Έγκλημα & Ποινική Δικαιοσύνη: Μια κοινή εξουσία-γνώση

Χαλκιάς Παναγιώτης

Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

                             Τομέας Κοινωνικών Επιστημών

                                     ΜSc Εγκληματολογία

Επιβλέπουσα Καθηγήτρια: Μαρία Κωσταντίνου

Στο επιστημονικό του έργο «Επιτήρηση και Τιμωρία» ο Μισέλ Φουκώ επιχειρεί να αναδείξει πως ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας, η σωφρονιστική πρακτική, κατέληξε εν τέλει να αποτελεί την κυρίαρχη αντιμετώπιση του κράτους απέναντι στους παρεκκλίνοντες. Με όπλο του το κοινωνιολογικό βλέμμα, τοποθετεί σε μια ιστορική ανάλυση που ξεκινάει από το μεσαίωνα, τη διαμόρφωση της εξουσίας κατά τη διάρκεια των αιώνων καθώς και το πώς αυτή σχετίζεται με τον εγκληματία και την εγκληματικότητα. Το βλέμμα του Φουκώ δε στέκεται μόνο εδώ, αλλά προχωρά και παραπέρα, σε μια αναδρομή χρονική και θεοκρατική υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι οι κώδικες του σωφρονισμού είναι πάνω από όλα μια κοινωνική αυθαιρεσία, μια μικροφυσική της εξουσίας.

Το πρώτο κεφάλαιο ξεκινά με μια αντιφατική παράθεση γεγονότων, ξεκινώντας από την  αφήγηση του βασανισμού ενός βασιλοκτόνου το 1757. Ένας βασανισμός που τοποθετεί το σώμα στο επίκεντρο της κολαστικής εξουσίας, ένα σώμα διαμελισμένο, συνοδευμένο από κραυγές αγωνίας και πόνου. Τα όργανα της βασιλικής εξουσίας επιμένουν στην εκτέλεση των βασανιστηριών κατά γράμμα, χωρίς να αφήνουν κανένα στάδιο της ποινής να περάσει ανεκτέλεστο. Από την άλλη πλευρά αντιπαρατίθεται το πρόγραμμα που ακολουθούν οι φυλακισμένοι στην καθημερινή τους διαμονή στις φυλακές. Οι ώρες του εγερτηρίου, ώρες φαγητού, εργασίας, ανάγνωσης, γραφής και σιωπητηρίου. Ανάμεσα στα δυο γεγονότα μεσολαβεί σχεδόν ένας αιώνας, κατά τη διάρκεια του οποίου συντελούνται σημαντικές αλλαγές στην άσκηση του κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος.

Στις αρχές του 1800 η ποινική καταστολή μεταστρέφει την τιμωρία απ’ το σώμα, στην ψυχή. Το βασανισμένο πλέον κορμί δεν αποτελεί το επίκεντρο της κολαστικής τεχνικής, αλλά με πρόφαση μια ανθρωπιστική σπουδή, οι εγκληματίες πλέον πρέπει να σωφρονίζονται, να τιμωρούνται με απώτερο σκοπό τον εξανθρωπισμό τους. Αλυσίδες, καταναγκαστικά έργα, και απομόνωση συναθροίζουν πλέον το νέο οπλοστάσιο της κολαστικής τεχνικής. Η κοινωνία πρέπει να αποστρέφεται από το έγκλημα, όχι λόγω της επίδειξης των βασανιστηρίων στα σώματα των παραβατών, αλλά μόνο έχοντας ως γνώση την τιμωρία. Στο σημείο αυτό γεννιέται αυτό που θα πούνε αργότερα οι ειδικοί ως γενική πρόληψη του εγκλήματος, αφού τώρα η τιμωρία εκτελείται με βάση μια σταδιακή στέρηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως αυτά διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια του διαφωτισμού (Foucault, 1976).

Τα δικαστήρια τον 19ο αιώνα υποστηρίζουν ότι δεν τιμωρούνε πλέον τον άνθρωπο αλλά την ψυχή. Ανεπαρκέστατη απάντηση κατά τον Φουκώ. Γιατί αν κάτι τιμωρούνε τα δικαστήρια αυτό είναι τα άτομα και όχι οι συμπεριφορές, άτομα τα οποία θα μένουν πάντα φιγούρες εξόριστες από την ιστορία. Οι μεταρρυθμίσεις που συνήθως κρίνονται υπό το βλέμμα της επιείκειας και της προοδευτικότητας δεν είναι παρά μια μετατόπιση για μια δικαιοσύνη που πλέον θα διεισδύει στο μικρόκοσμο του κάθε ατόμου, με περισσότερη επιδεξιότητα και ευελιξία. Μια ισχυρότερη αστυνόμευση του κοινωνικού ιστού ανατέλλει, που σκοπός της δεν είναι να εξαλείψει το έγκλημα, αλλά να κρατά το άτομο υπό έλεγχο, να εξουδετερώνει τις επικίνδυνες τάσεις του (Foucault, 1976).

