Το πολιτικό υποκείμενο στον Λούκατς

Γκούμας Αναστάσιος / Κοινωνιολόγος

Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης

Τμημα Κοινωνιολογίας – Πάντειο Πανεπιστήμιο*

 

  Ο όρος «πραγμοποίηση» όπως υποστηρίζει και ο Λεβί, είναι ένας νεολογισμός για να αποδοθεί ο γερμανικός όρος: «verdinglichung»[1]. Ο όρος αυτός στην αγγλοσαξωνική γλώσσα αποδίδεται με τον όρο: «reification». Σύμφωνα με την Πηνελόπη Τζιωκα-Ευαγγέλου, στην ελληνική γλώσσα ο όρος: πραγμοποίηση είναι ο εγκυρότερος. Όπως σημειώνει και η ίδια στη διδακτορική της διατριβή τόσο ο γερμανικός όρος: verdinglichung, όσο και ο αγγλοσαξωνικός όρος: reification, αναφέρονται και οι δύο στον ελληνικό όρο: πράγμα. Αυτό το συμπέρασμα συνάγεται καθώς οι βασικές έννοιες (ding, rei) αναφέρονται στη λέξη: πράγμα και όχι στη λέξη: αντικείμενο (gegestand, object)[2].

  Για τον Αξελό η γαλλική λέξη: rien που στα ελληνικά αποδίδεται με τον όρο: τίποτα, προέρχεται από την αιτιατική του: res, rem[3]. Γίνεται φανερό ότι η λέξη: πράγμα στο σύνολο των δηλώσεών της με τις προηγούμενες σε αυτή έννοιες, φτάνει να καταλήγει μέσω της λατινικής της ρίζας στον όρο: τίποτα. Και το τίποτα στην περίπτωση της ανάλυσής μας δεν αναφέρεται σε κάτι που δεν υπάρχει (μη ον), αλλά στο ουδέν. Για τον Γάλλο φιλόσοφο και ψυχαναλυτή Λακάν το ουδέν τόσο στη συμβολική, όσο και στην αντικειμενική του διάσταση συνίσταται στην απουσία ή στην προσπάθεια απουσίας, εξαφάνισης του άλλου[4]. Ως εκ τούτου, θα ήταν λάθος, να νοηθεί η δραστηριότητα που τείνει στη δημιουργία απουσίας του άλλου, ως μια άρνηση της δραστηριότητας. Απεναντίας θα πρέπει να νοηθεί ως μια κατάφαση στη διαδικασία της δραστηριότητας (εγώ θέλω), μέσω της οποίας η παρουσία του άλλου θα πρέπει να εξαφανιστεί. Γνωρίζουμε πολύ καλά πως για να εξαφανιστεί ο άλλος θα πρέπει πρώτα να υπάρχει.

Η επιθυμία περί της παρουσίας του άλλου σηματοδοτεί αυτό, που στην κοινωνιολογία ονομάζεται σχέση και μάλιστα με αξίες συμφέροντος. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση ότι όταν μια σχέση δομείται στο τίποτα, τίποτα ως ουδέν, στηρίζεται και ανατροφοδοτείται στην ίδια την έκπτωσή της, στην οδό που οδηγεί αυτή τη σχέση στο πράγμα, άρα στην ίδια την πραγμοποίηση.

  Μεταφέροντας την παραπάνω συλλογιστική στη λουκατσιανή προβληματική και ειδικά στην ανάλυση του φαινομένου της πραγμοποίησης, το ερώτημα: «θέλει να με εξαφανίσει;», όπως αυτό βρίσκονταν κατά τη διαδικασία δημιουργίας της απουσίας, εμφανίζεται με όρους διαλεκτικής (από την απουσία στην παρουσία), για να με εξαφανίσει θα πρέπει να υπάρχω. Και το δεύτερο ερώτημα που εγείρεται σε αυτή την περίπτωση είναι: με ποιον τρόπο ο άλλος θέλει να υπάρχω και γιατί; Θεωρώ ότι το συγκεκριμένο ερώτημα για τον μαρξισμό παίζει σημαίνοντα ρόλο και ειδικά, όταν αυτό εντάσσεται στο σύμπαν της σκέψης του Λούκατς. Πράγμα που θα προσπαθήσω να το υποστηρίξω ευθύς αμέσως.

