Η Flexicurity ως πολιτική και γιατί γίνεται όλο και περισσότερο ελκυστική για την Ε.Ε.

του Γιάννη Βλασσόπουλου

Φοιτητής ΠΜΣ «Κοινωνική Πολιτική: Μέθοδοι και Εφαρμογές»

 Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Λέξεις κλειδιά : flexicurity, E.E., ευελιξία, ασφάλεια

 

Ο όρος flexicurity αποδίδεται στα ελληνικά με τη λέξη «ευασφάλεια» και προέρχεται από τη σύμπτυξη των όρων «ευελιξία» και «ασφάλεια». Ο όρος έγινε της μόδας στη δεκαετία του 1990 αντανακλώντας την αυξανόμενη τάση των εργοδοτών να προτιμούν τη χαλαρή νομοθεσία σχετικά με την προστασία της απασχόλησης. Η ευελιξία αυτή έγκειται στη δυνατότητα ταχείας πρόσληψης ή απόλυσης εργαζομένων ή στη δυνατότητα εσωτερικής ρύθμισης για την οργάνωση της εργασίας στις επιχειρήσεις τους (π.χ. μείωση των ωρών της εργασίας με αποτέλεσμα τη μείωση του μισθολογικού κόστους). Η έννοια της ευελιξίας με ασφάλεια (flexicurity) πρωτοεμφανίστηκε στην Ολλανδία, ακριβώς μετά τη μεταρρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας το 1999 (Wilthagen and Tros, 2004).

 

* * *

 

Η ευελιξία με ασφάλεια προσπαθεί να εξασφαλίσει ότι, ενώ οι εργαζόμενοι μπορεί πιο εύκολα να χάσουν τη δουλειά τους, είναι λιγότερο πιθανό να χάσουν τα προς το ζην. Το τελευταίο διασφαλίζεται μέσω παροχών σε αρκετά υψηλό επίπεδο κατά την διάρκεια που βρίσκονται στην ανεργία. Επιπλέον, η flexicurity δίνει έμφαση στην ασφάλεια της απασχόλησης και όχι στην ασφάλεια της εργασίας. Ουσιαστικά, συμβιβάζονται η ευελιξία των εργασιακών σχέσεων, η οποίο αποτελεί πάγιο αίτημα της εργοδοσίας, με στόχο τη μείωση του εργατικού κόστους και την αύξηση των κερδών της καθώς και η ασφάλεια, η οποία στον αντίποδα αποτελεί πάγιο αίτημα των εργαζόμενων και των συνδικάτων τους με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών απασχόλησης και της ποιότητας της ζωής τους.

Η Δανία και οι Κάτω Χώρες, αναγνωρίζονται ως πρωτοπόρες μεταξύ των χωρών της ΕΕ καθώς χρησιμοποιούν επιτυχώς το μοντέλο της flexicurity  εφαρμόζοντας το «χρυσό τρίγωνο» [α] της σχετικά χαλαρής προστασίας της απασχόλησης, [β] των γενναιόδωρων επιδομάτων ανεργίας, και [γ] του πλήθους των ενεργητικών πολιτικών της αγοράς εργασίας.

 

Είδη Ευελιξίας

Έχουμε 4 είδη ευελιξίας σύμφωνα με την βιβλιογραφία (Κούγιας, 2008) :

