυτό το όραμα βασίζεται στην παραδοχή ότι το πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην ανάπτυξη, παρέχει τα ζωτικής σημασίας θεμέλια για την υλοποίηση των αναπτυξιακών στόχων της Χιλιετίας (ΑΣΧ), που τοποθετούν  την εξάλειψη της ακραίας φτώχειας και της πείνας ως πρώτο από τους οκτώ στόχους.

Ωστόσο, στα μισά του δρόμου για την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας μέχρι το 2015, η πρόοδος προς την επίτευξη του στόχου για τη μείωση της φτώχειας αναφέρθηκε ως άνιση. Ορισμένες Περιφέρειες έχουν βιώσει τη μείωση της φτώχειας, ενώ σε άλλες, η φτώχεια επιδεινώθηκε ιδιαίτερα μεταξύ των γυναικών και των παιδιών. Οι χώρες που έχουν σημειώσει πρόοδο τα κατάφεραν επειδή θέσπισαν μακροπρόθεσμες στρατηγικές που αντανακλούν την πολυδιάστατη φύση της φτώχειας και της ποικιλομορφίας των φτωχών, λαμβάνοντας υπόψη συγκεκριμένες εθνικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές καταστάσεις.

Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εφιστά την προσοχή στην ευθύνη των κρατών για την προστασία των πληθυσμών τους από τη φτώχεια και τις διακρίσεις και για την δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την ευημερία του πληθυσμού. Η συμμετοχή, η μη-διάκριση και η διαφάνεια είναι αρχές που επιτρέπουν στους φτωχούς και όσους υποφέρουν από διακρίσεις, να έχουν ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτικών που εγγυώνται τα δικαιώματα τους, και διόδους ώστε να αναζητούν επανόρθωση για τις παραβιάσεις.

Η Διακήρυξη Ντέρμπαν και το πρόγραμμα δράσης καλεί τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές κοινωνικής ανάπτυξης με στόχο τη σημαντική μείωση στα υφιστάμενα κενά στις συνθήκες διαβίωσης που αντιμετωπίζουν τα θύματα ρατσισμού. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σαφές ότι τα μέτρα για την εξάλειψη της φτώχειας και όλες τις μορφές των διακρίσεων θα πρέπει να κατανοηθούν ως μέτρα που αλληλοενισχύονται και είναι συμπληρωματικά.

Πηγή: un.org/en/letsfightracism

Απόδοση/Επιμέλεια: Τομπέα Ελένη

socialpolicy.gr

Διαβάστε Επίσης  «Ένα μικρό βήμα που θα επιτρέψει σε εκατομμύρια εργαζόμενους γονείς να είναι στη ζωή των παιδιών τους»

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!