Προλεταριακή Ποίηση | του Αλεξάντρ Μπογκντάνοφ

Πρέπει να επισημανθεί ότι η ποίηση του αστικού κόσμου συνεχίζει να διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την εξουσιαστική συνείδηση, καθώς η αστική κοινωνία έχει διατηρήσει πολλά στοιχεία εξουσιαστικής συνεργασίας, της εξουσίας και της υποταγής. Η μεγάλη ποικιλία μεταξύ των αστικών ομάδων –των μεγάλων και μικρών καπιταλιστών, των ανωτέρων διανοουμένων, των γαιοκτημόνων, συντηρητικών και προοδευτικών, των χρηματιστηριακών κερδοσκόπων, των εισοδηματιών κ.ά., μαζί με τις διάφορες προσμίξεις και συνδυασμούς αυτών των ομάδων– φυσικά δημιουργεί μεγάλη ποικιλία στις μορφές και τα θέματα της ποίησής τους, αλλά ο βασικός τύπος είναι γενικός για όλους.

Στην μηχανική παραγωγή οι θεμελιώδεις διαφορές στη φύση της εργασίας αρχίζουν να εξαφανίζονται. Τα «εργατικά χέρια» δεν είναι πλέον απλώς  χέρια, ο εργαζόμενος δεν είναι μια παθητική εκτελεστική μηχανή. Είναι εξαρτώμενος, αλλά είναι και κύριος του δικού του «σιδερένιου δούλου», της μηχανής. Όσο πολυπλοκότερη και τελειότερη είναι η μηχανή, τόσο περισσότερο η εργασία του υποβαθμίζεται στον έλεγχο και την παρατήρηση. Ο εργαζόμενος πρέπει να γνωρίζει όλες τις πτυχές και τις συνθήκες του έργου της μηχανής του και να παρεμβαίνει στην κίνησή της μόνο όποτε χρειάζεται, ενώ στις αναπόφευκτες στιγμές καπρίτσιου ή διαταραχής από την πλευρά του μηχανήματος, πρέπει να είναι σε θέση για γρήγορη αντίληψη, πρωτοβουλία, και  απόφαση. Όλα αυτά είναι θεμελιώδη και τυπικά γνωρίσματα της οργανωτικής δουλειάς, και γι’ αυτό πρέπει να κατέχει τις γνώσεις, την ευφυΐα, την ικανότητα για παρατεταμένη προσοχή, τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά του οργανωτή. Αλλά εξακολουθεί να υπάρχει η φυσική προσπάθεια: μαζί με τον εγκέφαλο πρέπει να δουλεύουν και τα χέρια.

Ταυτοχρόνως, οι έντονες διακρίσεις μεταξύ των εργαζομένων αρχίζουν επίσης να εξαλείφονται: η εξειδίκευση μεταφέρεται από αυτούς στα μηχανήματα, η εργασία σε διαφορετικές μηχανές είναι από ουσιαστικό οργανωτικό περιεχόμενο σχεδόν η ίδια. Έτσι υπάρχει χώρος για επαφή και αμοιβαία κατανόηση στην από κοινού εργασία, μια ευκαιρία για να βοηθήσει ο ένας τον άλλον με συμβουλές και δράση. Εδώ βρίσκεται η προέλευση της αλληλεγγύης στη συνεργασία πάνω στην οποία το προλεταριάτο οικοδομεί όλη την οργάνωσή του.

Αυτή η μορφή εργασίας χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η οργανωτική δουλειά συνδέεται στενά με την εκτέλεση. Εδώ ο οργανωτής και ο εκτελεστής δεν είναι άτομα, αλλά συλλογικότητες. Τα ζητήματα συζητούνται και επιλύονται από κοινού, εκτελούνται από κοινού: ο καθένας παίρνει μέρος στην εκπόνηση της συλλογικής βούλησης και στην επίτευξή της. Οργάνωση επιτυγχάνεται όχι μέσω της εξουσίας και την υποταγής: αντί αυτών υπάρχει η συντροφικότητα, η πρωτοβουλία και η διαχείριση εκ μέρους όλων, η συντροφική πειθαρχία ελέγχει κάθε άτομο.