  1. Τη λειτουργική/οργανωτική ευελιξία στο εσωτερικό της επιχείρησης. Αυτή πραγματοποιείται μέσω της κατάρτισης, της εκ περιτροπής απασχόλησης, της ανάθεσης ποικίλων καθηκόντων και με βάση την ικανότητα των εργαζομένων. Αυτό απαιτεί συνεχή επικαιροποίηση των δεξιοτήτων που κάνει τους εργαζόμενους πιο ευέλικτους ανάλογα με τις δικές τους δεξιότητες.
  2. Τη χρονική/οικονομική ευελιξία η οποία αναφέρεται σε μη-συμβατικά ωράρια εργασίας και συστήματα του υπολογισμού του χρόνου. Αφορά κυρίως την υπερωριακή εργασία, τη μερική απασχόληση, την εργασία το Σαββατοκύριακο, το ακανόνιστο και/ ή το μεταβλητό ωράριο.
  3. Την αριθμητική/ευελιξία συμβάσεων που αφορά στο καθεστώς απασχόλησης και τους τύπους των συμβάσεων, όπως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προσωρινής απασχόλησης, περιστασιακής εργασίας και λοιπά.
  4. Τέλος, τη παραγωγική/γεωγραφική ευελιξία η οποία αναφέρεται σε συστήματα παραγωγής, την υπεργολαβία και τη χρήση ελεύθερων επαγγελματιών.

 

Παράλληλα, έχουμε και 4 είδη ασφάλειας που αντισταθμίζουν τα παραπάνω είδη ευελιξίας (Κούγιας, 2008):

  1. Ασφάλεια της απασχόλησης, δηλαδή κατάλληλες ευκαιρίες απασχόλησης μέσω υψηλών επιπέδων απασχολησιμότητας που εξασφαλίζεται, για παράδειγμα, από την εκπαίδευση και την κατάρτιση.
  2. Ασφάλεια της εργασίας, δηλαδή η ασφάλεια που βασίζεται σε νομοθεσία για την προστασία της απασχόλησης η οποία περιορίζει τους εργοδότες από εύκολες απολύσεις εργαζομένων.
  3. Ασφάλεια εισοδήματος, δηλαδή την προστασία του επαρκούς και σταθερού επίπεδου εισοδήματος.
  4. Συνδυασμός της ασφάλειας, δηλαδή την ασφάλεια που προέρχεται από τη δυνατότητα που δίνεται στον εργαζόμενο να συνδυάσει τη δουλειά του με άλλες ευθύνες ή υποχρεώσεις αντί για αμειβόμενη εργασία.

 

Η ασφάλεια του εργαζομένου ως αντιστάθμισμα στην ευελιξία που προτάσσεται περιλαμβάνει τα εξής (Κουζής, 2008):

  • Την κατοχύρωση ελάχιστων δικαιωμάτων για τους ευέλικτα απασχολούμενους.
  • Την κατοχύρωση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης για τους ευέλικτα εργαζόμενους.
  • Την διατήρηση της θέσης (πόστου) εργασίας χωρίς αρνητική αλλοίωση του περιεχομένου της εργασιακής σχέσης.
  • Την διατήρηση της απασχόλησης ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και τη θέση της απασχόλησης.
  • Την διατήρηση του εισοδήματος ανεξάρτητα από την αλλαγή του αντικειμένου της απασχόλησης.
  • Την κατοχύρωση της ψυχολογικής ασφάλειας του εργαζόμενου απέναντι στα φαινόμενα επισφάλειας και ανασφάλειας.
  • Την κατοχύρωση ενός ασφαλούς συστήματος βασισμένου στην ισχυρή επιδότηση των ανέργων, στην επαγγελματική εκπαίδευση / κατάρτιση και στην επανένταξη διευκολύνοντας την κινητικότητα της εργασίας.

 

Οι πέντε βασικοί άξονες ευελιξίας

Κατά τον Boyer, διακρίνουμε πέντε βασικούς άξονες ευελιξίας της επιχείρησης και της παραγωγής:

  1. Ευελιξία της κινητικότητας των εργαζομένων. Ο συγκεκριμένος άξονας στηρίζεται στην δυνατότητα να προσαρμόζεται η απασχόληση και χρόνος της εργασίας στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της τοπικής ή και γενικότερης συγκυρίας. «Προϋποθέτει πιέσεις απέναντι στους κανόνες που διέπουν την εργατική νομοθεσία ως προς τα εργασιακά δικαιώματα, γεωγραφική κινητικότητα ως προς το απασχολούμενο εργατικό δυναμικό, έλλειψη ειδικών δικαιωμάτων των εργαζομένων που να συνδέονται με την συγκεκριμένη επιχείρηση, διαφοροποιήσεις μορφών και επιπέδων απασχόλησης και μισθών ανάμεσα στους εργαζομένους» (Κουζής, 2001).
  2. Ευελιξία της ιεραρχίας των ειδικοτήτων. Αυτός ο άξονας στηρίζεται στην προσαρμοστικότητα του απασχολούμενου προσωπικού σε μια ποικιλία καθηκόντων. «Προϋποθέτει ευρύτητα τεχνικής ή ειδικής εκπαίδευσης, εναλλαγή του προσωπικού στις θέσεις εργασίας στα πλαίσια μιας ευρύτερης συμμετοχής του εργαζομένου στην παραγωγή του συνολικού προϊόντος, σχετική γειτνίαση ανάμεσα στα καθήκοντα – αρμοδιότητες της παραγωγής και του ελέγχου της, έλλειψη διαχωρισμού ανάμεσα σε μεσαία στελέχη της επιχείρησης και σε εργάτες» (Κουζής, 2001).
  3. Ευελιξία της οργάνωσης της παραγωγής. Η συγκεκριμένη ευελιξία εστιάζεται στην ανάγκη και τις δυνατότητες προσαρμοστικότητας της παραγωγικής οργάνωσης στις απαιτήσεις της αγοράς. «Ο άξονας αυτός προϋποθέτει την εισαγωγή τεχνολογίας πολλαπλών χρήσεων, την υποταγή της αλυσίδας παραγωγής και τη μέγιστη δυνατή διαχείριση της ποσότητας για την αποφυγή πλεονάσματος που δεν θα είναι σε θέση να καταναλωθεί προσαρμόζοντας το προϊόν στις ανάγκες της κατανάλωσης και της στιγμιαίας ζήτησης» (Κουζής, 2001).
  4. Ευελιξία της διαμόρφωσης των αμοιβών που εστιάζεται στην προσαρμογή των μισθών στην κατάσταση που βρίσκονται οι επιχειρήσεις και γενικότερα η αγορά εργασίας. «Σε μικροεπίπεδο προϋποθέτει συνεχή αναθεώρηση των αμοιβών, την άρνηση της σταθερότητας των αμοιβών, αλλά και της διαμόρφωσης τους στα πλαίσια συγκεκριμένων κριτηρίων (απόδοση, κέρδη επιχείρησης κλπ). Προϋποθέτει σε μακροεπίπεδο τη διαμόρφωση των μέσω μισθών σε επίπεδα ισορροπίας απέναντι στην ανεργία, σε συνδυασμό με την παραγωγικότητα, τους όρους συναλλάγματος και την έλλειψη του κατώτατου μισθού» (Κουζής, 2001).
  5. Ευελιξία της «φορολόγησης» των επιχειρήσεων. Ο άξονας της φορολόγησης στηρίζεται στον περιορισμό των ρυθμίσεων και κρατικών παρεμβάσεων στον τομέα της φορολογίας των επιχειρήσεων για την απασχόληση. «Προϋποθέτει την απουσία μέτρων που ανατιμούν τη εργασία, την κατάργηση των κοινωνικών και φορολογικών κατώτατων ορίων και την ελάφρυνση των υποχρεωτικών βαρών των επιχειρήσεων σε συνδυασμό με την ενίσχυση της ιδέας προσφυγής στην ιδιωτική ασφάλιση» (Κουζής, 2001).