 Το γεγονός αυτό έχει άμεση σχέση με την είσοδο των ανθρωπιστικών επιστημών στη φάση άσκησης του κοινωνικού ελέγχου. Αφού πλέον η έννοια ψυχή είναι αυτό που το δίκαιο τιμωρεί, με κάποιον τρόπο πρέπει να νομιμοποιηθεί αυτή η έννοια. Η δικαστική πρακτική λόγω της μη δυνατότητάς της να κωδικοποιήσει την έννοια αυτή ποινικά, στρέφεται στις κοινωνικές επιστήμες. Ψυχολογία, Ψυχιατρική και Εγκληματολογία έρχονται να παίξουν το ρόλο του δήμιου, εφόσον τώρα ο παραβάτης είναι αντικείμενο γνώσης και εξαιτίας αυτής της γνώσης θα επέλθει η τιμωρία, που πλέον θα βασίζεται σε μια εξατομίκευση της ποινής. Η έννοια ψυχή λοιπόν αποτελεί ένα αυτόνομο πεδίο εξουσίας, ένα ξεχωριστό μέρος απ όπου η εκδίκηση του κράτους θα αντλεί τη δύναμη της. Η προσωπικότητα του εγκληματία, ποιος είναι, τι θα κάνει και πως θα αναμορφωθεί είναι τα κυρίαρχα ερωτήματα που θα απασχολήσουν τις νομικές και ανθρωπιστικές σπουδές.

Ο Φουκώ προτείνει την διατύπωση τεσσάρων κανόνων σύμφωνα με τους οποίους θα μπορέσει να μελετήσει την εκδίκαση της ψυχής. Το πρώτο είναι η τοποθέτηση των κατασταλτικών μέσων όχι μόνο στην τιμωρία αλλά σε μια γενικότερη κοινωνική λειτουργία. Δεύτερον η ανάλυση των τιμωριών θα πρέπει να διερευνηθεί όχι απλά σαν πλάσμα δικαίου, η σαν κοινωνικό φαινόμενο, αλλά σαν τεχνική, σαν μια πολιτική τεχνολογία. Τρίτον η κολαστική τεχνική δε θα πρέπει να θεωρείται διαφορετική από τις ανθρωπιστικές επιστήμες, ή ότι ξαφνικά οι δυο τους εν τέλει συναντήθηκαν στη σωφρονιστική πρακτική, αλλά ότι υπάγονται σε μια κοινή μήτρα και σε μια κοινή καταγωγή. Τέταρτον να παρουσιαστεί το γεγονός ότι εν τέλει ο συσχετισμός της επιστημονικής γνώσης και της άσκησης εξουσίας συνιστούν ανά τους αιώνες, μια πολιτική κατανομή, που τώρα πλέον μεταφέρεται από το σώμα, στην εκγύμναση της ψυχής. (Foucault, 1976)

Προτού προχωρήσει περαιτέρω, ο συγγραφέας διαχωρίζει την άσκηση της εξουσίας σε 3 τύπους, τον βασανισμό, την ανθρωπιστική αναμόρφωση και την ποινική εγκάθειρξη. Σε όλες τις περιπτώσεις το σώμα αποτελεί τον κύριο δίαυλο των σχέσεων εξουσίας. Στον βασανισμό το σώμα και τα σημάδια που αυτό φέρει αντιπροσωπεύουν τη δύναμη του μονάρχη σε όλο της το μεγαλείο. Όσο όμως περνάνε οι αιώνες η πομπώδης αυτή βία πάνω στο σώμα ξεθωριάζει και ξεκινά να ανέρχεται μια άλλου είδους βία η οποία έχει ως στόχο να επενδύσει το σώμα, να το δαμάσει, να το κάνει όσο πιο πειθήνιο και χρήσιμο.

