Το Δικαίωμα στη Διαφορά και η Διάβρωση της Κοινωνικής Ιδιότητας του Πολίτη

του Νίκου Κουραχάνη[1]

Το 2010 στο βιβλίο του Η Επινόηση της Ετερότητας ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς αναλύει με τον μοναδικό του υφολογικό τρόπο πως το δικαίωμα στη διαφορά – θεμελιώδες και διαχρονικό αίτημα των υποστηρικτών της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας – καταλήγει να λειτουργεί εις βάρος της ταξικής ανάγνωσης των δικαιωμάτων. Της ανάγνωσης δηλαδή εκείνης που συνηγορεί υπέρ των φτωχών. Της ανάγνωσης εκείνης που οδηγεί στην αναδιανομή των πόρων από τους ευπορότερους στους ασθενέστερους εκπληρώνοντας την κοινωνική ιδιότητα του πολίτη.

Η κοινωνική ιδιότητα του πολίτη (social citizenship) αποτελεί εξειδίκευση της ευρύτερης έννοιας της ιδιότητας του πολίτη παρέχοντας έμφαση στην πτυχή των κοινωνικών δικαιωμάτων. Πρωτίστως, προέρχεται από τη δημοφιλή διατύπωση του T. H. Marshall (1950) μέσω της οποίας εξασφαλίσθηκε η ισότιμη θέση των κοινωνικών πλάι στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και επανήλθε στο επίκεντρο του επιστημονικού διαλόγου αρχικά με αφορμή την μελέτη του Barbalet (1988).

Η βασικότερη διάκριση ανάμεσα στα είδη κοινωνικών δικαιωμάτων διεξάγεται μεταξύ καθολικών και επιλεκτικών δικαιωμάτων. Η διάκριση αυτή βασίζεται στα κριτήρια και τις προϋποθέσεις πρόσβασης των πολιτών στις παροχές ευημερίας. Με άλλα λόγια, απαντάει στο κατά πόσο η απόλαυση ενός κοινωνικού δικαιώματος εξαρτάται από την αντίστοιχη εκπλήρωση υποχρεώσεων ή τη διαπίστωση αναγκών από πλευράς πολιτών.

Η διάκριση αυτή (δηλαδή μεταξύ καθολικών και επιλεκτικών κοινωνικών δικαιωμάτων) με την σειρά της αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη αξιακή πρόσληψη θεμελιωδών εννοιών όπως η ισότητα ή ο βαθμός ανάγκης. Στην εκδοχή των καθολικών κοινωνικών δικαιωμάτων όλοι οι πολίτες απολαμβάνουν πρόσβαση στις παροχές ευημερίας στη βάση της ισότητας. Αντίθετα, τα επιλεκτικά κοινωνικά δικαιώματα περιορίζονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες με κριτήριο τον βαθμό κοινωνικής ανάγκης που εξακριβώνεται έπειτα από έλεγχο πόρων. Παράλληλα  σύγχρονες, συνθετότερες, μορφές απόδοσης κοινωνικών δικαιωμάτων συνδέουν την πρόσβαση στις κοινωνικές παροχές με την εκπλήρωση ατομικών υποχρεώσεων σε ένα πλαίσιο δικαιωμάτων εμπορευματοποιημένου χαρακτήρα (Dwyer 2004: 10). Τέτοιες μορφές είναι παραδείγματος χάριν η συσχέτιση κοινωνικών δικαιωμάτων με την ύπαρξη απασχόλησης, όπως διατυπώθηκε πρωτίστως από την προσέγγιση του «Τρίτου Δρόμου» (Giddens 1998).