 

Η flexicurity ως πολιτική

Η flexicurity συναποτελείται από τέσσερα στοιχεία πολιτικής. Πρώτον, από ευέλικτες και ασφαλείς συμβατικές ρυθμίσεις. Δεύτερον, από σφαιρικές στρατηγικές διά βίου μάθησης. Τρίτον, από αποτελεσματικές και ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας και τέλος από σύγχρονα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

Το μοντέλο της flexicurity έχει τόσο υποστηριχτές όσο και αντιμάχους. Για τους μεν πρώτους έχει θεωρηθεί ως «πανάκεια» καθώς υποστηρίζουν ότι αποτελεί τη λύση στο σύνθετο πρόβλημα της ανεργίας. Θεωρούν ότι το υψηλό εργατικό κόστος και η έκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων οδηγούν στη μείωση της απασχόλησης. Άρα ισχυρίζονται πως αν υπάρχουν λιγότερα εμπόδια στις απολύσεις εργαζομένων ισοδυναμούν με λιγότερες επιφυλάξεις της εργοδοσίας για νέες προσλήψεις. Για τους δε αντιπάλους της  flexicurity, θεωρείται ότι αποτελεί τον βασικό παράγοντα για την αποδόμηση των εργασιακών δικαιωμάτων καθώς λογίζεται ως μια συντονισμένη νεοφιλελεύθερη επίθεση σε βάρος των εργαζομένων και του βιοτικού τους επιπέδου.

«Ένας περιεκτικός ορισμός της flexicurity δίδεται στην βιβλιογραφία. Ορίζει την ευασφάλεια ως συνδυασμό βαθμού ασφάλειας της απασχόλησης και του εισοδήματος, ο οποίος θα διασφαλίζει τις ευαίσθητες ομάδες του εργατικού δυναμικού (νέοι, μητέρες, εργαζόμενοι προχωρημένης ηλικίας, μετανάστες, ελλιπών προσόντων), ενώ παράλληλα θα προωθεί την υψηλή συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, την αύξηση του ποσοστού απασχόλησης και την κοινωνική ενσωμάτωση, στις ευμετάβλητες συνθήκες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης που διανύουμε» (Κεραμάρη, 2007)

Η flexicurity, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αποτελείται από τρεις διακριτούς πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας αποτελείται από μία εύκαμπτη αγορά εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι οι εργοδότες μπορούν να προσλαμβάνουν και να απολύουν εύκολα τους υπαλλήλους τους. Ο δεύτερος πυλώνας της flexicurity εμπεριέχει την προστασία του επιπέδου ζωής και του εισοδήματος. Με λίγα λόγια, τη διασφάλιση για τους εργαζομένους ότι η απώλεια της εργασίας τους δε συνεπάγεται μείωση του βιοτικού τους επιπέδου. Ο τρίτος πυλώνας του μοντέλου της flexicurity αποτελείται από τις Ενεργητικές Πολιτικές Απασχόλησης (Ε.Π.Α.) οι οποίες είναι ένα ενιαίο σύνολο μέτρων που στοχεύουν στην ενθάρρυνση και την επανένταξη των ανέργων στην αγορά εργασίας.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η flexicurity βασίζεται, σε ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος που παρέχει γενναιόδωρα επιδόματα ανεργίας. Επιπλέον, προωθεί την κινητοποίηση των ανέργων στην προσπάθεια εξεύρεσης νέας εργασίας και τη διευκόλυνση της επιτυχούς αναζήτησης μέσω των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης και των προγραμμάτων δια βίου μάθησης. Παράλληλα μεριμνά για την προετοιμασία και την περαιτέρω αναβάθμιση των προσόντων των εργαζομένων και για την κοινωνική ενσωμάτωση και την αναβάθμιση των προσόντων όσων εργάζονται με βραχυχρόνιες συμβάσεις εργασίας ή βρίσκονται στο περιθώριο της αγοράς εργασίας.

 

Γιατί η «ευελιξία με ασφάλεια» γίνεται όλο και περισσότερο ελκυστική για την Ε.Ε.