  Για τον Μαρξ ο άνθρωπος μπορεί να εκδηλώσει τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις έχοντας ανάγκη την παρουσία του άλλου. Μέσω του άλλου ο άνθρωπος σχηματίζει νοήματα, δίνει ονόματα στα αντικείμενα του κόσμου του, προσανατολίζει ορθολογικά το βίο του. Με βάση αυτές τις παραμέτρους οι οποίες δεν είναι οι μοναδικές και συγχρόνως χαρακτηρίζονται ως ιστορικά ανοικτές, ο άνθρωπος απομακρύνεται από το περιορισμένο της ενστικτικής λειτουργίας του και εμφανίζεται μέσα στην ιστορία ως μια δρώσα μετασχηματιστική δύναμη. Δύναμη που μπορεί να αλλάζει συνεχώς τον εαυτό του και το περιβάλλον του.

  Ο άνθρωπος αποκαλύπτει συνεχώς αυτό που είναι, σύμφωνα με τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζει. Στον καπιταλισμό και σύμφωνα με τον Μαρξ ο άνθρωπος είναι «πνιγμένος» από τη «θάλασσα» των εμπορευμάτων. Πράγματα που χρησιμοποιεί και ανταλλάσσει, καθώς αυτά έχουν ενσωματώσει, στο ενεργητικό της κίνησής τους στην αγορά, εργασιακό χρόνο και μόχθο. Για τον Λούκατς η παραπάνω συνθήκη (το «πνίξιμο» ή το «δέσιμο» του ανθρώπου με τα πράγματα- εμπορεύματα), δημιουργεί ένα πολύ συγκεκριμένο και ιστορικό σύστημα κυριαρχίας. Η «πανταχού παρούσα βασιλεία του εμπορεύματος»,[5] που διαπερνά το σύνολο της καπιταλιστικής κοινωνίας και το αρθρώνει σε σχέσεις καθαρά τυπικές και υπολογιστικές, μετατρέπει τον άνθρωπο σε εξάρτημα, που θα πρέπει να υπαχθεί χωρίς αντιστάσεις στους μηχανισμούς της καπιταλιστικής παραγωγής και οικονομίας. Σε αυτό ακριβώς το σημείο δίνεται και η απάντηση του δεύτερου ερωτήματος: με ποιον τρόπο θέλει ο άλλος να υπάρχω και γιατί.

  Η μείωση των αντιστάσεων και η μεταμόρφωση του ανθρώπου σε άνθρωπο- εξάρτημα όπως η καπιταλιστική οικονομία θέλει, συνιστά την καταστροφή κάθε εικόνας του συνόλου. Ο άνθρωπος ριγμένος στην απόλυτη εξειδίκευση, στον ύπουλο ανταγωνισμό με στόχο την περιθωριοποίηση του άλλου και σε συνδυασμό με τη γενική εξατομίκευση της κοινωνίας, καθιστά τον άνθρωπο και την κοινωνία δύο διακριτές οντότητες. Για τον ΜακΛέλλαν η φιλελεύθερου τύπου πολιτική που ασκεί η αστική τάξη, είναι μια πολιτική που εξυπηρετεί τα συμφέροντά και παρατείνει την εξουσία της. Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, «[…] σε έναν πραγμοποιημένο κόσμο δεν υπάρχουν συλλογικά υποκείμενα. Η διαδικασία της πραγμοποίησης είναι η διαδικασία της αντικειμενικότητας παντού»[6].

  Το πιο καθοριστικό παράδειγμα που δίνει ο Λούκατς περί της «αντικειμενικότητας» του κόσμου εστιάζοντας στο φαινόμενο της πραγμοποίησης, βρίσκεται στη σφαίρα της υλικής παραγωγής, δηλαδή στην καρδιά της παραγωγικής διαδικασίας, κατά την οποία ο εργαζόμενος μετατρέπεται σε πράγμα. Πιο συγκεκριμένα, η εργατική δύναμη του μισθωτού συνιστά εμπόρευμα, τη στιγμή που ο ίδιος εντάσσεται στο μηχανισμό πειθαρχίας και της γραφειοκρατίας του εργοστασίου.

