Ριζοσπαστισμός, ριζοσπαστικοποίηση, ασάφεια και ιδεολογία

Της Μάρως Παντελίδου-Μαλούτα*, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ

Η χρήση της έννοιας της ριζοσπαστικοποίησης, ως διαδικασίας διαμόρφωσης πολιτικών ταυτοτήτων, γίνεται τα τελευταία χρόνια όλο και πιο ευρεία αλλά και διφορούμενη, αφού αποστασιοποιείται από την κλασική, στην Ευρώπη τουλάχιστον, εννοιολόγηση του ριζοσπαστισμού. Κι αυτό, τόσο στο πεδίο του καθημερινού πολιτικού λόγου όσο και σε αυτό των επιστημονικών αναλύσεων, που νομιμοποιούν την αποδόμηση του ριζοσπαστισμού ως κινητήριας δύναμης στις κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις πάντα υπέρ της κοινωνικής διεύρυνσης των δικαιωμάτων. Αντίθετα, ο ριζοσπαστισμός ανάγεται πλέον πρωτίστως σε κάτι που πρέπει να προληφθεί ή/και να καταπολεμηθεί, ταυτιζόμενος με τον τυφλό φανατισμό και συχνά τη βία και την τρομοκρατία. Επιπλέον, επανέρχονται συστηματικά αναφορές στο ριζοσπαστισμό σε συνδυασμό και με την (άκρα κυρίως) Δεξιά, υπονοώντας ότι ριζοσπαστικό σημαίνει ακραίο – και ως εκ τούτου απορριπτέο, στο πεδίο της ιδεολογίας αλλά και της πολιτικής πράξης. Μετατρέπεται έτσι ένα εννοιολογικό εργαλείο –με συγκεκριμένη ιστορική αναφορά που παραπέμπει σε συγκεκριμένο όραμα κοινωνίας– σε έννοια με έντονα αρνητικό περιεχόμενο, που λίγο ως πολύ ταυτίζεται με τον εξτρεμισμό και με δράσεις εκτός της καθιερωμένης πολιτικής. 

Στο πεδίο της κοινωνικής έρευνας, η έννοια γίνεται έτσι δύσχρηστη και δυσλειτουργική, προβάλλοντας την ανάγκη θεωρητικής επαν-επίσκεψης τόσο στην «ριζοσπαστικοποίηση» ως διαδικασία, όσο και στο ριζοσπαστισμό ως πολιτική θέαση και σύστημα ιδεών (πρωτίστως), που έχει συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενο και ιδεολογική κατεύθυνση. Πολιτικά δε, η αλλαγή που παρατηρείται στην εννοιολόγηση του ριζοσπαστισμού γίνεται ενίοτε αποδεκτή ακόμη και από αναλυτές/-ριες που «θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα», αφού η ταύτιση του ριζοσπαστισμού με τον εξτρεμισμό ή την τρομοκρατία έρχεται σε απόλυτη αντίφαση με άλλες συνιστώσες μιας αριστερής κοσμοαντίληψης που εξ ορισμού συγκροτείται ως ριζοσπαστική, και από την οποία εμφορούνται. Κάτι που αποτελεί ένα επιπλέον δείγμα της σημερινής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού στο πεδίο των ιδεών και καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την αποσαφήνιση της έννοιας. 

