Η Κεϋνσιανή προσέγγιση της αγοράς εργασίας και της ανεργίας

Της Γεωργίας Ντάτσιου,

Απόφοιτη Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης,

Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο

Το 1929 αποτέλεσε μία χρονιά σταθμός ιδιαίτερα για την παγκόσμια οικονομική σκηνή, καθώς τότε ήταν που ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση ή αλλιώς «το κραχ του αμερικανικού ονείρου», με αποτέλεσμα να χαθεί το ¼ του παγκόσμιου εισοδήματος. «Εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους και άλλοι τόσοι έφυγαν προς αναζήτηση καλύτερου μέλλοντος. Έτσι λοιιπόν, έρχεται στο προσκήνιο το φαινόμενο της ανεργίας, όπου οικονομολόγοι, πολιτικοί και συνδικαλιστές αναζητούν και προτείνουν τρόπους ώστε να λυθεί το αίνιγμα.» (Bremoud, 1987)

Κάτω από αυτές τις συνθήκες εμφανίστηκε η θεωρία του Keynes ή αλλιώς Γενική Θεωρία η οποία είχε σκοπό να αποδεσμεύσει την οικονομία και την πολιτική της εποχής εκείνης από «υφεσιακές πολιτικές» και «κλασικούς περιορισμούς». Αρχικά, ο Keynes στο έργο του εξετάζει τα δύο θεωρήματα των Νεοκλασικών αποδεχόμενος ότι «ο μισθός είναι ίσος με την αξία του οριακού προϊόντος της εργασίας» αλλά απορρίπτοντας ότι «η προσφορά εργασίας προκύπτει από την οριακή δυσαρέσκεια της εργασίας.» (Keynes, 1936, p.56) Στόχος του ήταν να αποδείξει ότι άλλοι παράγοντες επηρεάζουν το επίπεδο του πραγματικού μισθού. Ο Keynes ορίζει την ενεργό ζήτηση ως «το σημείο στη συνάρτηση συνολικής ζήτησης που καθίσταται ενεργό επειδή αν ληφθεί σε συνδυασμό με τις συνθήκες της προσφοράς, αντιστοιχεί στο επίπεδο της απασχόλησης που μεγιστοποιεί την προσδοκία κέρδους του επιχειρηματία.» (Keynes, 1936, p.102)

            Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από ελάχιστη κινητικότητα εργαζομένων διατηρώντας έτσι τις μισθολογικές διαφορές. Θεωρεί επίσης πως είναι σε όφελος των μισθωτών να αντιστέκονται σε μία μείωση των αποδοχών τους στις διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες, διότι αυτές οι μειώσεις είθισται να πραγματοποιούνται εις βάρος μόνο συγκεκριμένων κλάδων και επαγγελμάτων, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι εκείνοι να βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση έναντι των άλλων. Με άλλα λόγια, το βασικό επιχείρημά του είναι ότι το επίπεδο της απασχόλησης και της ανεργίας προσδιορίζεται από το σύνολο των οικονομικών δομών και όχι μόνο από την αγορά εργασίας. Ουσιαστικά, μία ενίσχυση της συνολικής ενεργούς ζήτησης μέσω της κρατικής παρέμβασης και η χρηματοδότηση της οικονομίας και των επιχειρήσεων με σκοπό να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, είναι η μόνη λύση, κατά τον Keynes, ώστε να μειωθεί η ανεργία. (Bremond, 1987)

Διαβάστε Επίσης  Unesco - Πέντε δεκαετίες προώθησης του αλφαβητισμού

            Η Γενική Θεωρία του Keynes βρήκε πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθεί υπό τις συνθήκες της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στη διάρκεια της οποίας η κατεστημένη άποψη πρέσβευε ότι «οι δυνάμεις της αγοράς από μόνες τους θα διόρθωναν τις όποιες ανισορροπίες παρουσιάζονταν στην οικονομία.» Όσο για τις ανισορροπίες, αυτές οφείλονται σε εξωγενείς παράγοντες, άρα είναι εφήμερες. Ωστόσο στην περίπτωση που συνέχιζαν να έχουν διάρκεια τότε οφείλονται στην παρεμβατική πολιτική του κράτους που λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την επίτευξη της ισορροπίας στις επιμέρους αγορές. (Samuelson & Solow, 1960)

Η κεϋνσιανή θεωρία υποστηρίζει ότι η ύπαρξη τέλειου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας δεν είναι εφικτή, εξαιτίας του κράτους και των εργατικών – εργοδοτικών ενώσεων. Επιπλέον, αμφισβητεί το ρόλο των τιμών και τη σχέση της αγοράς εργασίας με άλλες αγορές. Πιο συγκεκριμένα από την πλευρά της κεϋνσιανής θεωρίας αμφισβητείται κατά πόσο οι τιμές μπορούν να προσαρμοστούν  στις μεταβολές ζήτησης και προσφοράς στην αγορά προϊόντων κατά πόσο οι εργαζόμενοι μπορούν να αντιληφθούν μεταβολές στο επίπεδο τιμών και κατά πόσο η αγορά εργασίας δεν σχετίζεται με άλλες αγορές, όπως για παράδειγμα την αγορά προϊόντος και την αγορά χρήματος. (Bremond, 1987)