Εντούτοις, η παραδοσιακή διαμάχη σε σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα δεν επικεντρώνεται στις αναδιανεμητικές τους επιδράσεις, αλλά, στις απώτερες επιδιώξεις. Οι δύο κυρίαρχες προσεγγίσεις βλέπουν από τη μια πλευρά τα κοινωνικά δικαιώματα ως μέσο κοινωνικού ελέγχου. Από την άλλη πλευρά τα προσεγγίζουν ως προϊόν κατακτήσεων που επήλθαν από τους αγώνες της εργατικής τάξης και των κοινωνικών κινημάτων. Η πρώτη προσέγγιση θεωρεί τα κοινωνικά δικαιώματα παροχές εκ των άνω (top down), οι οποίες αποσκοπούν στη διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης. Είναι δηλαδή ένα μέσο κοινωνικού ελέγχου και χειραγώγησης των μαζών. Προσέγγιση που πηγάζει κυρίως από τη Νεο-μαρξιστική σχολή σκέψης (ενδεικτικά Higgins 1980). Αντίθετα η δεύτερη προσέγγιση βλέπει τα κοινωνικά δικαιώματα ως το αποτέλεσμα των κοινωνικών αγώνων και των επακόλουθων κατακτήσεων που προήλθαν από την βάση (bottom up) και προέρχεται κυρίως από την σοσιαλδημοκρατική παράδοση.

Σε κάθε περίπτωση η θεσμοθέτηση κοινωνικών δικαιωμάτων αναδεικνύει αρχές και αξίες κοινωνικής αλληλεγγύης διαμέσου των πολιτών από τις οποίες συγκροτείται μια φιλελεύθερη δημοκρατική κοινωνία. Υπό αυτή την έννοια η επιχειρούμενη συνύφανση των κοινωνικών δικαιωμάτων με την ιδιότητα του πολίτη αποτέλεσε μια ριζοσπαστική θεώρηση τόσο ως προς τη διασύνδεση και το περιεχόμενο, όσο και ως προς την υφιστάμενη οικονομική, πολιτική και κοινωνική συγκυρία εντός της οποίας, πρωτοποριακά, ο Τ. Η. Marshall ανέπτυξε την θεωρία του για την εν λόγω άρρηκτη συσχέτιση.

Η Κοινωνική Ιδιότητα του Πολίτη του T.H. Marshall

Ο Marshall έδωσε την απάντηση του κοινωνικού φιλελευθερισμού στην ιδιότητα του πολίτη και την κατέστησε κυρίαρχη για πολλές δεκαετίες μεταπολεμικά. Κυρίως κατάφερε με την θεώρηση του να επιτύχει μια ισορροπία ανάμεσα σε φιλελεύθερη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή. Τα κοινωνικά δικαιώματα μέχρι τον 20ο αιώνα δεν αποτελούσαν προϊόν συνύφανσης με την ιδιότητα του πολίτη. Ο Marshall κατόρθωσε να διατυπώσει την άρρηκτη διασύνδεση τους με τα ατομικά και τα πολιτικά ως φυσική εξελικτική συνέχεια στα συστατικά στοιχεία της ιδιότητας του πολίτη. Η προσάρτηση τους στην ιδιότητα του πολίτη σήμαινε μια εκ διαμέτρου διαφοροποιημένη εννοιολογική πρόσληψη της αρχής της ισότητας, καθώς η κοινωνική συνοχή από θεωρητική σύλληψη θα μετουσιωνόταν σε πολιτική πράξη. Από αφαιρετική αξία φιλελεύθερου πατριωτισμού στο πλαίσιο αναδυόμενων και εγκαθιδρυμένων φιλελεύθερων αστικών δημοκρατιών θα μετατρεπόταν σε εμπράγματη πρόσβαση στην απόλαυση των υλικών αγαθών (Marshall – Bottomore 1992: 81).

Επομένως, η προσθήκη των κοινωνικών δικαιωμάτων ως βασικό συστατικό στοιχείο της ιδιότητας του πολίτη εγγυάται την αρχή μιας υπονοούμενης αναδιανομής και όχι της υποτυπώδους παροχής των ελάχιστων συνθηκών διαφυγής από την φτώχεια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Marshall μίλησε για μια συνεχόμενα προς τα πάνω αναπροσαρμοζόμενη κοινωνική συνοχή. Ένα, δηλαδή, συνεχές κλείσιμο της ψαλίδας ανάμεσα στους ευπορότερους και τους ασθενέστερους για την διασφάλιση του κοινωνικού ιστού. Όσο μεγαλύτερη ευημερία, τόσο μεγαλύτερα τα επίπεδα κοινωνικής προστασίας των πολιτών.