Η flexicurity φαίνεται να γίνεται ελκυστική κυρίως για δυο λόγους. Λόγω της παγκοσμιοποίησης και κατά δεύτερον λόγω των δημογραφικών πιέσεων.  Η παγκοσμιοποίηση εντείνει τις πιέσεις για απολύσεις και προσλήψεις εργαζόμενων ανάλογα με τις απαιτήσεις και τις ευκαιρίες που προκύπτουν κάθε φορά στην αγορά εργασίας. Στο ανταγωνιστικό πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης φαίνεται πως η flexicurity αναβαθμίζει τις ικανότητες και τις δεξιότητες των εργαζομένων καθώς επίσης και την επανειδίκευση τους. Αναφορικά με τις δημογραφικές πιέσεις, οι πιο ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας της flexicurity αποτελούν κίνητρο για τους εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας και τους γονείς να παραμείνουν ενεργοί στην αγορά εργασίας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση για να αντιμετωπίσει τα παραπάνω καθώς και την καλοζούσα οικονομική κρίση, άρχισε να υιοθετεί την έννοια της flexicurity και να αναγνωρίζει την αξία της. Μάλιστα, ο όρος flexicurity έχει συμπεριληφθεί στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση. «Ο όρος της “ευελιξίας με ασφάλεια” αναφέρθηκε ήδη το 1996 στην Πράσινη Βίβλο στην Εταιρική σχέση για μια Νέα Οργάνωση της Εργασίας. Το 2006, η Επιτροπή δημοσίευσε την Πράσινη Βίβλο στον Εκσυγχρονισμό της Εργατικής Νομοθεσίας για την Αντιμετώπιση των Προκλήσεων του 21ου αιώνα, η οποία ακολουθήθηκε από μια ομάδα εμπειρογνωμόνων που συνέταξε μια έκθεση για τα “Μονοπάτια της ευελιξίας με ασφάλεια” με τίτλο “Μετατροπή των εμποδίων σε σκαλιά”. Αυτή με τη σειρά της ενημέρωσε την Ανακοίνωση της Επιτροπής για τη Θέσπιση Κοινών Αρχών Σχετικά με την Ευελιξία με Ασφάλεια: Περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας μέσω της ευελιξίας και της ασφάλειας» (Council of Europe, 2006).

Μέσα από τις ευρωπαϊκές πολιτικές που είναι προσανατολισμένες προς το flexicurity γίνεται μια προσπάθεια να συνδυαστούν η ευελιξία με την ασφάλεια παρέχοντας έτσι ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο στην αγορά εργασίας. Μαλιστα αυτή η στόχευση συνάδει με την παράδοση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού μοντέλου το οποίο υποστηρίζεται από τη δέσμευση σε αξίες όπως στο σεβασμό της αξιοπρέπειας του ατόμου, την αλληλεγγύη, την κοινωνική συνοχή, την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Τα συνδικάτα ενθαρρύνονται να υποστηρίξουν την πολιτική της ευελιξίας με ασφάλεια, η οποία παρουσιάζεται ότι βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με τον Αμερικανικού τύπου νέο-φιλελευθερισμό.

Στα πλαίσια της Ε.Ε δεν εχουν όλοι οι κοινωνικοί εταίροι την ιδία αντίληψη για την αξία της flexicurity και τα οφέλη της. «Ενώ οι εργοδότες βλέπουν την ευελιξία ως μέσο για την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους, τα εργατικά κινήματα έχουν την τάση να τη θεωρούν ως μια νέα μορφή κοινωνικού κινδύνου, ακόμη και αν, οι εργαζόμενοι μπορούν να επωφεληθούν από την ευελιξία στις συμβάσεις εργασίας για να έχουν, για παράδειγμα, καλύτερες ευκαιρίες διαχείρισης της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής» (Council of Europe, 2006).