  Για το νεαρό μαρξιστή Λούκατς, το φαινόμενο της πραγμοποίησης, το οποίο συνέχει και οικοδομεί το όλον της αστικής κοινωνίας, αποτελεί τον βασικό οδοδείκτη με τον οποίο τα ταξικά υποκείμενα στο σύνολό τους αντιλαμβάνονται τη θέση τους στη σύγχρονη ιστορία. Μια συνείδηση, η οποία δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από τη θέση που έχουν  στην παραγωγή τόσο η αστική όσο και η εργατική τάξη[7]. Όπως ο Μαρξ, έτσι και ο Λούκατς, με τις αναλύσεις που κάνει στο «Ιστορία και ταξική συνείδηση», αντιλαμβάνεται και αποκαλύπτει τα αντικρουόμενα ταξικά συμφέροντα που προκύπτουν μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης.

Αποτέλεσμα αυτής της αντι- παράθεσης είναι η εμφάνιση ενός ριζικά διαφορετικού τρόπου, με τον οποίο τα ταξικά υποκείμενα υπάρχουν στον κόσμο και τον ιδιοποιούνται.

  Αλλά, σε ποια θεμελιώδη διαφορά συγκροτείται η παραπάνω σύγκρουση και πώς αυτή δηλώνεται γνωσιολογικά και πρακτικά από τα ταξικά υποκείμενα; Θέτοντας το συγκεκριμένο ερώτημα, αφενός μας δίνεται η δυνατότητα να εστιάσουμε στη διαφορά πρόσληψης και νοηματοδότησης του κόσμου μέσα από την οπτική των δύο ταξικών υποκειμένων, αφετέρου η εν λόγω διαφορά, που σε τελική ανάλυση σημειώνεται ως διαφορά θεωρίας, μας ανοίγει το δρόμο να κατανοήσουμε και το ιδεολογικό πρόγραμμα, που κάθε τάξη θέτει ως αφετηριακό σημείο για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Ας παρακολουθήσουμε στο σημείο αυτό τις θέσεις του Λούκατς.

  «Από τη μεθοδική αμφιβολία, από το cogito ergo sum του Ντεκάρτ στους Χομπς, Σπινόζα, Λάιμπνιτς απλώνεται μια ευθεία εξελικτική γραμμή, η αποφασιστική και ποικίλλων εκδοχών αντίληψη της οποίας είναι ότι το αντικείμενο της γνώσης μπορεί να συλληφθεί από εμάς επειδή, και στον βαθμό που έχει παραχθεί από εμάς τους ίδιους. Οι μέθοδοι των μαθηματικών και της γεωμετρίας, η μέθοδος της κατασκευής, της παραγωγής του αντικειμένου από τις μορφικές προϋποθέσεις μιας αντικειμενικότητας εν γένει, αργότερα οι μέθοδοι της αντικειμενικής φυσικής γίνονται έτσι οι οδοδείκτες και το μέτρο της φιλοσοφίας, της γνώσης του κόσμου ως ολότητας»[8].

  Για την αστική τάξη, τα μαθηματικά, αλλά και το σύνολο των θετικών επιστημών, συνιστούν μοναδικά πλαίσια και μοντέλα γνώσης μέσω των οποίων η αλήθεια για τον άνθρωπο και τη φύση εξισώνεται με την αντικειμενικότητα. Η πραγματικότητα του κόσμου μπορεί να περιγραφεί μηχανιστικά και, ως εκ τούτου, με τα χαμηλότερα δυνατόν λάθη. Ο ορθολογικός υπολογισμός, ο φετιχισμός προς έναν κόσμο που θα κυριαρχεί η μηχανή και ο θρυμματισμός της ολότητας σε μέρη που a priori θα μπορούν να ελεγχθούν, συνιστούν για την αστική τάξη τα ‘ιδιαίτερα’ και ‘μοναδικά’ στοιχεία που την προικίζουν ιστορικά.