Ο όρος «ριζοσπαστικός» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο τέλος του 18ου, αρχές του 19ου αιώνα και αφορούσε πρωτίστως τη δημοκρατική διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος και τη συμπερίληψη λαϊκών στρωμάτων στην πολιτική διαδικασία. Εμφανίστηκε και διαδόθηκε πρώτα στη Μεγάλη Βρετανία, ενώ περιλάμβανε και αντιλήψεις πολύ προχωρημένες που διεκδικούσαν κατάργηση των τίτλων και βαθιά κοινωνική αλλαγή, υπό την επήρεια, προφανώς, της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Thomas Paine και τα Ανθρώπινα δικαιώματά του (1791/1995), που είχαν ως στόχο την υπεράσπιση της τελευταίας, αποτέλεσαν σημείο αναφοράς της ριζοσπαστικής σκέψης με την προαγωγή της δημοκρατίας και της οικουμενικότητας των δικαιωμάτων τις οποίες υποστήριζαν. Στη Γαλλία οι «ριζοσπάστες» εμφανίστηκαν ως τέτοιοι από το 1840 και μετά, δήλωναν εκφραστές του αληθινού πνεύματος της Επανάστασης και ήταν υπέρμαχοι της διεύρυνσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και πρωτίστως της καθολικής ψηφοφορίας (ανδρικής βεβαίως). Σε πάρα πολλές χώρες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής οι ιστορικές καταβολές του ριζοσπαστισμού είναι αντίστοιχες: έχουν πάντα ως βάση τη διεύρυνση των δικαιωμάτων –ιδιαίτερα των πολιτικών, της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού–, την κατάργηση προνομίων, όπως και την εκκοσμίκευση και συχνά ένα αντικληρικό πνεύμα, καθώς και αναφορές πρωτίστως στα λαϊκά και εργατικά στρώματα. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, τα κοινωνικά αυτά στρώματα, μέσω των ριζοσπαστών trade unionists αποτέλεσαν αργότερα τη βάση του Εργατικού Κόμματος, με το ριζοσπαστισμό να έχει συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος (Thompson, 1980). Ενώ δε, σε ορισμένες συγκυρίες, ριζοσπάστες και φιλελεύθεροι είχαν πολλές διασυνδέσεις μεταξύ τους και κάποτε οι πρώτοι θεωρούνταν ως υποσύνολο των δεύτερων, παράλληλα ήταν πάντα πιο «προοδευτικοί», με πιο ρηξικέλευθες αντιλήψεις και με ισχυρότερους δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα από τους δεύτερους. 

Συνεπώς ο ριζοσπαστισμός, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, στοχεύει σε ριζικές κοινωνικές αλλαγές υπέρ του λαού, με πρώτο τον εκδημοκρατισμό του δικαιώματος της ψήφου, συνδεόμενος παραδοσιακά με αρχές και αξίες της Αριστεράς. Εκτός δε από το στόχο του, που είναι οι εκ βάθρων αλλαγές υπέρ του λαού, ο ριζοσπαστισμός ενίοτε ταυτίζεται και με τα πιο ανατρεπτικά μέσα για την εξυπηρέτηση του στόχου αυτού. Δηλαδή αφορά τόσο το πεδίο της σκέψης, όσο και αυτό της πράξης. Ωστόσο, τοποθετείται πρωτίστως στο πρώτο, αφού με καμία έννοια ανατρεπτικές πράξεις, από μόνες τους, δεν ανάγουν μια πολιτική σε ριζοσπαστική. 

Ο ριζοσπαστισμός εμπεριέχει και μια συγκριτική διάσταση: Όταν στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα η αντιπαράθεση εντός της Αριστεράς είχε κυρίως ως επίκεντρο την επιλογή «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», ριζοσπάστες/-ριες ήταν προφανώς οι υπέρμαχοι/ες της επανάστασης. Οι πιο ρηξικέλευθες και κοινωνικά ανατρεπτικές αντιλήψεις υπέρ της δημοκρατίας και της κοινωνικής διεύρυνσης των δικαιωμάτων πάντα εντάσσονταν ταυτολογικά στο πεδίο του ριζοσπαστισμού και ενίοτε συνοδεύονταν από ανατρεπτικά μέσα για την επίτευξή τους. Ο ριζοσπαστισμός συνδέθηκε και με εθνικο-απελευθερωτικούς αγώνες, σε συγκεκριμένες συγκυρίες, αλλά οι παραπάνω βασικές συνιστώσες του ήταν πάντα παρούσες. Ριζοσπάστης/-ρια δεν είναι, δηλαδή, κάποιος/-α που επιδιώκει ριζικές αλλαγές, ανεξαρτήτως κατεύθυνσης και περιεχομένου, ούτε κάποιος/α που χρησιμοποιεί ανατρεπτικά μέσα, ανεξαρτήτως στόχου. Αν ο ριζοσπαστισμός, ως σύστημα ιδεών ή ως πολιτική στάση τοποθετείται απόλυτα στην κατεύθυνση της αλλαγής, η «αλλαγή» αυτή δεν μπορεί να είναι η οποιαδήποτε.

