Η έμφυλη διάσταση και η γλωσσική στροφή του πολιτικού

του Άκη Γαβριηλίδη

Το 1977, o ιστορικός Νίκος Σβορώνος, τότε εμβληματική φιγούρα της ανανεωτικής αριστερής διανόησης και σήμερα ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των αριστερο-δεξιο-…whatever οπαδών της θεωρίας περί του «ελληνισμού ως αντίσταση», έδωσε επετειακή διάλεξη στην ελληνική κοινότητα Παρισιού με τον απλό και εύγλωττο τίτλο «H 28η Οκτωβρίου 1940». Η διάλεξη έκλεινε με την εξής φράση:

«Η 28η Οκτωβρίου 1940 σημειώνει την είσοδο του ελληνισμού στην ανδρική του υπεύθυνη ηλικία»[1].

Αν είναι έτσι, τι συνέβη άραγε με τις Ελληνίδες την ημέρα εκείνη; μπήκαν και αυτές στην ανδρική τους ηλικία;

Ο Σβορώνος, αν τον ρωτούσαμε, πιθανότατα θα έλεγε ότι δεν πρέπει να κολλάμε στις λέξεις, και ότι χρησιμοποίησε το αρσενικό γραμματικό γένος (gender) ως συνεκδοχή, για λόγους ευκολίας, υπονοώντας τα αντίστοιχα και για το θηλυκό.

Όσοι –και ιδίως, φυσικά, όσες- επιχειρούν να συγκροτήσουν μία χειραφετητική-μετασχηματιστική πολιτική που να αφορά (μεταξύ άλλων και) την έμφυλη διάσταση, βρίσκονται συχνά αντιμέτωπες με την αντίρρηση ότι «διυλίζουν τον κώνωπα» και ότι επικεντρώνονται σε έναν γλωσσικό καθωσπρεπισμό, αντί να καταπολεμούν την «πραγματική» (ή την «υλική») καταπίεση.

Ο κίνδυνος αυτός είναι αναμφίβολα υπαρκτός: το πολιτικό εξ ορισμού είναι ο χώρος του αστάθμητου, και κανείς δεν έχει εκ των προτέρων καμιά εγγύηση ότι η ιεράρχηση που κάνει ανάμεσα στο ουσιώδες και το επουσιώδες είναι η ενδεδειγμένη. Αν μη τι άλλο διότι αυτό δεν το μαθαίνουμε παρά μόνο μετά, αφού διατυπωθεί ο εκάστοτε λόγος –και διαπιστωθεί ποια αποτελέσματα επιφέρει η δημόσια επιτέλεσή του. Επειδή τώρα αυτό το «μετά» είναι άπειρο, δεν έχει ημερομηνία λήξης, αλλά τα αποτελέσματα αυτά ενδέχεται να εμφανιστούν απρόσμενα, σε τόπους και χρόνους που δεν φανταζόμασταν, η αντίστοιχη κρίση τελεί υπό διαρκή αναστολή ή, πάντως, επανεξέταση.

Έτσι διατυπωμένο, το πρόβλημα μοιάζει ανεπίλυτο, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να παραιτηθούμε από τη θέση και την προσπάθεια απάντησής του. Όπως έλεγε ο Φουκώ, τα αναπάντητα ερωτήματα είναι αυτά στα οποία πρέπει να επιμείνει κανείς περισσότερο.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι το ζήτημα της χάραξης της ορθής πολιτικής τίθεται στο εσωτερικό της γλώσσας. Είναι άστοχο –τόσο θεωρητικά όσο και πολιτικά- να φανταζόμαστε ότι υπάρχει ένα πεδίο «έξω» και «πριν» από τη γλώσσα όπου εμφανίζεται η «καθαρή» καταπίεση/ εκμετάλλευση. Άρα, αυτή η συστατική αβεβαιότητα και απροσδιοριστία καταλαμβάνει και αυτούς που μέμφονται τις άλλες για υπερβολική ενασχόληση με την «πολιτική ορθότητα» –υπονοώντας προφανώς ότι οι ίδιοι έχουν κάποια άμεση και αναμφίλεκτη πρόσβαση σε κάποια πολιτική ορθότητα τόσο αυτονόητη και δεδομένη, που δεν χρειάζεται καν να αποκληθεί έτσι.

Ποιοι είναι αυτοί;

Ως ένα από πολλά δυνατά παραδείγματα παίρνω την παρακάτω αγόρευση του Κ. Αλυσανδράκη, βουλευτή του ΚΚΕ:

Έχει γίνει μόδα τα τελευταία χρόνια να μιλάμε για τον γάμο των ομοφύλων ζευγαριών και να το προβάλλουμε ως δικαίωμα. Βεβαίως, εδώ επιτρέψτε μου να εντοπίσω σε αυτούς που το προβάλλουν ένα κενό: Γιατί να μιλάμε μόνο για ζευγάρια και όχι για τρίο, κουαρτέτο, κουιντέτο, σεξτέτο, οκτέτο κ.λπ.;

(…)Υπάρχουν και άλλες μόδες. Υπάρχει η μόδα να μιλάμε για τα δικαιώματα των ζώων, για δικαιώματα μειονοτήτων, τα οποία όμως τα θυμόμαστε όταν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τις μειονότητες για να δικαιολογήσουμε στρατιωτικές επεμβάσεις, π.χ. στα Βαλκάνια. Πιστεύω ότι αυτές οι μόδες δεν είναι καθόλου τυχαίες. Έχουν ως στόχο να παραμερίσουν πραγματικά δικαιώματα, όπως π.χ. το δικαίωμα της εργασίας, που καταπατιέται βάρβαρα, το δικαίωμα στην παιδεία, στην υγεία, στην πρόνοια, το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, ακόμα και το δικαίωμα της διαμαρτυρίας.