Οι σκανδιναβικές χώρες, οι Κάτω Χώρες και η Αυστρία εχουν ενστερνιστεί τις άξιες της ευελιξίας με ασφάλεια και έχουν δημιουργήσει ένα επίδομα αποζημίωσης απόλυσης το οποίο είναι μεταβιβάσιμο και δεν συνδέεται με ένα μόνο εργοδότη. Αντίθετα, οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης όπως το Βέλγιο, η Γαλλία, η Γερμανία και όλες οι χώρες της Νότιας Ευρώπης είναι πιο προσεκτικές, ενώ η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν την τάση να επιλέγουν την ευελιξία αμερικανικού τύπου και όχι την ευελιξία με ασφάλεια. Μπορεί να λεχθεί, μάλιστα, ότι τα κράτη-μέλη είναι χωρισμένα σε αυτά που επιθυμούν την ισχυροποίηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, δηλαδή, την ενίσχυση της ασφάλειας της εργασίας και σε αυτά που επιδιώκουν τον «εκσυγχρονισμό» του, μέσα από την ενίσχυση της ευελιξίας της εργασίας.

Για το γεγονός ότι κάποιες χώρες αποδέχονται τη flexicurity και άλλες την απορρίπτουν υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι. Ο πρώτος λόγος αφορά τη φύση της αγοράς εργασίας, καθώς και το βαθμός στον οποίο τα άτομα με άτυπες συμβάσεις εργασίας (π.χ. μερική απασχόληση, προσωρινή απασχόληση, περιστασιακή εργασία) είναι εκτεθειμένα σε «επισφάλεια». Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τις δαπάνες που πραγματοποιούνται για να εγγυηθούν την ασφάλεια της απασχόλησης. Οι δαπάνες αυτές μπορούν να καλυφθούν μόνο από υψηλά επίπεδα φορολογίας. Τέλος, ο τρίτος λόγος αφορά την υπάρχουσα ιστορική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών εταίρων η οποία μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία που είναι απαραίτητη για την αποφυγή σεναρίων εκμετάλλευσης.

 

Βιβλιογραφία

  1. Κεραμάρη Γ., 2007, Flexicurity εργασίας, socialactivism.gr/ (Ηλεκτρονική Εφημερίδα Κοινωνικού Ακτιβισμού).
  2. Κούγιας Κ., 2008, Παγκοσμιοποίηση και Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Πρότυπο: Τάσεις προς μία νέα Ευρωπαϊκή Κοινωνική Ταυτότητα. Το παράδειγμα της Ευελισφάλειας.
  3. Κουζής Γ., “Εργασιακές Σχέσεις και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση – Ευελιξία και απορρύθμιση ή Αναβάθμιση της εργασίας;” , ΙΝΕ-ΑΔΕΔΥ Αθήνα Ιούνιος 2001.
  4. Κουζής Γ., 2008, Ευελιξία και ασφάλεια (flexicurity): Μία κριτική προσέγγιση, Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη.
  5. Κουζής Γ., Ευελιξία και ασφάλεια: Μύθοι και πραγματικότητα, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.
  6. Κουζής Γ., Το Πράσινο Βιβλίο για τις εργασιακές σχέσεις και η flexicurity.
  7. Μάνος Σ., Flexicurity και δημόσιος τομέας, Εφημερίδα «Η Καθημερινή», 18/11/2007.
  8. Council of Europe, 2006, Reconciling labour flexibility with social cohesion – Ideas for political action. Strasbourg: Council of Europe Publishing.
  9. Torben Andersen, Nicole Bosch, Anja Deelen, Rob Euwals, The Danish flexicurity model in the Great Recession, http://voxeu.org, 8/4/2011.
  10. Wilthagen and Tros, The Concept of “Flexicurity”: A new approach to regulating employment and labour markets, Tilburg University, 2004.
  11. Wilthagen T., & Tros F., (2004), The concept of ‘flexicurity’: a new approach to regulating employment and labour markets. Transfer – European Review of Labour and Research, 10(2), 166–186.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!