Η ευρωπαϊκή πρόκληση: Ενότητα, αναπτυξιακή στροφή και κοινωνικός πυλώνας

του Δημήτρη Παπαδημούλη

Η Λευκή Βίβλος για το μέλλον της Ευρώπης, που παρουσίασε ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γιούνκερ, είναι ένα γενικόλογο κείμενο που εκφράζει αμηχανία και αδράνεια. Πρόκειται για μια γενικόλογη έκθεση ιδεών, η οποία εγκυμονεί κινδύνους βαθύτερων διαιρέσεων, σε μια περίοδο που η ΕΕ και κυρίως η Ευρωζώνη χρειάζονται το αντίθετο: Την ενίσχυση της ενότητας, την στροφή στην ανάπτυξη, την κοινωνική και περιφερειακή συνοχή, τη μείωση των ανισοτήτων, την ισομερή κατανομή πόρων μεταξύ του ισχυρού ευρωπαϊκού κέντρου και των αδύναμων περιφερειών, την ενδυνάμωση της δημοκρατικής λογοδοσίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Μεταξύ των εργαλείων ενίσχυσης της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής στην ΕΕ, που η ίδια η Κομισιόν έχει εισάγει και προωθήσει, είναι η στρατηγική Europe2020, οι στόχοι της οποίας είναι αδύνατον να επιτευχθούν υπό τη παρούσα συγκυρία. Αντίστοιχα εργαλεία, όπως τα διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία, που στόχο έχουν να βελτιώσουν τους κοινωνικούς δείκτες, να αμβλύνουν τις ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών, να βελτιώσουν τους δείκτες απασχόλησης και τις επενδύσεις, αλλά και προτάσεις που αφορούν στη φορολογική εναρμόνιση και στην τραπεζική ενοποίηση, βρίσκονται τώρα υπό αμφισβήτηση. Σ

υνολικά, το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται από το περιεχόμενο της Λευκής Βίβλου είναι πως η συντηρητική ηγεσία στην Κομισιόν αποδέχεται εμμέσως πλην σαφώς πως δεν μπορεί να υπηρετήσει τις πολιτικές σύγκλισης και ισομερούς ανάπτυξης των 27 κρατών-μελών, επιχειρώντας να δημιουργήσει μια μικρή και συμπαγής ομάδα κρατών-μελών που -υποτίθεται- θα τρέχει με εντονότερους ρυθμούς εις βάρος των υπόλοιπων.

Διαβάστε Επίσης  Δικαίωμα στη στέγη: για μια πολιτική προστασίας της κύριας κατοικίας και όχι πλειστηριασμών

Η πρόσφατη συνάντηση στις Βερσαλλίες μεταξύ Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Ισπανίας, αποτελεί μια πρώτη αποτύπωση αυτής της πρωτοβουλίας. Ωστόσο, ακόμα και αυτά τα κράτη-μέλη που συμμετέχουν, αντιμετωπίζουν μια σειρά οικονομικών, δημοσιονομικών και κοινωνικών ζητημάτων που απομακρύνουν τη σύγκλιση που επιχειρείται μεταξύ τους. Η παρούσα γερμανική κυβέρνηση παραβιάζει τις προβλέψεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης για το ανώτατο ύψος των εμπορικών πλεονασμάτων εις βάρος συνολικά των υπόλοιπων κρατών-μελών, εμμένοντας παράλληλα σε πολιτικές λιτότητας, η Γαλλία αντιμετωπίζει σημαντικά ζητήματα με το δημόσιο χρέος και έλλειμμα, το τραπεζικό σύστημα της Ιταλίας είναι μια διαρκής «πυριτιδαποθήκη» για την εσωτερική αγορά της χώρας και την Ευρωζώνη, ενώ η Ισπανία έχει πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας, φτώχειας και κοινωνικών ανισοτήτων. Την ίδια στιγμή, καμία από τις τέσσερις πολιτικές ηγεσίες, εξαιρουμένων των προσπαθειών της γαλλικής κυβέρνησης για την αλλαγή του οικονομικού μοντέλου στην Ευρωζώνη, δεν έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ και η Ευρωζώνη θα εξέλθουν της κρίσης.