  Στη σκέψη του Ούγγρου μαρξιστή, αυτός ο «θαυμάσιος και πραγμοποιημένος κόσμος», που η αστική τάξη έχει δημιουργήσει, καταλήγει να είναι και ο ίδιος ο νεκροθάφτης της. Contra σε αυτόν τον μονοδιάστατο πολιτισμό, ο Λούκατς εξυφαίνει το εγκώμιο του προλεταριάτου, της μοναδικής ταξικής συλλογικότητας, η οποία είναι σε θέση να άρει ιστορικά το φαινόμενο της πραγμοποίησης. Και ο λόγος, για τον οποίο αυτή η κατάσταση μπορεί να αποτελέσει οριστικό παρελθόν, είναι γιατί η εργατική τάξη, σε αντίθεση με την αστική τάξη, που έχει τη ψευδή συνείδηση περί της αντικειμενικότητας του γίγνεσθαι, βιώνει στην πιο οξυμένη μορφή το φαινόμενο της πραγμοποίησης. Ο εργάτης υπάρχει όταν εξομοιωθεί με εμπόρευμα και μπορεί να ανταλλαγεί. Το όλον εγώ της ύπαρξης του προλετάριου «διαμερισματοποιείται» σε λειτουργίες ποσοτικά μετρήσιμες και ποιοτικά ελεγχόμενες με βάση το χρόνο εργασίας, την ποσότητα παραγωγής εμπορευμάτων, τέλος την ίδια την απόγνωση που επιφέρει η εξίσωση ο χρόνος είναι χρήμα.

  Σε μια αστική κοινωνία που παρακμάζει, ο Λούκατς, πιστός στη μαρξική φιλοσοφία, φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα μιας οντολογίας του δυνατού με βασικό όχημα την τάξη του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο ως το εν δυνάμει κοινωνικό υποκείμενο, που μπορεί να απελευθερώσει την κοινωνία από την πραγμοποίηση, έχοντας ως θεωρία την επαναστατική- διαλεκτική μέθοδο, μπορεί να διανοίξει μια άλλη προοπτική για τη γνώση του υποκειμένου με την ιστορία. Η θεωρία του Λούκατς για το πολιτικό υποκείμενο και για τον διαπαιδαγωγικό του ρόλο στη διαμόρφωση επαναστατικής ταξικής συνείδησης αποδείχθηκε ήδη στην προηγηθείσα ανάλυση άκρως διαφωτιστική. Ας επανέλθουμε στο σημείο αυτό στις θέσεις του.

  Από τα μέχρι τώρα έχει καταστεί σαφές ότι ενώ η αστική τάξη παρατηρεί την κοινωνία μέσω του μερικού συμφέροντός της, ο μαρξισμός ως η εξελισσόμενη επιστήμη του προλεταριάτου αντιπαραθέτει στο κέντρο της αστικής επιστήμης «την κυριαρχία της κατηγορίας της ολότητας»[9]. Την έννοια της ολότητας ο Λούκατς την παραλαμβάνει από τον Χέγκελ. Το αποφασιστικό γεγονός, μέσω του οποίου η ολότητα υπερέχει των οριοθετήσεων όπως αυτές δημιουργούνται από τις θετικές επιστήμες της αστικής τάξης, είναι το στοιχείο της άρνησης του κατακερματισμού της κοινωνίας σε λειτουργικά και αυτόνομα μέρη. Ουσιαστικά, με την έννοια της ολότητας, ο Λούκατς επιδίδεται σε μια μαρξιστική κοινωνιολογία της γνώσης, με την οποία αίρει το δυισμό μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου. Απότοκο της λουκατσιανής κοινωνιολογίας της γνώσης, είναι η φανέρωση των περιεχομένων ψευδούς συνείδησης της αστικής τάξης. Για την αστική τάξη, ο κόσμος υπάρχει στο βαθμό που μπορεί να εργαλειοποιηθεί. Έτσι, η κοινωνία αναγνωρίζεται, με τη μορφή ποσοτικών μετρήσεων και αμετάβλητων νόμων, που εξυπηρετούν συγκεκριμένα πλαίσια οικονομίας και συγχρόνως νομιμοποιούν ιδεολογίες, που αποκλειστικά προωθούν συμφέροντα μειοψηφικών ομάδων.

