Θεωρίες Κοινωνικού Συμβολαίου: η πηγή της κυριαρχίας στον λαό!

Του Αντώνη Πύργου

Όταν ο πολίτης λέει για τα ζητήματα του Κράτους «Τι μ’ ενδιαφέρουν εμένα», αυτό το Κράτος είναι καταδικασμένο να χαθεί.

Η ουσία του ανθρώπου συνίσταται στο να είναι ελεύθερος. Μια ελευθερία η οποία είναι συνάρτηση των αποκτημάτων του. Η κοινωνία συγκροτείται ως ένα σύνολο ελεύθερων και ίσων ατόμων που συνδέονται μεταξύ τους ως ιδιοκτήτες των ικανοτήτων τους και των αγαθών που αποκτούν βάση αυτών των ικανοτήτων. Η πολιτική κοινωνία είναι ένα τεχνητό κατασκεύασμα, που προορίζεται να προστατεύσει την ιδιοκτησία και να διατηρήσει την τάξη μέσα στις σχέσεις ανταλλαγής.

> Κατά Hobbes

Κάθε άνθρωπος οφείλει να επιδιώκει την ειρήνη, στο μέτρο που έχει την ελπίδα να την αποκτήσει. Ο άνθρωπος πρέπει να είναι πρόθυμος να παραιτείται από το δικαίωμά του σε όλα τα πράγματα και να μένει ευχαριστημένος με τόση ελευθερία απέναντι στους άλλους όση θα επέτρεπε και στους άλλους απέναντι στον εαυτό του.

Ο χωρισμός του πολιτικού (Κράτος) από το οικονομικό (κοινωνία των ιδιωτών) αποτελεί κεντρικό ιστορικό πρόβλημα σύμφωνα με τον Hobbes, ώστε να περιοριστεί ο ανταγωνισμός στην οικονομική σφαίρα της αγοράς και η πολιτική να συγκεντρωθεί σε ένα σημείο της κοινωνίας στο Κράτος. Έτσι η εξουσία θα πάψει να είναι διάχυτη στην κοινωνία, αλλά θα χρησιμοποιείται από το Κράτος για να διασφαλιστούν οι όροι κοινωνικοοικονομικής συμβίωσης.

Οι συνεννοήσεις μεταξύ των ατόμων συγκροτούν έναν τύπο σύμβασης (κοινωνικό συμβόλαιο) του κάθε ανθρώπου με τον κάθε άνθρωπο. Από τη σύσταση της πολιτείας (Κράτος) προκύπτουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις / αρμοδιότητες του κυρίαρχου. Από τις παραπάνω διεργασίες συγκροτείται το ρυθμιστικό πλαίσιο κανόνων που διέπει τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου. Η κυριαρχία του Κράτους είναι απόλυτη, αδιαίρετη και αμεταβίβαστη.

Σκοπός των ατόμων που εισήλθαν στο κοινωνικό συμβόλαιο ήταν να εξασφαλιστεί η κοινή ειρήνη και η ασφάλεια, πράγμα που γνωρίζει το κυρίαρχο Κράτος. Ο Hobbes αξιώνει γι’ αυτόν τον πυρήνα της κυρίαρχης εξουσίας άρση των υφιστάμενων χωρισμών της εξουσίας και τη συγκέντρωση και άσκηση από μία κυρίαρχη δύναμη (Κράτος Λεβιάθαν).

Σχηματική απεικόνιση:

 

> Κατά Locke

Η κεντρική πολιτική του Locke συνίσταται στη ρύθμιση της ιδιοκτησίας με την ευρύτερη έννοια, το δικαίωμα για τη ζωή, την ελευθερία και την περιουσία. Η ιδιοκτησία έχει προτεραιότητα τόσο έναντι της κοινωνίας όσο και έναντι του Κράτους. Το πρόβλημα των κανόνων είναι συνδεδεμένο με την ιδιοκτησία.

Η μετάβαση από την κοινοκτημοσύνη στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα του ατομικού ιδιοκτήτη συντελείται μέσω της εργασίας του. Προϋπόθεση της συντήρησης των δρώντων είναι η δραστηριοποίηση του καθενός χωριστά σε ένα τμήμα του εδάφους. Ο δρών δικαιούται να ιδιοποιηθεί μόνο όσο μπορεί να καταναλώσει και απαγορεύεται να καταστρέψει την περιουσία ή το προϊόν του. Ότι δε χρειάζεται οφείλει να το αφήσει άθικτο ώστε να το καρπωθούν άλλοι. Όμως, η εργασιακή διαδικασία μεσολαβείται από άνισες σχέσεις, που προϋποθέτουν την ύπαρξη χρήματος.

Σύμφωνα με τον Locke δεν επιτρέπεται η καταστροφή προϊόντων ωστόσο επιτρέπεται η ανταλλαγή προϊόντων για την αποφυγή της φθοράς τους. Από ‘κει προκύπτει ότι η συσσώρευση άφθαρτων υλικών δεν αντιβαίνει το φυσικό δίκαιο.