 Η πειθαρχία, μια καινούργια τέχνη του κολαστικού μηχανισμού, δε μεταφέρει την τιμωρία στην ψυχή όπως υπερήφανη δηλώνει η νομική, αλλά την διατηρεί πάνω στο σώμα με διαφορετικό τρόπο, με τον τρόπο της εκγύμνασης, της υποταγής, όπου δε μπορεί να εντοπιστεί σε ένα συγκεκριμμένο κρατικό μηχανισμό, αλλά σε μια μικροφυσική της εξουσίας που ενυπάρχει τόσο στους θεσμούς, όσο και στα άτομα. Η μικροφυσική της εξουσίας δεν αφορά τόσο μια ιδιοποίηση, η μια κατοχή αυτής, αλλά μια στρατηγική που η εφαρμογή της δεν βασίζεται σε κάποιον σφετερισμό, αλλά σε τακτικές και ελιγμούς πάνω στους οποίους ενυπάρχει ένα πλέγμα σχέσεων πάντα σε ένταση, σε μια αέναη δραστηριότητα. Η εξουσία αυτή λοιπόν, δεν κατέχεται ούτε ασκείται από την κυρίαρχη τάξη ως προνόμιο, αλλά φανερώνει το αποτέλεσμα των στρατηγικών της θέσεων, οι οποίες αναπαράγουν αυτούς που κυριαρχούνται μέσω μιας αδιάκοπης διαμάχης (Foucault, 1976)

Παρόλα αυτά όμως, η εξουσία στο έργο του Φουκώ δεν επιβάλλεται απλώς στα άτομα, ούτε και μόνο τα εξαναγκάζει, αλλά τα χρησιμοποιεί, λειτουργεί ως αγωγός ανάμεσα στα σώματα περιβάλλοντας τα, όπως εξίσου και οι δρώντες στηρίζονται στα αποτελέσματα της. Η μικροφυσική της εξουσίας θα ήταν λάθος κάποιος να την αντιληφθεί απλώς στις σχέσεις Κράτους και πολίτη, αντιθέτως η στρατηγική της εγγράφεται στο πλέγμα της ιστορίας και υπερβαίνει τα όρια των τάξεων και στο παραπάνω κύριο ρόλο παίζει η γνώση. Η γνώση δεν σχετίζεται απλώς με την εξουσία, αλλά παράγει εξουσία και η εξουσία παράγει γνώση. Εξουσία και γνώση είναι άμεσα αλληλεξαρτώμενες, η ίδια η ιστορία είναι ένα πεδίο αναπαραγωγής που βασίζεται σε μια εξουσία-γνώση που συνεχώς μεταβάλλεται. Πάνω σ’ αυτό το θεωρητικό σχήμα ο Φουκώ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η σύγχρονη ποινική καταστολή ασκείται μέσω μιας οικονομίας της τιμωρίας. Η τιμωρία αυτή δίνει σημασία περισσότερο στην δραστηριότητα παρά στα αποτελέσματα της, υποβάλλοντας το σώμα σε μια σχέση υποταγής-χρησιμότητας. Όπως λέει και ο ίδιος ΄΄αν η οικονομική εκμετάλλευση διαχωρίζει την εργασιακή δύναμη από το προϊόν της εργασίας, τότε ο πειθαρχικός καταναγκασμός στερεώνει μέσα στο σώμα ένα τυραννικό δεσμό ανάμεσα σε μια αυξημένη επιδεξιότητα και μια μεγαλύτερη δυνάστευση΄΄ (Foucault, 1976).

 

 

Η πειθαρχία αυτή όμως προκειμένου να εφαρμοστεί με επιτυχία απαιτεί μια συγκεκριμένη διάταξη του χωροχρόνου. Τα σώματα οφείλουν να κατανεμηθούν σωστά στο χώρο και στον κατάλληλο χρόνο. Ο Φουκώ ονομάζει την παραπάνω διάταξη ως κατανομή της πειθαρχίας. Εκτός από τις φυλακές αυτού του είδους η τεχνική χρησιμοποιείται στο στρατό, στο σχολείο αλλά και στα ψυχιατρικά ιδρύματα. Τα άτομα τοποθετούνται σε θέσεις, σε ένα χώρο απομονωμένο και διαχωρισμένο, απαγορεύονται οι ανούσιες συναθροίσεις, οι χωρίς σκοπό μετακινήσεις. Η απουσία κάποιου ατόμου πρέπει να επισημαίνεται αμέσως, ο λόγος που απουσιάζει, καθώς και η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του.

Η οργάνωση της εργασίας αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα αυτής της νέας μεθόδου. Στα εργοστάσια το σύστημα παραγωγής τοποθετεί τους εργάτες σε συγκεκριμένες θέσεις, πειθαρχημένα σώματα σημαίνουν χρήσιμα σώματα, σώματα τα οποία βρίσκονται σε μια συνεχή αστυνόμευση, κάθε προτέρημα και κάθε μειονέκτημα καταγράφεται. Η δομή της πειθαρχίας θα βρει το πιο εύπορο έδαφος στον ανερχόμενο κόσμο του καπιταλισμού. Η εκμετάλλευση των ατόμων πρέπει να γίνεται στο μέγιστο δυνατό, στο πιο έπακρο σημείο, χωρίς όμως να μονιμοποιεί τις θέσεις των ατόμων σε ένα σημείο, αλλά να τις αναδιανέμει σαν γρανάζι που γυρνά ακατάπαυστα, σε ένα δίκτυο σχέσεων βασισμένο στην υποταγή και την πειθαρχημένη εκμετάλλευση. Η πειθαρχία εξατομικεύει την ύπαρξη, όπως το σχολείο αντικειμενοποιεί το άτομο. Εξετάσεις καταγραφές, αξιολογήσεις, κάθε μαθητής τοποθετείται σε μια συγκεκριμένη σειρά ανάλογα τις δυνατότητες κα τις επιδόσεις του.

