Ρατσισμός και Ευάλωτες Ομάδες: Γυναίκες

Ο ρατσισμός και η σχετιζόμενη μισαλλοδοξία δεν επηρεάζουν όλα τα μέλη των ομάδων που θυματοποιούνται με τον ίδιο τρόπο. Η Διακήρυξη του Ντέρμπαν και το πρόγραμμα δράσης (DDPA) εστιάζει την προσοχή στο ζήτημα των πολλαπλών ή επιδεινούμενων μορφών διάκρισης, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά τις γυναίκες-μέλη των ομάδων που δέχονται διακρίσεις, αλλά και στις μορφές διακρίσεων στις οποίες υπόκεινται επίσης τα άτομα με αναπηρίες, τα άτομα που πάσχουν από HIV/AIDS, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι, μεταξύ άλλων. Αυτοί είναι συχνά μεταξύ των πιο ευάλωτων μελών της κοινωνίας, και διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής δυσπραγίας, αποκλεισμού και βίας. Οι διακρίσεις εις βάρος τους είναι συχνά περίπλοκες και σύνθετες.

Η διασταυρούμενη έμφυλη διάκριση με τη φυλετική διάκριση οδηγεί στις πλέον εκτεταμένες συνέπειες. Παρά το γεγονός ότι αυτή η διασταύρωση είχε αγνοηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, το 1995 στην Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη για τις Γυναίκες, που έλαβε χώρα στο Πεκίνο, αναγνωρίστηκε ότι «πολλές γυναίκες αντιμετωπίζουν επιπλέον εμπόδια στην απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους λόγω παραγόντων όπως η φυλή τους, η γλώσσα, η εθνικότητα, ο πολιτισμός, η θρησκεία, η αναπηρία ή η κοινωνικοοικονομική τάξη ή επειδή είναι ιθαγενείς, μετανάστριες, συμπεριλαμβανομένων των εργαζόμενων μεταναστριών, των εκτοπισμένων γυναικών ή των προσφύγων.»

Στη Διακήρυξη του Ντέρμπαν και το πρόγραμμα δράσης (DDPA), τα κράτη μέλη δηλώνουν ότι «είναι πεπεισμένα ότι ο ρατσισμός, οι φυλετικές διακρίσεις, η ξενοφοβία και η σχετιζόμενη μισαλλοδοξία, αποκαλύπτονται με έναν διαφοροποιημένο τρόπο για τις γυναίκες και τα κορίτσια, και μπορεί να είναι μεταξύ των παραγόντων που οδηγούν στην επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσής τους, τη φτώχεια, τη βία, τις πολλαπλές μορφές διακρίσεων, και τον περιορισμό ή την άρνηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους.»  Τα κράτη μέλη αναγνώρισαν περαιτέρω «την ανάγκη να ενσωματωθεί το φύλο στις σχετικές πολιτικές, στρατηγικές και προγράμματα δράσης κατά του ρατσισμού, των φυλετικών διακρίσεων, της ξενοφοβίας και μισαλλοδοξίας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν πολλαπλές μορφές διακρίσεων.»

Ισότητα και μη-διάκριση

Οι αρχές της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων αποτελούν τη βάση όλων των εργαλείων κατοχύρωσης των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Είναι επομένως σαφές ότι ως θέμα του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όλες οι γυναίκες πρέπει να δικαιούνται την πλήρη απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Οι γυναίκες δεν είναι μια ομοιογενής ομάδα κατόχων δικαιωμάτων και οι διακρίσεις εις βάρος τους μπορούν να εκφραστούν σε πολλές διαφορετικές μορφές και πλαίσια.

Προκειμένου να προστατεύουν, να προάγουν και να προωθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών, οι υπερασπιστές και οι φορείς χάραξης πολιτικής πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές μεταξύ των γυναικών όσον αφορά την ηλικία, την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση, τη φυλετική/εθνοτική καταγωγή, τη θρησκεία, την εθνική καταγωγή, την ιθαγένεια, την κατάσταση, την υγεία, ιδίως το HIV/AIDS, και την αναπηρία μεταξύ άλλων. Μεταξύ των πιο μειονεκτουσών και ευάλωτων είναι γυναίκες από μειονοτικές κοινότητες, τα προβλήματα των οποίων επιδεινώνονται από την αποκλειστικά μειονεκτική τους θέση στην κοινωνία.

Η πλειονότητα των φτωχότερων ανθρώπων του κόσμου είναι γυναίκες, οι οποίες επηρεάζονται περαιτέρω από διακρίσεις εάν ανήκουν σε μειονότητες. Οι γυναίκες πλήττονται δυσανάλογα από εργασιακές πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις και συχνά εξωθούνται σε άτυπους τομείς εργασίας ή στην παραοικονομία. Μέλη των ομάδων που πλήττονται από φυλετικές διακρίσεις δεν απολαμβάνουν ίση πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση ή την δικαιοσύνη, και η πρόσβαση περιορίζεται περαιτέρω για τις γυναίκες.