Αφού οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως ελεύθεροι, ο μόνος τρόπος σύστασης της πολιτείας είναι η σύσταση δια συναινέσεως, με μια συμφωνία ή ένα συμβόλαιο για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης κοινωνίας και μιας πολιτικής κοινωνίας ή κυβέρνησης. Το λοκιανό συμβόλαιο μπορεί να κατανοηθεί ως ρητή συναίνεση να λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις σε ένα πλαίσιο που κατοχυρώνει την ελευθερία, την πολιτική ισότητα και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

Η θεσμική διευθέτηση με συμβόλαιο βασίζεται:

(Α) στη μεταβίβαση του δικαιώματος επιβολής ποινών στην πολιτική εξουσία

(Β) στο διαχωρισμό και στον αμοιβαίο έλεγχο των εξουσιών

Η νομοθετική εξουσία νομοθετεί νόμους βάσει της αρχής της πλειοψηφίας. Οι νόμοι συνιστούν όρια στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας.

Αρχές που διέπουν τους νομοθετούμενους κανόνες:

1.      Η νομοθεσία δε δύναται να καταστεί απόλυτα αυθαίρετη σχετικά με τη ζωή και την ιδιοκτησία των πολιτών.

2.      Η ανώτατη νομοθετική εξουσία οφείλει να κυβερνά με γνωστούς κανόνες προκειμένου να απονείμει δικαιοσύνη, να επιβάλλει ποινές κλπ.

3.      Δε μπορεί να αφαιρέσει από τον πολίτη μέρος της ιδιοκτησίας του χωρίς τη συγκατάθεσή του.

4.      Η νομοθετική εξουσία δε μπορεί να μεταβιβάσει την αρμοδιότητα ψήφισης νόμων σε άλλα χέρια.

Τα κείμενα του Locke στοχεύουν στη διαμόρφωση ενός πολιτικού συστήματος που θα χαρακτηρίζεται από διαχωρισμό εξουσιών, ελέγχους και εξισορροπήσεις καθώς και συνταγματικές διαδικασίες (προθεσμίες και εκλογές αντιπροσώπων). Η εκτελεστική εξουσία πρέπει να διαχειρίζεται τα τρέχοντα ζητήματα της πολιτείας, να προκαλεί την εκλογή των μελών των αντιπροσωπευτικών σωμάτων.

Σχηματική απεικόνιση:

 > Κατά Rousseau

Το θεωρητικό ερώτημα που απασχολεί τον Rousseau από τις πρώτες σελίδες του «Κοινωνικού Συμβολαίου» είναι ότι «..ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, αλλά παντού είναι στις αλυσίδες..». Ο Rousseau αντιλαμβάνεται το Κράτος της εποχής του ως δημιούργημα των πλουσίων, προκειμένου να διασφαλίσουν τη θέση τους ως κυρίαρχη τάξη. Ένα Κράτος που έδινε την εντύπωση ότι ευεργετούσε τους πάντες, αλλά είχε σκοπό τη διατήρηση της ανισότητας.

Κέντρο των θεωρητικών ενδιαφερόντων του Ρουσσώ ήταν τα προβλήματα της προέλευσης της κοινωνίας, της κοινωνικής ανισότητας και της επίδρασης του πολιτισμού, στην ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Επικρίνοντας τον πολιτισμό της εποχής του και αποδεικνύοντας ότι η ανάπτυξη του πολιτισμού καταστρέφει την ανθρώπινη φύση, ο Ρουσσώ εξιδανίκευε τη «φυσική κατάσταση», στην οποία όλοι οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι και ίσοι. Η ανισότητα αναπτύχθηκε με την εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας, που οδήγησε στο σχηματισμό του Κράτους και, με τον καιρό, και του δεσποτισμού. Έτσι η ανάπτυξη της ανισότητας παραβίασε το «κοινωνικό συμβόλαιο», που έφτιαξαν οι άνθρωποι κατά τη μετάβαση από τη φυσική κατάσταση στο Κράτος, γι’ αυτό και η ανισότητα δε συμβιβάζεται με τη φύση και πρέπει να εξαλειφθεί.

Ο Rousseau υποστηρίζει ότι είναι αδύνατο να χωριστεί η κοινωνική από την πολιτική ανισότητα, επομένως το Κράτος οφείλει να εγγυάται την πραγματική ελευθερία και ισότητα, στηριζόμενο στους νόμους.

Αφού η νομιμοποίηση δια της βίας είναι αντιφατική, ως μόνος λόγος νομιμοποίησης εμφανίζεται η συμφωνία. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, ο καθένας ενώνει τις δυνάμεις του με αυτές των άλλων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαβίωση του σε κοινωνία όπου οι θεσμοί ανταποκρίνονται στη ‘’γενική βούληση’’ με απώτερο στόχο την πραγματική ελευθερία και την ισότητα, συγκροτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια κοινωνία δικαίου. Το σύνολο των επιμέρους συμφερόντων και θελήσεων υποτάσσονται στη γενική θέληση.

Η κοινωνικοί κανόνες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα ηθικό χρέος και όχι ως μια υποχρέωση την οποία επιβάλει η συνύπαρξη. Το άτομο πρέπει να κοινωνικοποιηθεί, να εγκαταλείψει τον ατομικισμό για να μετατραπεί σε ένα ον συλλογικό, ικανό να σκέφτεται τους άλλους ως ένα σκοπό. Η κοινωνία πρέπει να κυβερνάται αποκλειστικά στη βάση του κοινωνικού συμφέροντος.

Σχηματική απεικόνιση:

Αντί επιλόγου:

Όταν η υπηρεσία του πολίτη προς το Κράτος παύει να είναι πρωταρχικής σημασίας και ο πολίτης μπορεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του πληρώνοντας, τότε το Κράτος βαδίζει στην καταστροφή.

Διαβάστε Επίσης  Καλές πρακτικές σε ευρωπαϊκές χώρες: ένταξη μεταναστριών στην απασχόληση

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!