Ψυχολογικές θεωρίες εγκληματικότητας: Εισαγωγή

Γιατί τα άτομα διαπράττουν εγκλήματα; Γιατί το έγκλημα είναι παρόν στην κοινωνία μας; Το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ασχολείται με αυτές τις ερωτήσεις, και οι εγκληματολόγοι προσπαθούν να τις απαντήσουν. Στην πραγματικότητα, το ερώτημα του γιατί διαπράττεται έγκλημα είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Ωστόσο, επί αιώνες, οι άνθρωποι αναζητούσαν απαντήσεις (Jacoby, 2004). Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές εξηγήσεις ως αιτίες για τις οποίες τα άτομα διαπράττουν εγκλήματα (Conklin, 2007). Μία από τις κύριες εξηγήσεις βασίζεται στις ψυχολογικές θεωρίες, που επικεντρώνονται στη σχέση μεταξύ νοημοσύνης, προσωπικότητας, μάθησης και εγκληματικής συμπεριφοράς. Έτσι, σε οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με την αιτιότητα του εγκλήματος, θα πρέπει κανείς να συνυπολογίσει τις ψυχολογικές θεωρίες.

Όταν εξετάζει κανείς τις ψυχολογικές θεωρίες της εγκληματικότητας, θα πρέπει να είναι γνώστης των τριών μεγάλων θεωριών. Η πρώτη είναι η ψυχοδυναμική θεωρία, που επικεντρώνεται στην έννοια ότι η εμπειρία στην πρώιμη παιδική ηλικία ενός ατόμου επηρεάζει την πιθανότητα για διάπραξη εγκλημάτων στο μέλλον. Η δεύτερη είναι η συμπεριφορική θεωρία. Οι συμπεριφοριστές θεωρητικοί έχουν επεκτείνει το έργο του Gabriel Tarde μέσω της μοντελοποίησης της συμπεριφοράς και της κοινωνικής μάθησης. Με άλλα λόγια, η συμπεριφοριστική θεωρία επικεντρώνεται στο πώς η αντίληψη ενός ατόμου για τον κόσμο επηρεάζει την συμπεριφορά του. Η τρίτη θεωρία είναι η γνωσιακή θεωρία, η κύρια υπόθεση της οποίας υποδηλώνει ότι η αντίληψη του ατόμου, και πώς αυτή εκδηλώνεται (Jacoby, 2004) επηρεάζουν την πιθανότητα για διάπραξη εγκλήματος.

Επίσης συναφείς με τις ψυχολογικές θεωρίες είναι η προσωπικότητα και η ευφυΐα. Συνδυαστικά, αυτές οι πέντε θεωρίες ή χαρακτηριστικά (δηλαδή, η ψυχοδυναμική, γνωσιακή, η συμπεριφοριστική, η προσωπικότητα και η ευφυΐα) προσφέρουν ενδιαφέρουσες οπτικές για το τι μπορεί να οδηγεί ένα άτομο να διαπράξει ένα έγκλημα (Schmalleger, 2008). Ωστόσο, δεν πρέπει κανείς να υποθέσει ότι υπάρχει μόνο μία πιθανή αιτία. Οι ερευνητές που αναζητούν μία και μοναδική εξήγηση ή αιτιότητα θα πρέπει να είναι προσεκτικοί, επειδή δεν υπάρχει πανάκεια για την αντιμετώπιση του προβλήματος της εγκληματικότητας.

Πρώιμη Έρευνα

Ο Charles Goring (1870–1919) ανακάλυψε μια σχέση ανάμεσα στο έγκλημα και στη χαμηλή νοημοσύνη εξετάζοντας πάνω από 3.000 κατάδικους στην Αγγλία. Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι ο Goring βρήκε πως δεν υπήρχαν σωματικές διαφορές μεταξύ των εγκληματιών και των μη εγκληματιών. Ωστόσο, βρήκε ότι οι εγκληματίες ήταν πιθανότερο να πάσχουν από ψυχικές διαταραχές, να έχουν χαμηλή ευφυΐα και να επιδεικνύουν κακή κοινωνική συμπεριφορά. Ένας δεύτερος πρωτοπόρος ήταν ο Gabriel Tarde (1843–1904), που υποστήριξε ότι τα άτομα μαθαίνουν ο ένας από τον άλλο και τελικά μιμούνται ο ένας τον άλλον. Αρκετά ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως ο Tarde, πίστευε ότι από τα 100 άτομα, μόνο ένα ήταν δημιουργικό ή εφευρετικό και τα υπόλοιπα ήταν επιρρεπή στην μίμηση (Jacoby, 2004).

——————-

Διαβάστε Επίσης  Ένα παράθυρο στη φωτεινή πλευρά της Ψυχολογίας: Συνέντευξη με τον Mihalyi Csikszentmihalyi

Conklin, J. (2007). Criminology (9th ed.). Boston:Allyn & Bacon.

Jacoby, J. (2004). Classics of criminology (3rd ed.). Long Grove, IL: Waveland Press.

Schmalleger, F. (2008). Criminal justice: A brief introduction (7th ed.). Englewood Cliffs, NJ: Prentice Hall.

Tarde, G. (1903). The laws of imitation. New York: Holt.

——————

Τομπέα Ελένη

socialpolicy.gr

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!