Διαβάστε Επίσης  Δελτίο Απολογισμού της πρώτης συνάντησης του προγράμματος “You(th) in the center” Erasmus+ KA3

Όταν τα Κοινωνικά Δικαιώματα Απομακρύνονται από τον Marshall…

Οικονομικές, τεχνολογικές, ιδεολογικές, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές μετατοπίσεις που συνέβησαν στις δεκαετίες που ακολούθησαν μετά την ‘χρυσή τριακονταετία’ του μεταπολεμικού κράτους ευημερίας εξέβαλλαν σε προσεγγίσεις που αποπειράθηκαν να αναδείξουν τον μετασχηματισμό της υφής των δικαιωμάτων ως επιβεβλημένο. Παράλληλα συναρμόστηκαν σε μεγάλο βαθμό με τις ευρύτερες οπισθοχωρήσεις του κράτους ευημερίας. Ακλόνητη διαπίστωση υπήρξε ότι συνέπεια αυτών των δυσμενών εξελίξεων αποτέλεσε η ουσιαστική διάβρωση της ιδιότητας του πολίτη με καθοριστικότερους παράγοντες τους δύο πρώτους (Turner 2001: 189), καθώς εξίσου και τον τρίτο (King and Waldron 1988: 416). Τα δεδομένα αυτά οδήγησαν σε εκτεταμένη και, ενίοτε, υπέρμετρη κριτική του έργου του T. H. Marshall από παραδοσιακές και σύγχρονες σχολές σκέψης.

Οι μετά Marshall αναλύσεις για την κοινωνική ιδιότητα του πολίτη προήλθαν από διαφοροποιημένες ιδεολογικά παραδόσεις, αλλά, και από αναδυόμενα κοινωνικά κινήματα, πέραν του εργατικού. Προσεγγίσεις που ανέδειξαν διαστάσεις που αγνόησε ή παραμέλησε η ταξικά θεμελιωμένη Μαρσαλιανή προσέγγιση, αλλά, αξιοποιήθηκαν από τον κυρίαρχο λόγο με τρόπο τέτοιο, ώστε να προβάλλονται όπως εξυπηρετούσαν το νέο ιδεολογικό τους ηγεμόνα.

Η πολιτισμική συνεισφορά των κινημάτων του Μάη του ’68 είναι αδιαμφισβήτητη: το φεμινιστικό, το αντιρατσιστικό και το οικολογικό κίνημα αδιαμφισβήτητα προσέφεραν νέες και απαραίτητες αναγνώσεις στην κοινωνική ανισότητα. Είναι και οι έμφυλες και οι φυλετικές διακρίσεις, πέραν εκείνων εις βάρος των φτωχών που γεννούν ανισότητα. Είναι ο συγκεκριμένος τρόπος οικονομικής και παραγωγικής ανάπτυξης που βλάπτει το φυσικό περιβάλλον και το οικοσύστημα στο οποίο ζούμε.

Ωστόσο, η κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και το εξατομικευμένο μοντέλο ανάγνωσης που αυτή επέβαλε κατάφερε να προσανατολίσει σε αντι-ολιστικές εκφάνσεις των ερμηνευτικών υποδειγμάτων. Ερμηνευτικά υποδείγματα που είτε συνεπικουρούν στην απόσχιση του κοινωνικού πεδίου από το ατομικό και το πολιτικό, είτε επικεντρώνονται σε επιμέρους εξειδικευμένες – όχι απαραιτήτως ταξικές – όψεις του.

Το δικαίωμα λοιπόν αναγνώρισης του διαφορετικού (του διαφορετικού φύλου, της διαφορετικής φυλής, της διαφορετικής θρησκείας, του διαφορετικού πολιτισμού) δεν αποκόπτεται από ιδεολογικά συμφραζόμενα. Η σημαντικότερη ίσως εξέλιξη θα μπορούσε να εντοπιστεί στο ότι συμβάλλει στην ολοκλήρωση της επιχειρούμενης ιδεολογικής εξατομίκευσης (Τσουκαλάς 2010: 90-1). Η ενεργοποίηση του ατόμου παύει να συνδέεται με τη Μαρσαλιανή διατύπωση της «εκ της συμμετοχής ιδιότητας του πολίτη». Αντίθετη φαίνεται να συνυφαίνεται με μια υστερόβουλη – νεοφιλελεύθερης υφής – «ατομοποίηση» της κοινωνίας.