Μερική εξαίρεση στα παραπάνω αποτελούν οι ΗΠΑ. Ήδη πριν από τον εμφύλιο πόλεμο υπήρχε ένα κομμάτι των Ρεπουμπλικάνων που ονομάζονταν ριζοσπάστες και προωθούσαν ρηξικέλευθες πολιτικές υπέρ των σκλάβων και της απελευθέρωσής τους και μετέπειτα υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων τους (Trefousse, 1969). Αυτό επέτρεψε τη διεύρυνση της ταυτότητας του/ης ριζοσπάστη/-ριας, συμβάλλοντας στην αποδοχή οποιασδήποτε καινοτόμου πολιτικής υπέρ της κοινωνικής διεύρυνσης των δικαιωμάτων ως ριζοσπαστικής, ανεξάρτητα από άλλα συμφραζόμενα της κοσμοαντίληψης του φορέα της. Αλλά και πάλι στην περίπτωση αυτή πρόκειται, όπως βλέπουμε, για διεύρυνση δικαιωμάτων υπέρ των αδυνάτων στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού. Ωστόσο, από το 1950 ιδιαίτερα, με επίκεντρο τον μακαρθισμό, πρωτοεμφανίστηκαν και εν μέρει καθιερώθηκαν στις ΗΠΑ πολιτικές αλλά και, κυρίως, πολιτολογικές αναφορές στη «ριζοσπαστική Δεξιά», ταυτίζοντας απόλυτα το ριζοσπαστικό με το ακραίο. Οι αναφορές αυτές, ειδικά όσον αφορά το σχήμα του Lipset, 1955, που εισήγαγε και τον όρο, δέχτηκαν έντονη κριτική για την ασάφεια στην οποία βασίζονταν. Η «ριζοσπαστική Δεξιά», θεωρήθηκε ακόμη και ως σχήμα οξύμωρο (Outwaithe, Bottomore, 1996, σ. 542), ενώ δεν υιοθετήθηκε τότε για παραπλήσια φαινόμενα εκτός ΗΠΑ. Στην Ευρώπη και αλλού, αντίστοιχα πολιτικά ρεύματα χαρακτηρίζονταν ως «δεξιός εξτρεμισμός» ή παρέπεμπαν σε οργανώσεις της άκρας Δεξιάς που αποκαλούνταν φασίζουσες ή νεοφασιστικές, φιλο- ή νεο-ναζί κ.λπ. Ανεξάρτητα αν τα ίδια αυτοχαρακτηρίζονταν ως ριζοσπαστικά, ιδιοποιούμενα μια έννοια που θεωρούσαν κοινωνικά ελκυστική. 

Παιχνίδια στο πεδίο της ιδεολογίας

Τι άλλαξε σήμερα; Ή, τι είδους παιχνίδια παίζονται στο πεδίο της ιδεολογίας με σημείο αναφοράς το ριζοσπαστισμό; Η χρήση της έννοιας της ριζοσπαστικής Δεξιάς, που έχει εν μέρει καθιερωθεί με όλες τις αρνητικές συνδηλώσεις που συνεπάγεται για την πρόσληψη του ριζοσπαστισμού, επιβεβαιώνει την επιθυμία γενικευτικής αναγωγής του τελευταίου σε ρεύμα αυτονόητα αρνητικό και απορριπτέο. Κάτι που βεβαίως στο παρελθόν δεν ίσχυε ούτε από την πλευρά της ευρωπαϊκής Δεξιάς, που σε ορισμένες συγκυρίες διεκδικούσε τον σχετικό επιθετικό προσδιορισμό για τον εαυτό της, κυρίως για να τονίσει τις λαϊκές αναφορές της. (Στα καθ’ ημάς, αρκεί να σκεφτεί κανείς την ΕΡΕ.)