            Ο Keynes δεν είναι υπέρμαχος της λογικής σύμφωνα με την οποία το χαμηλότερο ύψος μισθού θα οδηγήσει στην αύξηση της απασχόλησης, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, οι εργαζόμενοι αρνιούνται να μειωθούν οι ονομαστικοί τους μισθοί. Δεύτερον, η μείωση των ονομαστικών μισθών θα οδηγούσε σε μείωση του οριακού κόστους και ο ανταγωνισμός μεταξύ των παραγωγών θα επέφερε μείωση των τιμών των προϊόντων. «Η ισορροπία θα επανερχόταν μόνο εάν η μείωση των τιμών ήταν ισόποση της μείωσης των μισθών.» Εν συνεχεία, εστιάζοντας στην κεϋνσιανή προσέγγιση για την ανεργία χρειάζεται να τονιστεί ότι η κεϋνσιανή προσέγγιση ως προς την ανεργία είναι περισσότερο θεωρία απασχόλησης και λιγότερο θεωρία ανεργίας. (Keynes, 1936) Αναλυτικότερα, κατά τον Keynes το μέγεθος της απασχόλησης καθορίζεται βραχύχρονα από την τεχνολογία, το εργατικό δυναμικό, τις προτιμήσεις των καταναλωτών κ.α. Επίσης, υποστηρίζει ότι η κρατική παρέμβαση αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο στην επιρροή του μεγέθους της απασχόλησης και της ανεργίας. «Εάν το κράτος παρεμβαίνει ώστε να συμπληρώνει το υπόλοιπο των ιδιωτικών επενδύσεων, τότε το επίπεδο της ζήτησης διατηρείται πάντοτε σε υψηλά επίπεδα με αποτέλεσμα να ενισχύεται η απασχόληση και να καθίσταται  σε δεύτερη μοίρα η ευελιξία των μισθών στην καταπολέμηση της ανεργίας.» (Bremond, 1987)

Ο όγκος απασχόλησης εξαρτάται κατά τον Keynes από τρεις παράγοντες:

ï  Τη συνολική προσφορά εργασίας/εργατικών χεριών

ï  Τη ροπή προς κατανάλωση

ï  Τον όγκο επένδυσης κεφαλαίου

Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο Keynes στο έργο του «η οικονομική σύνεση θα σημαίνει φθίνουσα συνολική ζήτηση και επομένως διακύβευση της ευημερίας.» Μέσω αυτής της πρότασης θέλει να δώσει έμφαση στην αναγκαιότητα τόνωσης της καταναλωτικής ζήτησης ως μεθόδου οικονομικής ανάπτυξης. Επιπλέον, αναφέρει ότι «η απασχόληση μπορεί να αυξηθεί μόνο με την επένδυση εκτός αν αυξηθεί η ροπή προς κατανάλωση. Αν οι επενδύσεις ενισχύσουν τους κλάδους που παράγουν  καταναλωτικά αγαθά, η συνολική αύξηση της απασχόλησης θα είναι πολλαπλάσια. Αλλά ακόμη και τα αμφίβολης χρησιμότητας δημόσια έργα, μπορεί να αποδίδουν πολλαπλά σε περίοδο σοβαρής ανεργίας.»

Στο σημείο αυτό ο Keynes επιβραβεύει προφανώς την πρακτική του New Deal, σύμφωνα με τους Αμερικανούς ιστορικούς, γνωστή και ως «3Rs» (Relief, Recovery, Reform)  η οποία περιγράφει μία σειρά οικονομικών προγραμμάτων που θεσπίστηκαν  στις Η.Π.Α. για το εσωτερικό της χώρας ως απάντηση στη Μεγάλη Υφεση του 1929.

Η πρακτική αυτή στόχευε στην επίτευξη της ανακούφισης των φτωχότερων και των ανέργων, στην ανάκαμψη της οικονομίας σε φυσιολογικά επίπεδα και την αναμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας ώστε να μην επαναληφθεί παρόμοια κατάσταση. (Kirzner, 1960) Αναφερόμενοι, λοιπόν, στην κεϋνσιανή αυτή πολιτική αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και ο Adam Smith περιγράφει τις υποχρεώσεις της κυβέρνησης κάνοντας μνεία για τα μεγάλα κόστη δημοσίων έργων που αδυνατούν να φέρουν εις πέρας οι ιδιώτες. (Hennings, 1990).

——————————-

Βιβλιογραφία:

ï     Bremond J., 1987, Keynes et les Keynesiens aujourd’hui, ed.Hatier

ï     Keynes J.M., 1936, Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, μτφρ. Θανάσης Αθανασίου, Ειδική έκδοση για την εφημερίδα το Βήμα, Αθήνα 2010

ï     Samuelson P., 1960, Problem of achieving and maintaining a stable price level. Analytical aspects of Anti-inflation policy, American Economic Review, Vol.50, No2, pp. 177-194.

ï     Kirzner I.M., 1960, The Economic Point of View: An essay in the history of Economic Thought, ed. Kansas City: Sheed and Ward, Inc.

ï     Hennings K., 1990, Neoclassical Economic Theory from 1870 to 1930, Publisher: Kluwer Academic, Boston.

 

Διαβάστε Επίσης  Unesco - Πέντε δεκαετίες προώθησης του αλφαβητισμού

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!