Η προσπάθεια που επιχειρείται από τον αυτόκλητο «στενό πυρήνα» της ΕΕ έρχεται σε αντίθεση με τις ιδρυτικές αξίες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, [λίγες μόλις ημέρες πριν την 60ή επέτειο της Συνθήκης της Ρώμης]. Το δυστύχημα είναι πως η Ευρώπη «α λα καρτ», όπως την οραματίζονται οι συντηρητικοί κύκλοι στην ΕΕ, όχι μόνο δεν αφουγκράζεται την αυξανόμενη κοινωνική πίεση για ουσιαστικές αλλαγές στην οικονομική και κοινωνική πολιτική της ΕΕ, αλλά δείχνει να διευκολύνει και να εξυπηρετεί εκείνες τις λαϊκιστικές και ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις, όπως η Λε Πεν, ο Ορμπάν και ο Βίλντερς, που προωθούν τη διάλυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και την επιστροφή στην Ευρώπη των εθνικισμών, της ξενοφοβίας και των «κλειστών συνόρων».

Μέσα σε αυτό το σύνθετο και δυσμενές πλαίσιο αναπτύσσονται οι διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος, αναδεικνύοντας μια σειρά προβλημάτων που βρίσκονται στον πυρήνα του προβληματισμού των προοδευτικών δυνάμεων στην ΕΕ. Η επαναφορά των εργασιακών δικαιωμάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η εφαρμογή των βέλτιστων πρακτικών στον εργασιακό τομέα και η απομάκρυνση από τις αποτυχημένες πολιτικές λιτότητας είναι στόχοι που διατυπώθηκαν στο Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου και για τους οποίους δεσμεύτηκαν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, και κυρίως η Κομισιόν διαμέσου του Επίτροπου Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων Πιέρ Μοσκοβισί.

Ο ρόλος της Κομισιόν είναι να συμβάλλει στη σύγκλιση των διαφορετικών προσεγγίσεων, λαμβάνοντας υπόψη το κοινό συμφέρον της ΕΕ και της Ευρωζώνης και προστατεύοντας με μεγαλύτερη σαφήνεια και ενάργεια, τόσο τα στοιχεία που η Eurostat παρουσίασε για την ελληνική οικονομία, όσο και τις μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες που έχει προχωρήσει η ελληνική κυβέρνηση. Το κοινό αυτό συμφέρον πρέπει να βρίσκεται πέρα και πάνω από εθνικές επιδιώξεις και κομματικές σκοπιμότητες, συμφέρον το οποίο η ελληνική πλευρά επιδιώκει να καταστήσει σαφές στους θεσμούς, ιδιαίτερα σε μια περίοδο έντονων πολιτικών και γεωπολιτικών ανακατατάξεων στο διεθνές πεδίο, και ιδιαίτερα στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο, αναφορικά με το μέλλον της και την πολιτική και οικονομική στρατηγική που θα αναπτύξει το επόμενο διάστημα. Σημαντικοί παράγοντες σε αυτή την πορεία είναι οι γαλλικές και γερμανικές εκλογές, με τις προοδευτικές δυνάμεις και στις δύο χώρες να οφείλουν να συμπλεύσουν και να αφήσουν κατά μέρος εκείνα που τους χωρίζουν, να εμβαθύνουν σε εκείνα που τους ενώνουν, αναγνωρίζοντας τη σημασία της πολιτικής συγκυρίας για την ΕΕ και το μέλλον του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

europarl.gr

Διαβάστε Επίσης  Δικαίωμα στη στέγη: για μια πολιτική προστασίας της κύριας κατοικίας και όχι πλειστηριασμών

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!