Με βασική αρχή την οργάνωση του χώρου, η πειθαρχία διαμορφώνει κελιά, θέσεις και σειρές που λειτουργούν ιεραρχικά και αρχιτεκτονικά εξασφαλίζοντας έτσι μια οικονομία του χρόνου που παγιώνει πρακτικές. Η πειθαρχία είναι μια επιχείρηση που μετατρέπει τις άβουλες, ασυγχρόνιστες και συγκεχυμένες μάζες σε συλλογικότητες με σκοπό και τάξη, προορισμένες να αναπαράγουν τους εαυτούς τους. Η αυστηρά καθοριζόμενη εργασία, η συνεχής επανάληψη αυτής, η τακτικότητα και η επιμέλεια είναι οι κύριες αρετές της πειθαρχικής μεθόδου. Οι πράξεις βασίζονται σε μια πολύ συγκεκριμμένη ανατομία του χρόνου η οποία ταυτόχρονα παραπέμπει σε μια ανατομία της συμπεριφοράς, κάποιος πρέπει πάντα να ξέρει τι θα πει, πως θα το πει και πότε θα το πει. Ο χρόνος καταφέρνει να εισχωρήσει στο σώμα, φέροντας μαζί του όλους τους εξονυχιστικούς ελέγχους της εξουσίας. Σ αυτό το σημείο βέβαια ο Φουκώ δεν αναφέρεται μόνο στις φυλακές, αλλά σε όλα τα ολοκληρωτικά ιδρύματα, όπως τα νοσοκομεία, τους στρατώνες, τα ψυχιατρεία, αλλά και τα εργοστάσια. Ο πειθαρχικός χρόνος δεν επιβάλλει απλώς μια ορισμένη κινησιολογία, αλλά συνδέει την κάθε κίνηση με τη μεγαλύτερη ευελιξία, επιδεξιότητα και αποτελεσματικότητα. Ένα σώμα κατασκευασμένο με την σωστή πολιτική τεχνολογία αποτελεί το λειτουργικό πλαίσιο και της παραμικρής ακόμη κίνησης. (Foucault, 1976)

Με τον ίδιο τρόπο που η ενόργανη γυμναστική κωδικοποιεί τις κινήσεις του σώματος, η πειθαρχία κωδικοποιεί κ’ αυτή τις δυνάμεις του σώματος βασισμένη σε δυο σχήματα. Πρώτον, ενεργοποίηση των στοιχείων του σώματος που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν και δεύτερον συγχρονισμός των επι μέρους αντικειμένων για τους οποίους επρόκειτο να γίνει ο χειρισμός. Η εξουσία καταφέρνει να ενώσει και να διεισδύσει στη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στο σώμα και στο αντικείμενο διαμορφώνοντας ένα σώμα-όπλο και ένα όπλο-σώμα. Η εξουσία λοιπόν λειτουργεί ως σύνθεση, ως επένδυση του σώματος σε μια αναγκαστική σχέση με τα μέσα παραγωγής.

Τέλος η πειθαρχία, βασίζοντας τα θεμέλια της όχι σε μια μορφή απαλλαγής των ατόμων από την πονηριά (όπως συνέβαινε στην προτεσταντική ηθική), αλλά σε μια εντατικοποίηση του χρόνου, επιβάλλει μια θετική οικονομία, μια εξαντλητική χρήση του χρόνου ο οποίος μεταφράζεται ως χρήμα. Σ΄αυτή την μορφή καθυπόταξης ο χρόνος πρέπει πάντα να νοείται ως κεφάλαιο, που κατατάσσει τις δραστηριότητες σε σειρές, επιτρέποντας έτσι έναν εξονυχιστικό έλεγχο, ο οποίος βρίσκεται πάντα παρών και παρεμβαίνει όποτε θεωρεί απαραίτητο. Εξουσία και χρόνος είναι δυο δυνάμεις αντίρροπες, που μολαταύτα παντρεμένες, δημιουργούν αυτό που ονομάζει ο Φουκώ ως πειθαρχικό χρόνο, μια εξελικτική μορφή αντικειμενικοποίησης, που καθιστά το άτομο πάντα εξαρτημένο από τις δυνάμεις της εξουσίας. (Foucault, 1976)