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι πάντα στην ιστορία υπήρχαν ξεσηκωμοί και εξεγέρσεις εναντίον της ιδιοκτησίας –είτε δούλων, είτε μεγάλων εκτάσεων γης– και αργότερα εναντίον της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Με σημείο αναφοράς, έστω άρρητο, μια άλλη κοινωνική οργάνωση και μια πιο δίκαιη κοινωνία. Αλλά ενώ σε εξεγέρσεις αυτού του τύπου υφέρπει το πρόταγμα της γενικευμένης απελευθέρωσης, μόνο στη νεωτερικότητα, και συνεπώς μόνο σε συνθήκες καπιταλισμού, μπορούμε να μιλάμε για ριζοσπαστισμό με τη σύγχρονη έννοια, αφού ως εννοιολογικό εργαλείο αυτός συγκροτείται με βάση το ότι περιλαμβάνει σωρρευτικά τα παρακάτω: 

  • Καθοδηγείται από ένα όραμα ριζικών αλλαγών υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και επιδιώκει κοινωνική διεύρυνση των δικαιωμάτων.
  • Προωθεί μιαν αντίληψη περί αυτονομίας των υποκειμένων, που συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της μοίρας τους.
  • Έχει πραγματιστική και εκκοσμικευμένη γείωση, και αποστρέφεται υπερβατικές ερμηνείες και προσδοκίες.
  • Χαρακτηρίζεται από μιαν αντίληψη για τη συλλογικότητα, η οποία παραπέμπει στη διάκριση που διατύπωσε ήδη τον 16ο αιώνα ο De la Boetie (2012) «όλοι έκαστοι/όλοι ένας», και ταυτίζεται ανεπιφύλακτα με το «όλοι έκαστοι», αποστρεφόμενος εγγενώς το «όλοι-ένας», που συνδέεται με απολυταρχικές ή μεσσιανικές λύσεις. 

Δηλαδή, τελικά, ο ριζοσπαστισμός συνδέεται άρρηκτα με τη δημοκρατία και την εμβάθυνσή της και αποτελεί ανατρεπτική πολιτική έκφραση στο πλαίσιο της νεωτερικότητας και με βάση βασικές παραδοχές της. Έχει ταξικό υπόβαθρο, εμπεριέχει έντονη κοινωνική κριτική και αντιπαρατίθεται de facto στον καπιταλισμό, αναφέρεται σε ένα όραμα κοινωνίας ριζικά διαφορετικό από την υπάρχουσα πραγματικότητα, που αφορά πρωτίστως αξίες όπως η κοινωνική ισότητα και η ελευθερία ενώ είναι πραγματιστικό, ακόμη και αν είναι δύσκολα προσεγγίσιμο. Η ορθολογική αναφορά στις κοινωνικές εξελίξεις και τις δυνάμεις που τις προκαλούν, χωρίς μεταφυσικές αποχρώσεις και συνωμοσιακές ερμηνείες, είναι συνεπώς εγγενές χαρακτηριστικό του, όπως είναι και η επιδίωξη κοινωνικής δικαιοσύνης, πέρα και έξω από μεσσιανικές λύσεις. 

Όταν χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός (ριζοσπαστικός φεμινισμός, ριζοσπαστική οικολογία, κ.ά.) εμπεριέχει πάντα τα παραπάνω συστατικά με έμφαση σε μια πρόσθετη παράμετρο, η οποία θεάται από τη σκοπιά του ριζοσπαστισμού, δηλαδή της εκ βάθρων αλλαγής στην κοινωνική οργάνωση που την αφορά.