Υπήρξαν σπέρματα της συντροφικής συνεργασίας πριν, αλλά μόνο στην εποχή μας έχει γίνει ένα κύριο είδος οργάνωσης μιας ολόκληρης τάξης. Φύεται σε βάθος με το βαθμό της ανάπτυξης της τεχνικής· μεγαλώνει σε πλάτος στο βαθμό με τον οποίο οι προλεταριακές μάζες συγκεντρώνονται στις πόλεις, στο βαθμό που είναι συγκεντρωμένες σε γιγαντιαίες επιχειρήσεις.

Αυτή η συγκέντρωση του προλεταριάτου στις πόλεις και τα εργοστάσια έχει μια μεγάλη και περίπλοκη επίδραση στην ψυχολογία των μαζών. Συμβάλλει στην ανάπτυξη της συνείδησης ότι στην εργασία, στον αγώνα ενάντια στα στοιχεία για την ύπαρξη, το άτομο είναι μόνο ένας κρίκος στη μεγάλη αλυσίδα και, μεμονωμένα, θα ήταν ανίσχυρο άθυρμα των εξωτερικών δυνάμεων, ένα ίχνος κομμένο ύφασμα από έναν ισχυρό οργανισμό ανίκανο να επιβιώσει μόνο του, το ατομικό «εγώ» μειώνεται στις πραγματικές του διαστάσεις, στην θέση που του αρμόζει.

Αλλά ενώ οι μάζες συγκεντρώνονται στις πόλεις, ξεκόβουν από τη φύση. Η τελευταία αποκαλύπτεται στο προλεταριάτο μόνο ως μία δύναμη στην παραγωγή και όχι ως η πηγή των ζωντανών εντυπώσεων. Την ίδια στιγμή η ζωή της πόλης παρέχει στο προλεταριάτο πολύ λίγες χαρές και διασκεδάσεις, όσο πολλές και αν είναι αυτές για τις άρχουσες τάξεις· και έτσι η λαχτάρα των εργατών για τη ζωντανή φύση γίνεται μεγαλύτερη, μια λαχτάρα η οποία πολλές φορές μετατρέπεται σε αγωνία. Αυτός είναι επίσης ένας από τους λόγους για τη δυσαρέσκεια τους, για τον αγώνα τους να οργανώσουν νέες μορφές ζωής.

Η συντροφική συνεργασία δεν είναι μια ετοιμοπαράδοτη μορφή, είναι σε ένα στάδιο ανάπτυξης και έχει φτάσει σε διαφορετικά στάδια από διαφορετικές θέσεις. Ακολουθείται από τη συνείδηση της αλληλεγγύης, η οποία είναι, ωστόσο, σε βραδύτερη ανάπτυξη. Αυτή είναι η κύρια γραμμή πορείας για το προλεταριάτο. Αλλά είναι ακόμα μακριά από την ολοκλήρωση, ακόμη και στις πιο προηγμένες χώρες. Η ολοκλήρωσή της θα είναι ο Σοσιαλισμός, που δεν είναι τίποτε άλλο από την αλληλέγγυα οργάνωση του συνόλου της ζωής της κοινωνίας.

Το πνεύμα της εξουσίας, το πνεύμα του ατομικισμού, το πνεύμα της συντροφικότητας, αυτά είναι οι τρεις διαδοχικοί τύποι του πολιτισμού. Η προλεταριακή ποίηση ανήκει στην τρίτη, την υψηλότερη φάση.

Το πνεύμα της εξουσίας είναι ξένο προς την προλεταριακή ποίηση, δεν μπορεί να βοηθήσει, αλλά να είναι εχθρικό. Το προλεταριάτο είναι μια υποταγμένη τάξη, και αγωνίζεται ενάντια στην υποταγή.