Σε άλλο σημείο έχω επιχειρήσει να αναλύσω κάποιες πλευρές αυτού του ομοφοβικού αποσπάσματος[2]. Αυτό που θα άξιζε τον κόπο να παρατηρήσουμε εδώ είναι πόσο αυτός ο λόγος, την ίδια στιγμή που απορρίπτει την έμφυλη πολιτική ως αδικαιολόγητη επιμονή σε δευτερεύοντα ή και φαντασιακά δικαιώματα κατ’ αντιδιαστολή προς άλλα, υποτιθέμενα ως «πραγματικά», έχει ο ίδιος ως κύριο αντικείμενό του τη γλώσσα, το Συμβολικό –εφόσον αρθρώνεται ολόκληρος γύρω από μία απειλή κατάρρευσης του νοήματος.

Τη στιγμή που εντοπίζει «ένα κενό» και ειρωνεύεται αφ’ υψηλού όσους «προβάλλουν ως δικαίωμα» το γάμο ομοφύλων, ο κ. Αλυσανδράκης προσπαθεί να ξορκίσει ο ίδιος ένα κενό, καθόλου αστείο και ασήμαντο αυτή τη φορά, που νιώθει να διαγράφεται ως απειλή για το δικό του νοητικό σύμπαν εάν γίνει αποδεκτή αυτή η διεκδίκηση. Διότι τα φερόμενα ως «ουσιώδη» στοιχεία του πολιτικού –οι επεμβάσεις στα Βαλκάνια, το δικαίωμα στην εργασία, στην υγεία, στην πρόνοια, στην ελεύθερη έκφραση (ιδίως αυτό!)- δεν αποτελούν φυσικά ένα σύνολο «σκληρών» γεγονότων που είναι ανεξάρτητα από τη συμβολοποίησή τους στο πλαίσιο ενός λόγου, αλλά, για να καταστούν αντικείμενα της πολιτικής, πρέπει αναγκαία να κατασκευαστούν ως τέτοια μέσα στη γλώσσα.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη συμβολή που κόμισαν οι σπουδές φύλου: μας θύμισαν, με έναν νέο και πρωτότυπο τρόπο, ότι συχνά η επίκληση «λόγων ευκολίας» είναι το καλύτερο όχημα για να περάσουν ασυνείδητα μέσα απ’ το λόγο μας οι σχέσεις εξουσίας· με άλλα λόγια ότι, όποτε κάποιος επαφίεται στο «αυτονόητο» και παραλείπει κάτι ως ευκόλως εννοούμενο, είναι πιθανό οι αποδέκτες του λόγου του να μην θεωρήσουν τα ίδια πράγματα ως αυτονόητα και να νοηματοδοτήσουν τελείως διαφορετικά όσα λέει. Κάθε πολιτική ιεράρχηση είναι μια γλωσσική επιλογή ανάμεσα σε πολλές δυνατές, και ότι, αν συνταχθούμε με κάποια, καλό είναι να αναλάβουμε την ευθύνη της επιλογής αυτής και να μην την εμφανίζουμε ως «φυσική» και αναπόδραστη.

Αυτός όμως είναι μάλλον και ο κυριότερος λόγος για την βαθειά αντιπάθεια ή έστω αμηχανία που προκαλούν: οι άνθρωποι αναπόφευκτα θέλουν κάποιες βεβαιότητες, πρέπει να λάβουν κάποια πράγματα ως δεδομένα πριν καν αρχίσουν να μιλούν. Η υπονόμευση της έμφυλης κριτικής ξανανοίγει κάποια ζητήματα που θα θέλαμε να τα θεωρούμε κλεισμένα, ξαναβάζει στο παιχνίδι την αμφιβολία, και η αμφιβολία μπορεί να γίνει ανυπόφορη και παραλυτική. Ωστόσο, αυτός ο αποπροσανατολισμός και η αστάθεια του νοήματος είναι καταστατικά στοιχεία του πολιτικού, και της ανθρώπινης συνύπαρξης και επικοινωνίας γενικά· δεν υπάρχει τρόπος να απαλλαγούμε μια δια παντός από αυτά. Μπορούμε απλώς να προσπαθήσουμε να τα διαχειριστούμε. Και η διαχείριση αυτή διεξάγεται μέσα στη γλώσσα.

Όπως εξάλλου και η άρνησή της.

————————

[1] Βλ. Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας, Θεμέλιο 1983, σελ. 335-6.

[2] Βλ. Άκη Γαβριηλίδη, Η αποδόμηση των φύλων και το άγχος του μεταμοντερνισμού.

 

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Κοντέινερ της Ελευθεροτυπίας, τ. 5 (Μάρτιος 2010)

Πηγή: https://nomadicuniversality.com

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!