Κατά προέκταση, η ταξικά προσδιορισμένη Μαρσαλιανή διατύπωση της Ιδιότητας του Πολίτη αντικαθίσταται από νέες προσεγγίσεις που συνδέονται με ζητήματα αναγνώρισης και ταυτότητας (Turner 2001: 204). Τα ολιστικά πολιτικά προγράμματα των παραδοσιακών ιδεολογικών προσεγγίσεων της κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη (βλ. κοινωνικός φιλελευθερισμός, σοσιαλδημοκρατία) αντικαθίστανται από εξατομικευμένα επιμέρους αιτήματα κοινωνικών κινημάτων. Αιτήματα μη σχετιζόμενα απαραίτητα με ανισότητες απορρέουσες από ταξικά διαρθρωμένο λόγο ή από οργανωτικές και παραγωγικές παθογένειες του καπιταλισμού. Αντίθετα, εστιάζοντας σε επιμέρους ζητήματα διακρίσεων και ανισοτήτων (ενδεικτικά σεξουαλικός προσανατολισμός) – και μη συσχετιζόμενα με εκείνη – αποπροσανατολίζουν από την παράμετρο της κοινωνικής τάξης.

Εντούτοις, υπογραμμίζουν και αναδεικνύουν θύλακες της πολυδιάστατης φύσης της κοινωνικής ανισότητας. Με αυτόν τον τρόπο, παραδόξως, διαπιστώνεται η ανάδυση ενός ιδιότυπου διλήμματος ιεράρχησης προτεραιοτήτων στην κοινωνική πολιτική. Το εν λόγω δίλημμα διαμοιράζεται μεταξύ της άμβλυνσης ανισοτήτων με πηγή προέλευσης την κοινωνική τάξη ή ανισοτήτων που προέρχονται από πολιτισμικές διακρίσεις (Fraser 1995: 69) με τάση αντικατάστασης του πρώτου από το δεύτερο (Fraser 2000).

Το δυστύχημα είναι ότι η ιδεολογική εδραίωση του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος προβάλει τα αιτήματα των νέων κοινωνικών κινημάτων υπό μια εργαλειακή προσέγγιση. Θα μπορούσε ενδεχομένως να κατηγορηθεί και για κατάχρηση αυτών. Το «δικαίωμα στη διαφορά», θεμελιώδες διακύβευμα όλων των σύγχρονων κοινωνικών ομάδων που υφίστανται την καταπίεση του ετεροκατασκευασμένου ως «κανονικού» – και άρα κυρίαρχου – με όρους νέου φιλελευθερισμού χρησιμοποιείται από τους ισχυρούς ως «δικαίωμα στην ανισότητα». Η ανισότητα επομένως (επαν)έρχεται ως μια φυσική κατάσταση της ανθρώπινης φύσης που δεν χρήζει κοινωνικής παρεμβάσεως. Αξίζει να επιστρέψουμε στα λόγια του Τσουκαλά (2010):

 

«Τα νέα αιτήματα βρίσκονται σε ευθεία συνάρτηση με τις παρενέργειες της παγκοσμιοποίησης, την κατάρρευση των κλειστών πολιτικών οντοτήτων, την αποδυνάμωση των σταθερών εθνικών ταυτοτήτων και την αποσάθρωση του Κράτους Πρόνοιας. Το γεγονός ότι το «δικαίωμα στην διαφορά» φαίνεται να αποσυνδέεται από την κοινωνική δικαιοσύνη και το δικαίωμα στην άμεση επιβίωση δεν είναι λοιπόν τυχαίο. Για όσο καιρό η καταξίωση της ελεύθερης επιλογής αποδεσμεύεται από την υλικότητα των επιβιωτικών αναγκών όλων δίχως εξαίρεση των αδικημένων, το όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο παραμένει ανοιχτό και ανολοκλήρωτο».

 

Σε κάθε περίπτωση το σύνολο των συντελούμενων μετατοπίσεων σε επίπεδο προσεγγίσεων και ερμηνειών βρίσκεται οπωσδήποτε σε τάση αποκλίνουσα από τη Μαρσαλιανή διατύπωση της κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη. Υπό αυτή την έννοια το περίγραμμα των νέων προσεγγίσεων ιδιοτελώς ή ανιδιοτελώς βάλει ή αποπροσανατολίζει τα δομικά συστατικά στοιχεία της Μαρσαλιανής προσέγγισης.