Οι γυναίκες που είναι θύματα trafficking (εμπορίας ανθρώπων), συχνά υποφέρουν επίσης από φυλετικές διακρίσεις, διπλά υποταγμένες και ευάλωτες, και οι γυναίκες από ορισμένες φυλετικές ή εθνοτικές ομάδες μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στην εμπορία ή να αποτελούν στόχο των διακινητών. Οι γυναίκες πρόσφυγες και οι μετανάστριες είναι επίσης πιο ευάλωτες στη βία, στην έλλειψη εκπροσώπησης και στον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας.

Οι γυναίκες που υφίστανται διακρίσεις με βάση το φύλο και τη φυλή αποτελούν συχνά θύματα βίας. Στις ένοπλες συγκρούσεις, οι γυναίκες μερικές φορές αποτελούν στόχους λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Βιασμοί και άλλες μορφές βίας κατά των γυναικών  έχουν χρησιμοποιηθεί ως όπλα πολέμου σε συγκρούσεις σε όλη την ιστορία.

Μεταξύ των πολυάριθμων αναφορών στο φύλο στη DDPA, προσδίδεται κάποια εξέχουσα σημασία στη βία κατά των γυναικών . Στο πρόγραμμα δράσης, η παγκόσμια διάσκεψη κατά του ρατσισμού καλεί τα κράτη μέλη «να αναγνωρίσουν ότι η σεξουαλική βία που έχει χρησιμοποιηθεί συστηματικά ως όπλο του πολέμου, μερικές φορές με τη συναίνεση ή με την υποκίνηση του κράτους, είναι μια σοβαρή παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που, σε καθορισμένες περιστάσεις, συνιστά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας ή έγκλημα πολέμου, και ότι οι διασταυρούμενες μορφές διακρίσεων βάσει φυλής και φύλου καθιστούν τις γυναίκες και τα κορίτσια ιδιαίτερα ευάλωτες σε αυτού του είδους τη βία, η οποία συχνά σχετίζεται με τον ρατσισμό, τις φυλετικές διακρίσεις, τη ξενοφοβία και τη σχετιζόμενη μισαλλοδοξία.»  Η DDPA καλεί επίσης για τον τερματισμό της ατιμωρησίας για τα εγκλήματα αυτής της μορφής και τη δίωξη των υπευθύνων.

Η παγκόσμια και τοπική κοινωνία των πολιτών, οι εθνικές κυβερνήσεις, τα περιφερειακά δικαστήρια και τα θεσμικά όργανα και διεθνή όργανα ολοένα και περισσότερο αναγνωρίζουν τα δικαιώματα των γυναικών διαμέσου τέτοιων διεθνών εργαλείων όπως η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών διάκρισης κατά των γυναικών (CEDAW) , περιφερειακούς μηχανισμούς όπως το Πρωτόκολλο του Μαπούτο για τα δικαιώματα των γυναικών στην Αφρική που περιλαμβάνεται στον Αφρικανικό Χάρτη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών ή τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ισότητα των φύλων. Άλλοι μηχανισμοί, όπως η Διεθνής Σύμβαση για την Κατάργηση κάθε Μορφής Φυλετικών Διακρίσεων (CERD), προασπίζει επίσης τα δικαιώματα των γυναικών που ανήκουν σε μειονότητες.

Τα 185 κράτη-μέλη που έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση CEDAW, απαγορεύεται υπό τις διατάξεις της σύμβασης να διαπράττουν άμεσες και έμμεσες έμφυλες διακρίσεις κατά των γυναικών, τόσο σε επίπεδο νομοθεσίας όσο και σε επίπεδο πρακτικής εφαρμογής, από το κράτος και από ιδιωτικούς φορείς σε όλους τους τομείς της ζωής τους. Η σύμβαση απαγορεύει δομικές διακρίσεις και διασταυρούμενες διακρίσεις, οι πρώτες προκαλούνται από παλαιότερες διακρίσεις και πολιτιστικές παραδόσεις, και οι δεύτερες από διάφορες αιτίες διακρίσεων που διασταυρώνονται επιδεινώνοντας η μία την άλλη, όπως στην περίπτωση της έμφυλης διάκρισης και της φυλετικής διάκρισης κατά των γυναικών.

Ωστόσο, παρά το κρίσιμο σημείο διασταύρωσης των διακρίσεων κατά των γυναικών και του ρατσισμού, των φυλετικών διακρίσεων, της ξενοφοβίας και της μισαλλοδοξίας, υπάρχουν ακόμα περιορισμένες προσπάθειες που συνδέουν αυτούς τους μηχανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων για την προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών που αντιμετωπίζουν πολλαπλές μορφές διακρίσεων.

Πηγή: un.org/en/letsfightracism

Μετάφραση/Απόδοση: Τομπέα Ελένη

socialpolicy.gr

Διαβάστε Επίσης  «Γυναίκες Πρόσφυγες και διακρίσεις λόγω φύλου στην καθημερινή διαβίωση»

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!