Οι πειθαρχικές δυνάμεις δε χρησιμοποιούν τα άτομα ξεχωριστά, αλλά τα σωρεύουν σ αυτό που ο Φουκώ θα αποκαλέσει ως σύνθεση των δυνάμεων. Αυτό που μετράει στα σώματα δεν είναι δεν είναι η δύναμη, αλλά η χρησιμότητα, η θέση που κατέχει στη σειρά και που εν τέλει αθροίζεται με τη θέση που κατέχουν και τα άλλα σώματα σ’ αυτή τη σειρά. Το σώμα είναι το γρανάζι μιας μεγάλης μηχανής που με τη βοήθεια του χρόνου δημιουργεί το πλέγμα των σύνθετων χρόνων. Ο χρόνος του ενός πρέπει να συνδυάζεται με το χρόνο των άλλων με απώτερο σκοπό να αποσπάται απ΄ τον καθένα το ανώτερο ποσό χρησιμότητας. Μέσω της άσκησης, οι πειθαρχικές μέθοδοι επιβάλλουν στα σώματα καθήκοντα κλιμακωτά, που τέμνουν τη συλλογικότητα των σωμάτων σε ένα τερματικό σταθμό. Η σχέση που σφυρηλατείται ανάμεσα στον κυρίαρχο και τον κυριαρχούμενο, σ’ αυτόν που επιβάλλει την πειθαρχία και σ’ αυτόν που την υφίσταται, πρέπει να είναι σχέση εντολής-εκτέλεσης. Δεν χρειάζεται κάποιος να κατανοήσει την εντολή για να την εκτελέσει, αρκεί και μόνο να αντιληφθεί το σήμα. Η εκτέλεση της εντολής πρέπει να είναι άμεση, χωρίς ενδιαμέσους και χωρίς ενδοιασμούς.

Η πειθαρχία λοιπόν συνοπτικά, κατασκευάζει ατομικότητες προικισμένες με ορισμένα χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι το κυψελικό και αφορά την οργάνωση του χώρου, είναι επίσης οργανική λόγω της κωδικοποίησης των δραστηριοτήτων, είναι ακόμη γενετική εξαιτίας της οργάνωσης του χρόνου και τέλος είναι συνδυαστική χάρις στην οργάνωση και σύνθεση των επι μέρους δυνάμεων.

Όλα τα παραπάνω συνδέονται άμεσα στη σκέψη του Φουκώ με αυτό που θα αποκαλέσει ως στρατιωτικό όραμα της κοινωνίας. Αυτή η νέα πρακτική χρησιμοποιεί τα άτομα ως όργανα αλλά και ως αντικείμενα στην άσκηση της, δεν τα αλυσοδένει αλλά τα πολλαπλασιάζει έντεχνα, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει κάτω από ένα αδιάκοπο βλέμμα επιτήρησης, βασισμένο σε μια μόνιμη οικονομία. Μια εξουσία σώφρονα όπως λέει κ’ ο ίδιος, που πλέον δεν κατέχει την αίγλη και την υπερβολή της βασιλικής κυριαρχίας, αλλά ασκείται σιωπηλά και αδιάκοπτα (Foucault, 1976)

Με σκοπό να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι, έπρεπε να αναπτυχθεί μια συγκεκριμμένη χωροταξική διάταξη και αρχιτεκτονική. Το στρατόπεδο αποτελεί το ιδανικό μέρος στο οποίο θα αναπτυχθεί αυτό που θα ονομάσει ο Φουκώ «σωστή γεωμετρία«. Εδώ τα άτομα παρακολουθούνται συνεχώς χωρίς όμως να μπορούν να δούνε ποιος και πότε τους παρακολουθεί. Στα νοσοκομεία, στα σανατόρια στις φυλακές, τα άτομα επιτηρούνται από βλέμματα που ποτέ δεν είναι ορατά και η παλιά αρχιτεκτονική δίνει τώρα τη μεγαλόπρεπη θέση της, σε μια αρχιτεκτονική του λεπτομερειακού ελέγχου που περιλαμβάνει μικρά παραθυράκια, ακριβείς σχεδιασμένες αμιχές στα κελιά, οι οποίες όχι μόνο καθιστούν τα άτομα συνεχώς επιτηρήσιμα, αλλά τα κρατάνε βουτηγμένα στην άγνοια ως προς το ποιος τους παρακολουθεί και πότε. Σφυρηλατείται ένα μικροσκόπιο της διαγωγής, μια αέναη αστυνόμευση στα σώματα, στην οποία δεν επιτηρούνται μόνο οι υποταγμένοι, αντιθέτως όλοι πρέπει να βρίσκονται κάτω από το ιεραρχικό βλέμμα, τους υπαλλήλους τους εποπτεύουν άλλοι υπάλληλοι και αυτοί με τη σειρά τους υπάγονται στο πειθαρχικό βλέμμα του διευθυντή. Η πειθαρχία είναι ένα φως που ποτέ δε φαίνεται, αλλά πάντα ξάγρυπνο βλέπει.