Ριζοσπάστης/-ρια δεν είναι λοιπόν ο/η εξτρεμιστής/-ρια, ο/η απελπισμένος/-η που ξεσπάει και ενίοτε θυσιάζεται γι αυτό που πιστεύει, προσβλέποντας σε καλύτερη ζωή με υπερβατικούς όρους, ούτε γενικά ο/η εξεγερμένος/-η ανεξαρτήτως κοινωνικού πλαισίου. Και δεν «ριζοσπαστικοποιείται» στη Γαλλία μέρος της νεολαίας από τη δεύτερη γενιά μεταναστών, ούτε «ριζοσπαστικοποιήθηκαν» οι νέοι που προβαίνουν σε επιθέσεις αυτοκτονίας. Οι ερμηνείες του ριζοσπαστισμού ιστορικά δεν εναποθέτουν ποτέ ευθύνες για το μέλλον έξω από την κοινότητα των ανθρώπων. Κάτι που σημαίνει ότι σημείο αναφοράς είναι συλλογικότητες και όχι μονάδες – όπως μπορεί να γίνει στις υπερβατικές ερμηνείες, που εύκολα περνούν από το θείο στον χαρισματικό ηγέτη. H δημοκρατία σε όλα τα πεδία αποτελεί εγγενώς πρώτιστη προϋπόθεση για ένα ριζοσπαστικό όραμα κοινωνίας. Όπως δεν ήταν ριζοσπάστες/-ριες, με σύγχρονους όρους, εξεγερμένοι/ες πριν από τη νεωτερικότητα, όσοι/ες χρησιμοποιούσαν ακραία μέσα διαμαρτυρίας και διεκδίκησης. Ούτε βέβαια η ακροδεξιά κοσμοαντίληψη αναφέρεται σε κάποια «ριζοσπαστική Δεξιά», αφού εξ ορισμού αποστρέφεται τη δημοκρατία και τη διεύρυνση των δικαιωμάτων. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι –κυρίως μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη– εμφανίζονται συχνότατα αναφορές στη «ριζοσπαστική Δεξιά», και μάλιστα κυριαρχούν στο λόγο πολιτικών επιστημόνων της γεωγραφικής αυτής περιοχής. 

Όσο δε για το ρήμα «ριζοσπαστικοποιούμαι», αυτό μοιάζει με κάτι που παθαίνει κάποιος/-α ως έρμαιο των συνθηκών της ζωής του/ης: λόγω της φτώχειας, της αμορφωσιάς, της αίσθησης αδικίας που συνδέεται με ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και υποβοηθείται από θρησκευτικό φανατισμό. Τι σχέση έχει αυτό με τις ενεργητικές πολιτικο-ιδεολογικές επεξεργασίες, την επιδίωξη συγκεκριμένων ριζικών αλλαγών και την συνειδητή στράτευση που χαρακτηρίζει ριζοσπάστες και ριζοσπάστριες; Με τους/ις οποίους/-ες, το μίσος, οι μεταφυσικές ανησυχίες και οι υπερβατικές «λύσεις» μέσω εξτρεμιστικών πράξεων εκδίκησης, δεν έχουν καμία σχέση; 

Ιδεολογικά, η χρήση της «ριζοσπαστικοποίησης» με αυτή τη νέα έννοια, αποτελεί ισχυρό όπλο στον ιδεολογικό πόλεμο Αριστεράς-Δεξιάς υπέρ της δεύτερης, με ένα σημαντικό κομμάτι της κοινής γνώμης που δεν εμφορείται αναγκαστικά από τη σχετική (δεξιά) κοσμοαντίληψη, να προσβλέπει καλοπροαίρετα σε πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας, την οικονομική βοήθεια και την ανάπτυξη κράτους πρόνοιας, όχι διότι είναι κοινωνικά επιβεβλημένες, αλλά εργαλειακά, ως «λύση» στο πρόβλημα του υποτιθέμενου ριζοσπαστισμού των νέων, κυρίως μουσουλμάνων. Ταυτίζοντας βεβαίως, εν προκειμένω, ριζοσπαστισμό και τρομοκρατία. Πόσα επιστημονικά συνέδρια, ερευνητικά προγράμματα, Ινστιτούτα, πόσες μελέτες δεν ασχολούνται με σχετικές πιθανές λύσεις στο «πρόβλημα του ριζοσπαστισμού των νέων»; Πόσες «ευρωπαϊκές δράσεις» δεν σχεδιάζονται με στόχο την «καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης και του εξτρεμισμού» (sic); Ο ριζοσπαστισμός ανάγεται στο απόλυτο κακό μ’ αυτόν τον τρόπο, με την καταπολέμησή του να νομιμοποιείται –ακόμη και να επιβάλλεται– ως στόχος. Όντας ασαφές εννοιολογικά το για τι ακριβώς μιλάμε, η «νομιμοποιημένη» αυτή απόρριψη του ριζοσπαστισμού αποτελεί ουσιαστικό πεδίο για την εμπέδωση της ηγεμονίας μιας νεοφιλελεύθερης κοσμοαντίληψης. 