  Σε αυτές, δηλαδή την αστική πρόσληψη του κοινωνικού και του πολιτικού, ο Λούκατς αντιπαραθέτει τη μέθοδο του «ορθόδοξου μαρξισμού» και την ανάγει σε πεμπτουσία της εργατικής τάξης. Ο ίδιος γράφει ότι: «H ορθοδοξία είναι η επιστημονική πεποίθηση ότι στο διαλεκτικό μαρξισμό ανακαλύφθηκε η σωστή μέθοδος της έρευνας. […]. Ακόμη: ότι όλες οι προσπάθειες να ξεπεραστεί ή να βελτιωθεί είχαν και δεν μπορούν να έχουν άλλο αποτέλεσμα από το να τον κάνουν απλοϊκό, χυδαίο και εκλεκτικό»[10].

  Στο βαθμό που η αστική τάξη είναι «μέσα» στον κόσμο έχοντας ως εισιτήριο εισόδου της το φετιχισμό του εμπορεύματος και την πραγμοποίηση της συνείδησης, η τάξη του προλεταριάτου σε αυτή τη συνθήκη αντιτίθεται με την πράξη της κριτικής και την κριτική της πράξης. Ο τρόπος σκέψης και δράσης της αστικής τάξης χαρακτηρίζεται από μια αδιαπέραστη ψυχρή- τυπική ορθολογικότητα, ενώ το προλεταριάτο, ως αυθεντική ταξική ολότητα, διασπά τα παγωμένα νερά της ψυχρής λογικής με τη διαλεκτική μέθοδο, τη μέθοδο που ενώνει τη θεωρία με την πράξη.

  Με αυτόν τον τρόπο ο Λούκατς καθιστά ευδιάκριτο το στοιχείο της ολότητας- τάξης σε αντιδιαστολή με το μέρος- άτομο, όπως αυτό προσλαμβάνεται από την αστική φιλοσοφία και τις επιστήμες της. Επιπλέον έχοντας αναγνωρίσει το λογικώς πρότερον της τάξης έναντι του ατόμου, ο Λούκατς αναδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο της στη διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης. Πιο συγκεκριμένα: «Η επιστημονικο- μεθοδολογική ανωτερότητα της ταξικής άποψης, σε αντίθεση με εκείνη του ατόμου, μας κάνει να αναγνωρίσουμε αυτομάτως και το αίτιο αυτής της ανωτερότητας: μόνο η τάξη μπορεί να διαπεράσει, μέσο της δράσης, την κοινωνική πραγματικότητα και να τη μεταβάλει στην ολότητά της»[11].

  Όπως δείξαμε στο δεύτερο μέρος της μελέτης μας, η συγκρότηση της εργατικής τάξης σε τάξη για τον εαυτό της δεν γίνεται με αυτόματο τρόπο. Και αυτό συμβαίνει, γιατί «ιδεολογικά, όχι λιγότερο από ότι οικονομικά η αστική τάξη και το προλεταριάτο είναι σε αμοιβαία εξάρτηση»[12]. Η σημαντικότητα αυτής της θέσης μας δίνει το χώρο να συναγάγουμε κάποια σημαντικά συμπεράσματα σε σχέση με το στοιχείο διαμόρφωσης της ταξικής συνείδησης.