Η συνεχής λοιπόν επιτήρηση λειτουργεί μέσα από ένα δίκτυο σχέσεων και η εξουσία που αυτή ασκεί δε την κατέχουν κάποια άτομα έναντι άλλων, αλλά λειτουργεί σαν κάτι ενιαίο, σαν ένα είδους μηχανοδομή. Σαφώς και μέσα σ’ αυτό το δίκτυο υπάρχουν άτομα που έχουν περισσότερη και λιγότερη εξουσία, ανώτερες και κατώτερες θέσεις, αλλά το ίδιο το σύστημα είναι αυτό που παράγει εξουσία και που κατανέμει τον καθένα στη σωστή του σειρά. Η εξουσία αυτή συνοπτικά, δε βασίζεται σε μια σωματική βια, αλλά σε μια αόρατη και δυσδιάκριτη δυνάστευση στα σώματα και επιτυγχάνεται από εργαλεία, υπολογιστές και αξιολογήσεις. Ο Φουκώ θα ονομάσει αυτή τη μορφή δυνάστευσης ως «Πανοπτικό». Μέσω του Πανοπτικού τα άτομα γίνονται οι φορείς της ίδιας τους της δυνάστευσης. Δε χρειάζεται κάποιος όντως να παρακολουθείται για να ελέγχει τη συμπεριφορά του, αρκεί να ξέρει ότι πάντα κάποιος μπορεί να τον βλέπει. Αυτή η δυνατότητα της ορατότητας κάποιων από άλλους καθιστά τα άτομα υποτελή όχι στην ίδια την παρακολούθηση, αλλά στο φόβο αυτής. Η ισχυρότερη μορφή δυνάστευσης είναι ο εαυτός. (Foucault, 1976)

Προκειμένου η επιτήρηση να είναι επιτυχής, εκτός από τις τεχνικές παρακολούθησης υφίσταται επίσης και ένα μικροσύστημα ποινών που τιμωρεί την κακή συμπεριφορά, την μη τήρηση των κανόνων, την παρέκκλιση από αυτούς. Όποιος είναι ανυπάκουος πρέπει να τιμωρηθεί. Η τιμωρία αυτή έχει ρόλο διδακτικό, αφού σκοπός της δεν είναι να εκδικηθεί αυτόν που παραβίασε τον κανόνα, αλλά μέσω μιας τιμωρητικής μαθητείας, να του διδάξει ότι η παραβίαση του κανόνα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Είναι ένα είδους άσκησης, βασισμένη στο δίπολο του καλού και του κακού. Όλες οι συμπεριφορές αξιολογούνται με βάση αξίες που περιδινούνται γύρω από την ηθική. Ο κολαστικός μηχανισμός εφαρμόζει μια ποινική οικονομία στην οποία δεν αξιολογούνται τόσο πολύ οι ίδιες οι συμπεριφορές αλλά τα άτομα, ποια είναι η φύση τους και το τι αξίζουν. Η πειθαρχία είναι μια ζυγαριά που ζυγίζει το ποιόν των ανθρώπων (Foucault, 2004).

Βάση λοιπόν τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό, ότι η πειθαρχία τοποθετεί τις πράξεις του κάθε ατόμου σε μια κανονικοποίηση. Κρίνει τον άνθρωπο με βάση τον κανόνα, όποιος τηρεί τους κανόνες εξυψώνεται και όποιος παρεκκλίνει αποκλείεται. Η πρακτική του κανονικού, μπορεί να γεννήθηκε στη φυλακή, αλλά μεταφέρθηκε και σε άλλα μέρη (π.χ. σχολείο). Η εκπαίδευση και το δικαστήριο αποτελούν την κατεξοχήν σχολή του καταναγκασμού, όπου μέσω της έννοιας του κανονικού, εξατομικεύουν τα άτομα και το μόνο που πάντα πρέπει να μετράει είναι ο κανόνας.