Κινήματα όπως το φεμινιστικό ή το αντιρατσιστικό αναδεικνύουν μεν θεμελιώδους σημασίας εμμένουσες ανισότητες και αποκλεισμούς, τις οποίες η μεταπολεμική κοινωνική ιδιότητα του πολίτη απέτυχε να καταπολεμήσει. Χρησιμοποιούνται δε επιλεκτικά – υπό το πλαίσιο της κυρίαρχης ιδεολογίας – για την εξυπηρέτηση άρρητων επιδιώξεων της. Η ενυπάρχουσα ανισότητα μεταμφιέζεται σε δικαίωμα στην αναγνώριση, υπό ένα πολυπολιτισμικό αποπροσανατολιστικό πέπλο. Αν και αδιαμφισβήτητα τα κοινωνικά κινήματα συγκροτούν, συχνά και σε μεγάλο βαθμό, τη βάση των κοινωνικών δικαιωμάτων, πολλές φορές, η χρήση τους μπορεί να διαφέρει από τις αρχικές τους προθέσεις και επιδιώξεις.

Σε παράλληλο χρόνο τα κοινωνικά δικαιώματα και ο χαρακτήρας της κοινωνικής πολιτικής βάλλονται και ως προς την αποκλειστική μεταπολεμική διάσταση του δημόσιου χαρακτήρα της. Τόσο η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, όσο και προσεγγίσεις των τελευταίων δεκαετιών, όπως ο «Τρίτος Δρόμος», ή ακόμη και κινήματα, όπως το Αντικρατικιστικό, συνηγορούν υπέρ της απεμπόλησης του μονοπωλιακού – κρατικής ευθύνης – χαρακτήρα της κοινωνικής πολιτικής.

Ερεθίσματα, τα οποία η νεοφιλελεύθερη πολιτική πραγματικότητα σπεύδει να αξιοποιήσει. Για παράδειγμα, η σύγχρονη έννοια του προνοιακού πλουραλισμού άνοιξε τις διόδους ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών αγαθών και οπισθοχώρησης του κρατικού τομέα από την παροχή ευημερίας. Οι επιδράσεις αυτές θίγουν πρωταρχικά πεδία κοινωνικής παρέμβασης, αναπροσδιορίζοντας το εννοιολογικό και σημασιολογικό τους περίβλημα. Υπό αυτό το πλαίσιο οι σημαίνουσες μεταβολές συνυφαίνονται με το νέο πλαίσιο άσκησης κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινωνικής πολιτικής. Οι νέες μορφές τους απομακρύνονται από την προσήλωση στην καθολικότητα και την αναδιανομή.

Οι νέες «μη καθολικές μορφές» κοινωνικών δικαιωμάτων γίνονται ανυπάκουες προς τη διατυπωμένη αναγκαιότητα αποεμπορευματοποίησης (decommodification) του Polanyi (1944) και του Esping-Andersen (1990). Ολοένα και περισσότερο τα κοινωνικά δικαιώματα συνδέονται με αυξανόμενες υποχρεώσεις και προϋποθέσεις. Επινοημένη προσέγγιση από τον Τρίτο Δρόμο, ασμένως και ταχέως υλοποιημένη απ’ όλο το φάσμα των σύγχρονων νεοφιλελεύθερων Δυτικοευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Προσέγγιση που νομιμοποίησε τον εκτεταμένα εμπορευματοποιημένο χαρακτήρα των νέων κοινωνικών δικαιωμάτων παρέχοντας στα καθολικά ένα ισχνό πλαίσιο (Dwyer 2004: 89) παραγκωνισμένης υπάρξεως «φτωχού συγγενή». Αντικρίζοντας τη νέα πολιτική και νέα κοινωνική πραγματικότητα κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινωνικής πολιτικής διαπιστώνεται η εγγενής απόκλιση από τα θεμελιώδη αξιακά και ευγενή τους ιδεώδη. Όπως επισημαίνεται από τον Βενιέρη (2009: 151-2):