Αντίστοιχες παρατηρήσεις, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαμε να κάνουμε και για τη χρήση της έννοιας του λαϊκισμού, όταν συγχέεται το φιλολαϊκό με το δημαγωγικό, όπως και για τη συμπερίληψη κάτω από το καπέλο του ευρω-σκεπτικισμού εθνικιστικών απορριπτικών στάσεων με κριτικές θέσεις απέναντι στη σημερινή δομή της ΕΕ, ή για τη θεωρία των δύο άκρων, που τελικά είναι ένα και κακό (όπως ο «ριζοσπαστισμός»;) κ.λπ. 

Ας διευκρινιστεί δε, ότι όχι, δεν μπορούμε να δεχτούμε τη νέα εννοιολόγηση του ριζοσπαστισμού ως αναμενόμενη διεύρυνση, με βάση το ότι οι έννοιες εξελίσσονται μαζί με τη γλώσσα και προσαρμόζονται στη συγκυρία. Διότι δεν πρόκειται για εξέλιξη, αλλά για ακύρωση της ουσίας της έννοιας αυτής, ενώ μέσω της νέας χρήσης της δομείται ιδεολογικά μια άλλη (ανάγνωση της) πραγματικότητα(ς). Όσο και αν στην ιστορική του πορεία ο ριζοσπαστισμός χρωματίζεται από το συγκείμενο, έχει συγκριτική διάσταση και όντως εξελίσσεται, δεν νοείται τέτοια αλλοίωση, παρά μόνο ως ηθελημένη ιδεολογική παρέμβαση στο πεδίο των κοινωνικών αναπαραστάσεων.

Συνεπώς, αν είναι επιστημονικά λανθασμένη αυτή η εννοιολόγηση του ριζοσπαστισμού, αφού δεν βασίζεται στην ιστορία του, πολιτικά αποτελεί όπλο. Όπλο σε έναν αγώνα ανηλεή, μεταξύ δύο διαφορετικών οραμάτων κοινωνίας, που εξυπηρετεί τους πολέμιους της δημοκρατίας και υπηρετεί μια φοβική αντίληψη της κοινωνικής συμβίωσης, όπου κάθε τι που αμφισβητεί καθιερωμένες ισορροπίες –είτε είναι εξτρεμιστικό και μισαλλόδοξο ή φιλολαϊκό και προοδευτικό, αυταρχικό ή δημοκρατικό είτε όχι– (πρέπει να) απορρίπτεται. Δεν υπάρχει δε επιλογή, παρά μόνο η όχι καλή εκδοχή που ήδη ξέρουμε, αφού η «ριζοσπαστική», εξ ορισμού κακή «απ’ όπου κι εάν προέρχεται», είναι ακόμα χειρότερη. Η τάση απαξίωσης ριζοσπαστικών κοινωνικών οραμάτων –που εγκαθιδρύθηκε με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η οποία μοιάζει να έχει παρασύρει και τον «ανύπαρκτο»–, κερδίζει περαιτέρω έδαφος στο πεδίο του λόγου και της ιδεολογίας, μέσω της αλλοίωσης και έτσι της νομιμοποιημένης απόρριψης της έννοιας και της ουσίας του ριζοσπαστισμού. 