Η εξέταση είναι το ιερό αυτό μέρος όπου παντρεύεται η εξουσία του κανόνα και η γνώση της εξέτασης. Μια γνώση που με πράξεις κοινωνικής μαγείας, φυσιολογικοποιεί τον κανόνα και παθολογικοποιεί την απόκλιση. Κάνοντας αόρατη την εξουσία της, η εξέταση τοποθετεί την ατομικότητα σε μια συνεχή καταγραφή και αξιολόγηση. Η γνώση του κάθε ατόμου σωρεύεται σε πειθαρχικά έγγραφα, που βασίζονται σε μια επιστημονική γνώση, εξουσιαστική πάνω στα σώματα. Ψυχίατροι ψυχολόγοι και εγκληματολόγοι, μαντεύουν σε κάθε άτομο μια περίπτωση και σε κάθε συμπεριφορά ένα σύμπτωμα, προβαίνοντας σε περιγραφές που περιδινούνται γύρω από τη θεματική της αντικοινωνικότητας και της εγκληματικότητας. Πάντως θα μπορούσαμε να πούμε με σιγουριά, πως οι επιστήμες δε μπορούνε ποτέ να πούνε την αλήθεια για το έγκλημα, γιατί το έγκλημα κατέχει την αλήθεια των επιστημών. Η κοινωνική συνείδηση θα μετατραπεί έτσι σε επιστημονική γνώση. (Foucault, 1998)

Επομένως οι πειθαρχικοί μηχανισμοί κρατικοποιούνται στο έπακρο σημείο. Η αστυνομία είναι ο έσχατος φορέας του πειθαρχικού ελέγχου, χιλιάδες μάτια τοποθετημένα παντού να επιβλέπουν και την παραμικρή ατασθαλία, ένα αρχιπέλαγος της επιτήρησης, εξαντλητικό και πανταχού παρών. Η αστυνομία δεν είναι μια δύναμη ταγμένη στο ιδεώδες της ειρήνης, αλλά ένα όργανο της πειθαρχίας ένα οπλοστάσιο ορκισμένο να διατηρεί τον έλεγχο. Η ίδια δεν έχει επιφορτιστεί με το καθήκον να συλλαμβάνει τον εγκληματία, όσο το να θέτει υπό έλεγχο τον εσωτερικό εχθρό. Η πειθαρχία είναι ένα σύνολο μηχανισμών, μια ανατομία της εξουσίας.  Στο σημερινό σύστημα το άτομο δεν καταπιέζεται, ούτε αλλοιώνεται, αλλά κατασκευάζεται μέσω μιας κοινωνικής ορθοπεδικής που έχει ως στόχο να πολιορκεί τα σώματα με τη συμβολική βία του κανονικού.

Παρόλες όμως τις αποτυχίες που έχει σημειώσει η φυλακή κατά τη διάρκεια των χρόνων, ακόμη και στις μέρες μας, είναι το μόνο μέσο κοινωνικού ελέγχου που χρησιμοποιείται. Όλοι αναγνωρίζουν ότι η φυλακή παράγει εγκληματίες και παρόλα αυτά όλοι την αποδέχονται ως το μόνο τρόπο καταστολής του εγκλήματος. Ο Φουκώ θεωρεί ότι η συνέχιση ύπαρξης της φυλακής έχει συγκεκριμμένο σκοπό. Η φυλακή, συνδεδεμένη με τη δικαστική εξουσία, δεν έχει μόνο σκοπό να τιμωρεί, αλλά να επιβάλλει μια συγκεκριμένη οικονομία του εγκλήματος. Δεν είναι όλες οι πράξεις ανομίας το ίδιο αξιόποινες. Ο ρόλος του σωφρονιστικού και δικαστικού μηχανισμού δεν είναι αναγνωριστικός ως προς το έγκλημα, αλλά παραγωγικός. Το δικαστήριο παράγει παραβάτες και η φυλακή παράγει εγκληματίες. Το δικαστήριο χαράσσοντας μια μεθόριο γραμμή ανάμεσα στους νομιμόφρονες και τους παράνομους, στους κανονικούς και στους μη κανονικούς, κατατάσσει τους τελευταίους με την εκδίκαση των υποθέσεων τους, στην κατηγορία αυτών που παραβαίνουν το νόμο. Αντίθετα η φυλακή συμπληρώνει την ίδια λειτουργία, αφού όποιος περνάει τα τείχη της βαφτίζεται με έναν ανίερο χαρακτηρισμό, αυτόν του εγκληματία, του άρρωστου (Δασκαλάκης, 1985).