  Η αστική τάξη ως κυρίαρχη τάξη την ενδιαφέρει, πέραν της οικονομικής κυριαρχίας της, να δεσπόζει και ιδεολογικά. Η ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης επί των υπολοίπων τάξεων της κοινωνίας επιφέρει στις εξουσιαζόμενες τάξεις ιδεολογική κρίση. Στην περίπτωση της εργατικής τάξης, το αποτέλεσμα της ιδεολογικής κρίσης ιστορικά εμφανίζεται με τη μορφή του «αστικοποιημένου προλετάριου». Μέσω αυτού του συγκεκριμένου ιστορικού τύπου, ο Λούκατς αναγνωρίζει τον προλεταριακό ταξικό πόλεμο των δύο μετώπων. Ένα ‘έξω’ ταξικό μέτωπο, καθώς ο ταξικός εχθρός είναι η αστική τάξη, ένα ‘έσω’ ταξικό μέτωπο, καθώς το προλεταριάτο έχει οικειοποιηθεί κατ’ αρχάς αξίες και αρχές της αστικής τάξης[13].

  Καταλαβαίνουμε πολύ καλά ότι σε αυτή την αποξενωτική εισροή αστικών στοιχείων στους κόλπους της εργατικής τάξης, η εργατική τάξη σύμφωνα με τον Λούκατς, μπορεί και δεν πρέπει να μείνει αδρανής. Έχοντας να αντιμετωπίσει καταστάσεις γενικευμένης κρίσης στο εσωτερικό της, οφείλει και πρέπει να παρέμβει ενεργητικά. Βεβαίως, σε αυτή τη μάχη το προλεταριάτο δεν ακολουθεί κάποιο κανόνα που υπάρχει a priori. Σύμφωνα με την ποιότητα και τις αναλογίες του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων, το προλεταριάτο θέτει σκοπούς και επιλέγει μέσα, που διαφέρουν από ιστορικό χρόνο σε ιστορικό χρόνο και δεν είναι παρά οι ενεργητικές αντανακλάσεις της ταξικής του συνείδησης.

  Σύμφωνα και πάντα με τον Λούκατς, αυτό σημαίνει ότι για την εργατική τάξη «δεν μπορεί να υπάρξει μια απλή συνείδηση, ούτε καθαρή θεωρία, ούτε απλή υπομονή ή δέον»[14]. Αυτή την κατάσταση της αδράνειας και της παθητικότητας η οποία τοποθετεί το προλεταριάτο έξω από τον ιστορικό του ρόλο, το προλεταριάτο μέσω της επαναστατικής ταξικής του συνείδησης πρέπει να τη μετασχηματίσει προσδίδοντάς της την κατάλληλη μορφή. Αυτή η μορφή της ταξικής προλεταριακής συνείδησης κατεξοχήν, επιμένει ο συγγραφέας του «Ιστορία και ταξική συνείδηση», είναι το κόμμα[15].

  Στη σκέψη του Λούκατς, το επαναστατικό κόμμα αποτελεί την πολιτική ψυχή του προλεταριάτου. Μέσω του κόμματος το προλεταριάτο αντιλαμβάνεται και εσωτερικεύει τον κοσμοϊστορικό του ρόλο. Ένα ρόλο που, σύμφωνα με τον Καβουλάκο, «παραπέμπει σε μια πραγματικότητα πέρα από την πραγμοποιημένη αστική κοινωνία»[16]. Για τον Λούκατς, το κόμμα, ως η πληρέστερη οργανωτική μορφή στον αγώνα που διεξάγει το προλεταριάτο (έξω, έσω), δε συνίσταται σε κάτι που η εργατική τάξη το συγκροτεί εξω- ιστορικά/ καθαρά λογικά, αλλά το διαμορφώνει και ανασυγκροτείται από αυτό ως τάξη για τον εαυτό της μέσα και διαμέσου της ιστορίας. Για τον Ούγγρο μαρξιστή, το επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα χαρακτηρίζεται από το σφιχτό δέσιμο της αναγκαιότητας του τελικού σκοπού με την καθημερινή πάλη του προλετάριου σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού του βίου. Η λουκατσιανή αυτή πολιτική πρόταση αφενός συγκροτεί τον τρόπο με τον οποίο κάποιος είναι μέλος του κόμματος, αφετέρου καταδεικνύει τον τρόπο, με τον οποίο κάποιος μπορεί να αυτο- προσδιορίζεται ως κομμουνιστής.