Ας μη συμβάλλουμε κι εμείς, απερίσκεπτα, προς αυτή την κατεύθυνση: Ο ισλαμιστής εξτρεμιστής, που αυτοκτονεί εκδηλώνοντας την εκδικητική του στάση απέναντι σε αυτούς που θεωρεί άπιστους/υπεύθυνους για τα δεινά της κοινότητάς του προσβλέποντας σε υπερβατική δικαίωση, έχει τόση σχέση με τον ιστορικό ριζοσπαστισμό, όση έχει με το φεμινισμό η παραδοσιακή γυναίκα που ρίχνει βιτριόλι στον άνδρα ο οποίος τη βασάνιζε επί δεκαετίες.

– – – – – – – – – – – – – – – – –

Βιβλιογραφικές αναφορές

Ε. De la Boetie, 2012, Πραγματεία περί εθελοδουλείας, Αθήνα: Πολιτεία.

S. M. Lipset, 1955, “The Radical Right: A Problem for American Democracy”, The British Journal of Sociology, Vol. 6, No. 2 (Jun., 1955), σσ. 176-209.

W. Outwaithe, T. Bottomore (eds), 1996, The Blackwell Dictionary of twentieth-century Social Thought, Oxford: Blackwell.

Th. Paine, 1995, Rights of Man, Oxford: Oxford Paperbacks.

E.P. Thompson, 1980, The Making of the English Working Class, Harmondsworth: Penguin.

H. L. Trefousse, 1969, The Radical Republicans, New York: Knopf Publishing.

 

(Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, 28 Αυγούστου 2017)

Πηγή: chronos.fairead.net

 

*Η Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα, έχει σπουδάσει Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία στα Πανεπιστήμια της Λωζάνης, της Γενεύης και των Παρισίων (Paris I/Sorbonne), και είναι διδακτόρισσα της E.H.E.S.S (1980).

Από το 1982 διδάσκει στο τμήμα Π.Ε.Δ.Δ. του Ε.Κ.Π.Α., και από την έναρξη του στο μετα-πτυχιακό πρόγραμμα σπουδών Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας του ίδιου τμήματος, όπου έχει αναλάβει επανειλημμένα και διοικητικές θέσεις, όπως Διευθύντρια του τομέα Πολιτικής Επιστήμης, Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του Π.Μ.Σ. Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας, εκπρόσωπος του τμήματος στο ΔΙΚΑΤΣΑ και στην Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κ.ά.

Κεντρικό αντικείμενο τoυ επιστημονικού της έργου αποτελούν οι πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας και ιδιαίτερα η διαδικασία διαμόρφωσης και οι τρόποι έκφρασης πολιτικών ταυτοτήτων με επικέντρωση σε θεματικές όπως είναι η πολιτική συμπεριφορά, η πολιτική κουλτούρα, και η πολιτική κοινωνικοποίηση. Tο σύστημα έμφυλων σχέσεων βρίσκεται στο επίκεντρο των ερευνητικών και θεωρητικών ενδιαφερόντων της. Ασχολείται ιδιαίτερα με την έμφυλη ανισότητα στη σχέση της με τη δημοκρατία, καθώς και με τις πολιτικές για την αντιμετώπισή της. Έχει διευθύνει ή συμμετάσχει σε πολλά ερευνητικά προγράμματα, τόσο ελληνικά (στο EKKE και το EKΠΑ) όσο και ευρωπαϊκά της DG Research (FP 5, FP 6, FP 7), στα οποία ήταν επιστημονική υπεύθυνη του ελληνικού σκέλους και τα οποία διεξήχθησαν σε συνεργασία με το CΝRS το IWM της Βιέννης κ.ά. Έχει επίσης απασχοληθεί ως αξιολογήτρια στο πλαίσιο ερευνητικών προγραμμάτων που προκηρύσσονται στην Ελλάδα και ως εμπειρογνώμων-αξιολογήτρια (expert evaluator) στις Βρυξέλλες, σε ερευνητικά προγράμματα που προκηρύσσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Έχει υπάρξει Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης (2014-2016) και Πρόεδρος του Επιστημονικού  Συμβουλίου της ΕΚΔΔΑ  (2015-  ).

Διαβάστε Επίσης  Κατάργηση της υποχρεωτικής εφαρμογής της Σαρία: μια μεταρρύθμιση που έχει αργήσει

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!