Οι συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται εγκληματικές, δεν είναι άσχετες λοιπόν με την εξουσία, αλλά έχουν άμεση σχέση και με την ταξική διαστρωμάτωση. Οι πράξεις που θεωρούνται σήμερα εγκληματικές συνδέονται ιστορικά και κοινωνικά με πρακτικές κυρίως των λαϊκών στρωμάτων. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η ανερχόμενη αστική τάξη, απειλούμενη από συμπεριφορές όπως η επαιτεία, η ληστεία, ή η άρνηση εργασίας, ποινικοποιεί τις εν λόγω συμπεριφορές, με απώτερο σκοπό να προστατέψει τα συμφέροντα της. Οποιαδήποτε συμπεριφορά δεν προσεγγίζει τα συμφέροντα των μεγαλοαστικών τάξεων, ανάγεται σε έγκλημα (Foucault, 1976). Οι μεγαλοαστοί είναι πάντα προορισμένοι να βρίσκονται στη θέση του δικαστή, του δικηγόρου και του αστυνομικού, ενώ από την άλλη οι μικροεπαίτες εργάτες, πάντα στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Πάντα θα εξωθούνται να διαπερνούν τη μεθόριο που διαχωρίζει το φυσιολογικό από το παθολογικό και θα αναπέμπονται στην πλευρά των ευτελών και χυδαίων υποστάσεων, των απαίδευτων, με μια λέξη, των βάρβαρων.

Το έγκλημα λοιπόν δεν είναι απλώς φαινόμενο νομικό, ή κοινωνικό, αλλά βαθιά πολιτικό. «Το έγκλημα δεν αποξενώνει την κοινωνία, αλλά μάλλον το έγκλημα οφείλεται στο ότι κάποιος νιώθει σαν ξένος μέσα στην κοινωνία» (Foucault, 1976). Με λίγα λόγια η φυλακή παράγει μια χρήσιμη εγκληματικότητα, βασισμένη σε ένα σχήμα τιμωρίας-αναπαραγωγής.

Οι φυλακισμένοι, αυτή η επικίνδυνη φυλή ανθρώπων, αποκομμένοι από τον κόσμο, εγκλωβισμένοι στο μικρόκοσμο της φυλακής, συνθέτουν έναν απόλυτα ελεγχόμενο πληθυσμό, μια άοπλη εγκληματικότητα, η οποία χρησιμεύει στο να κρατά τις πιο μικρές μορφές παρέκκλισης, (π.χ. ληστείες, μικροβανδαλισμούς, επαιτείες) σε μια μικρή και σταθερή εκδήλωση. Δηλαδή η εγκληματικότητα χρησιμεύει στο να κρατά σε τάξη μικρές ανομίες, που παρόλο το γεγονός ότι δε φαίνονται σημαντικές, απειλούν την απόλυτη πειθαρχία που εγκαθιδρύει η σύγχρονη κοινωνία της επιτήρησης.

Συμπερασματικά γίνεται κατανοητό ότι το έργο του Μισέλ Φουκώ, δεν είναι η καθιερωμένη προσέγγιση του εγκλήματος. Το έγκλημα κατά τον ίδιο, είναι ο γάμος εξουσίας και γνώσης, ο οποίος συνθέτει εν τέλει μια πολιτική τεχνολογία των σωμάτων, μια μικροφυσική της εξουσίας που παράγει ατομικότητες, αυθαιρεσίες βασισμένες σε νόμους και επιστήμες.

Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε εν τέλει, σε τι σύστημα λειτουργεί η φυλακή;  Όπως λέει και ο ίδιος «αν με τη λέξη «δημοκρατία» εννοούμε την πραγματική άσκηση της εξουσίας από έναν πληθυσμό που δεν είναι ούτε διαιρεμένος ούτε διατεταγμένος ιεραρχικά σε τάξεις, τότε είναι φανερό ότι απέχουμε πολύ από τη δημοκρατία. Είναι ολοφάνερο όμως ότι ζούμε κάτω από ένα καθεστώς δικτατορίας της τάξης, εξουσίας της τάξης, που επιβάλλεται με τη βία, ακόμη κι όταν τα όργανα αυτής της βίας είναι θεσμικά και συνταγματικά· και στο βαθμό αυτόν δεν τίθεται ζήτημα δημοκρατίας για μας»(Foucault, 2005).

————————————————————————–

Βιβλιογραφία

Δασκαλάκης Η. (1985) Η Εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης, εκδόσεις Σακκουλά

Foucault M. (1976) Επιτήρηση και Τιμωρία: H γέννηση της φυλακής, εκδόσεις Ράππα, σελ. 19-367

Foucault M. (1998) Ψυχική Αρρώστεια και Ψυχολογία, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος

Foucault M. (2004) H ιστορία της τρέλας, εκδόσεις Ηριδανός

Foucault M. (2005) Η μικροφυσική της εξουσίας, εκδόσεις Ύψιλον

Διαβάστε Επίσης  Το ποινικό σύστημα ως πεδίο των σχέσεων εξουσίας

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!