«Βαδίζουμε σε μια εποχή δικαιωμάτων δύο ταχυτήτων: αφενός των βασικών δημόσιων καθολικών δικαιωμάτων, που προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα κοινωνικών ελαχίστων και διασφαλίζουν χαμηλά επίπεδα προστασίας για τους πλέον αδύναμους, αφετέρου των πρόσθετων επιλεκτικών «δικαιωμάτων μεικτής οικονομίας» που έχουν εξατομικευμένο χαρακτήρα προσαρμοσμένο στα οικονομικά και τα εργασιακά δεδομένα και διασφαλίζουν, κατά περίπτωση, υψηλότερα επίπεδα προστασίας για τους ισχυρότερους με βάση τα δεδομένα αυτά. […] Ο ρόλος των καθολικών δικαιωμάτων ανατρέπεται. Δεν είναι πλέον «αναδιανεμητικά» δικαιώματα υπέρ των αδυνάτων – με γνώμονα ένα ευρύ φάσμα (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών) αναγκών. Δικαιώματα για την πλήρη ιδιότητα του πολίτη. Είναι «κεφαλαιοποιητικά» δικαιώματα υπέρ των ισχυρότερων – με κριτήριο ένα περιορισμένο φάσμα οικονομικών αναγκών. Δικαιώματα από την ιδιότητα του (επαγγελματικά) ασφαλισμένου».

 

Η νέα φάση κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινωνικής πολιτικής επομένως δεν υπηρετεί τα μεταπολεμικά αξιακά τους οράματα με κύρια προτάγματα τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και της αναδιανομής στη βάση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αντίθετα οι συντελούμενες μεταβολές ευνοούν τη διαιώνιση της ανισότητας επιφυλάσσοντας ένα λιγότερο δίκαιο και λιγότερο αισιόδοξο μέλλον. Η βάση της κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη διαβρώνεται (Turner 2001) επιφέροντας κατ’ ουσίαν τη νικηφόρα έκβαση των αστικών εις βάρος των κοινωνικών δικαιωμάτων (Βενιέρης 2009: 103). Οι σύγχρονες προσεγγίσεις της, αν και δεν το επιδιώκουν απαραίτητα, αναμφίβολα παρόλα αυτά, δεν καθίστανται ικανές να την εμποδίσουν.

————————————

Βιβλιογραφία

Barbalet, J. (1988), Citizenship, Milton Keynes: Open University Press.

Βενιέρης Δ. (2009), Ευρωπαϊκή Κοινωνική Πολιτική και Κοινωνικά Δικαιώματα, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Bottomore T. (1992), «Ιδιότητα του Πολίτη και Κοινωνική Τάξη. Μετά από Σαράντα Χρόνια» στο Marshall T.H. – Bottomore T., Ιδιότητα του Πολίτη και Κοινωνική Τάξη, (Εισαγωγή – Μετάφραση: Στασινοπούλου Ο.), Αθήνα: Gutenberg.

Dwyer P. (2004), Understanding Social Citizenship, Bristol: Policy Press.

Esping–Andersen G. (1990), The Three Worlds of Welfare Capitalism, Polity: Cambridge.

Fraser N. (1995), ‘’From Redistribution to Recognition? Dilemmas of Justice in a ‘Post-Socialist’ Age’’, New Left Review, 1: 68-92.

Fraser N. (2000), ‘’Rethinking Recognition’’, New Left Review, 3: 107-120.

Giddens A. (1998), The Third Way: The Renewal of Social Democracy, Cambridge: Polity Press.

Higgins J. (1980), ‘’Social Control Theories of Social Policy’’, Journal of Social Policy, Vol. 9 (1), pp. 1-23, Cambridge University Press.

King D. – Waldron J. (1988), ‘’Citizenship, Social Citizenship and Welfare Provision’’, British Journal of Political Science, 18(4).

Marshall T.H. (1950), “Citizenship and Social Class”, reprinted in Marshall T.H. and Bottomore T. (1992), Citizenship and Social Class, London: Pluto Press.

Polanyi K. (1944), The Great Transformation, Boston: Beacon Press

Τσουκαλάς Κ. (2010), Η Επινόηση της Ετερότητας. «Ταυτότητες» και «Διαφορές» στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Αθήνα: Καστανιώτη.

Turner B. (2001), ‘’The Erosion of Citizenship’’, British Journal of Sociology, Vol. 52 (2), pp. 189-209.

 

[1] Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!