  Στη λουκατσιανή πολιτική θεωρία του επαναστατικού κόμματος, το πρόσωπο- μέλος του κόμματος με μη καταναγκαστικό τρόπο ανήκει σε μια «αυθεντική κοινότητα αλληλεγγύης»[17], στην οποία η διαδικασία του πολιτικού προγράμματος για τον τελικό σκοπό στηρίζεται στην όλη στράτευση και αφιέρωση της προσωπικότητας του προσώπου- μέλους στο κόμμα. Μέσω αυτών των αρχών της ελευθερίας (με εκούσιο τρόπο γίνεται κάποιος μέλος), και με την πειθαρχία (στράτευση της προσωπικότητας), αποκρυσταλλώνεται και ο βαθμός συνειδητοποίησης και υπευθυνότητας του μέλους ως προς τα ζητήματα των πολιτικών του επιλογών. Υπό αυτή την προοπτική του κόμματος, ο Λούκατς εμφανίζει το μέλος να είναι παρόν στην αντιμετώπιση των ζητημάτων που το αφορούν και αδιάσπαστο μέρος της συλλογικότητας. Δεν είναι το κόμμα που δείχνει το δρόμο προς την επανάσταση (κομματικός βολονταρισμός)[18], αλλά η κριτική του μέλους στο βάρβαρο κόσμο της καπιταλιστικής οικονομίας και η συμμετοχή του στη συλλογική μεθόδευση της ανατροπής του κατεστημένου με κομμουνιστική επανάσταση.

 

** Απόσπασμα από την διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία με τίτλο: Κόμμα και ταξική συνείδηση στο έργο του νεαρού μαρξιστή Λούκατς. Η θεωρία του για το πολιτικό υποκείμενο και η σημασία της στην εποχή μας.

——————————————-

[1] Michael Lowy, Μαρξισμός και επαναστατικός ρομαντισμός, Εκδόσεις Ουτοπία, Αθήνα 1985, σ. 81.

[2]  Πηνελόπη Τζιώκα- Ευαγγέλου, Η θεωρία της πραγμοποίησης στο έργο του Georg Lukacs, (Διδακτορική Διατριβή Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών), Αθήνα 1988, σ. 28- 29.

[3] Κώστας Αξελός, Γράμματα σε ένα νέο στοχαστή, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1997, σ. 28.

[4] Ζακ Λακάν, «Από το αντικείμενο της έλλειψης στο αντικείμενο της μιας απόλαυσης», Αληthεια, τεύχος 8,  Φθινόπωρο 2015 σ. 14.

[5] Michael Lowy, Μαρξισμός και επαναστατικός ρομαντισμός, Εκδόσεις Ουτοπία, Αθήνα 1985, σ. 82.

[6] David McLellan, Ο μαρξισμός μετά τον Μαρξ, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2014, σ. 181.

[7] Αλέξανδρος Χρύσης, Ιδεολογία και κριτική. Λόγος και αντίλογος στη μαρξιστική θεωρία της ιδεολογίας, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1993, σ. 91.

[8] Γκέοργκ Λούκατς, Η πραγμοποίηση και η συνείδηση του προλεταριάτου, Εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα 2006, σ. 123-124.

[9] Γκέοργκ Λούκατς, Ιστορία και ταξική συνείδηση, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1975, σ. 83.

[10] Ο.π., σ. 54.

[11] Ο.π., σ. 97.

[12] Αλέξανδρος Χρύσης, Ιδεολογία και κριτική. Λόγος και αντίλογος στη μαρξιστική θεωρία της ιδεολογίας, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1993, σ. 96.

[13] Γκέοργκ Λούκατς, Ιστορία και ταξική συνείδηση, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1975, σ. 142.

[14] Ο.π., σ. 99.

[15] Ο.π. σ. 100.

[16] Γκέοργκ Λούκατς, Η πραγμοποίηση και η συνείδηση του προλεταριάτου, Εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα 2006, σ. 43.

[17] Ο.π., σ. 49.

[18] Γκέοργκ Λούκατς, Ιστορία και ταξική συνείδηση, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1975, σ. 495.

 

Διαβάστε Επίσης  Το ποινικό σύστημα ως πεδίο των σχέσεων εξουσίας

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!