Ωστόσο, το προλεταριάτο είναι μια νέα τάξη και η τέχνη του είναι ακόμα στο στάδιο της παιδικής ηλικίας. Ακόμη και στην πολιτική, όπου η εμπειρία τους είναι μεγαλύτερη, τα εκατομμύρια των προλετάριων της Γερμανίας, της Αγγλίας και της Αμερικής εξακολουθούν να ποδηγετούνται από την αστική τάξη. Αυτό μπορεί να συμβεί ακόμη πιο εύκολα με τους προλεταριακούς ποιητές. Μέχρι στιγμής, η ποίηση των εργαζομένων είναι, ως επί το πλείστον, μη πραγματική ποίηση. Αυτό δεν οφείλεται στην προσωπικότητα του συγγραφέα, αλλά στην άποψη.

Ο ποιητής μπορεί και να μην ανήκει στην εργατική τάξη από την οικονομική θέση του· αλλά εάν έχει εξοικειωθεί βαθιά με την συλλογική ζωή του προλεταριάτου,  αν έχει πραγματικά και ειλικρινά διαποτιστεί με τους πόθους, τα ιδανικά του, με τον τρόπο σκέψης του, εάν αγάλλεται στις χαρές και υποφέρει στις λύπες του, εάν, με μια λέξη, έχει συγχωνεύσει την ψυχή του με εκείνη του προλεταριάτου, τότε μπορεί να είναι σε θέση να δώσει στο προλεταριάτο καλλιτεχνική έκφραση, μπορεί να γίνει ο οργανωτής των δυνάμεων και της συνείδησής του σε ποιητική μορφή. Φυσικά, αυτό μπορεί να συμβεί πολύ σπάνια, και στην ποίηση, όπως και στην πολιτική, το προλεταριάτο δεν πρέπει να βασίζεται σε συμμάχους έξω από τις τάξεις του. Μια μικρή ποιητική πρόζα από έναν ποιητή και οικονομολόγο:

                                              

                               «Ψίθυροι»

Όταν οι σειρήνες το πρωί αντηχούν πάνω από τα εργατικά προάστια, δεν είναι καθόλου κλήτευση για δουλεία. Είναι το τραγούδι του μέλλοντος.

Υπήρξε μια εποχή που εργαζόμασταν σε θλιβερά καταστήματα και άρχιζε η δουλειά μας σε διαφορετικές ώρες το πρωί.

Και τώρα, στις οκτώ το πρωί, οι σφυρίχτρες ακούγονται για ένα εκατομμύριο άνδρες.

Ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι δράττουν τα σφυριά την ίδια στιγμή.

Τα πρώτα μας χτυπήματα βροντούν σε συμφωνία.

Τι είναι αυτό που οι σειρήνες τραγουδούν;

Είναι ο πρωινός ύμνος στην ενότητα».

 

Από την συλλογή «Τα πρωινά χτυπήματα των εργατών», του Αλεξέι Γκάστιεβ.

 

Αυτή είναι λυρική ποίηση, αλλά δεν είναι η ποίηση του ατομικού «εγώ». Για τον εργαζόμενο σαν άτομο το σφύριγμα είναι, φυσικά, μια υπενθύμιση της ακούσιας εργασίας του, είναι μερικές φορές ακόμη και μια αίσθηση βασανιστική. Αλλά για την αναπτυσσόμενη κοινότητα η σημασία του είναι αρκετά διαφορετική. Ο πραγματικός δημιουργός της ποίησης, που εκφράζεται μέσα από τον ποιητή, δεν είναι ο ίδιος όπως και πριν, και τα πράγματα που βρίσκει στη ζωή είναι επίσης διαφορετικά. Είναι το πνεύμα της συντροφικότητας.

Οι ερευνητές έχουν την πλέον καλή επαφή με την πραγματικότητα. Ήμασταν σε δύσκολη θέση μια περίοδο, καθώς οι ελάχιστοι θιασώτες της προλεταριακής τέχνης, όταν έπρεπε να μιλήσουμε για πράγματα που δεν μπορούσαν να βρεθούν στην ζωή, όταν δεν μπορούσαμε να πούμε καθαρά: «Εδώ, αυτό είναι πραγματική προλεταριακή τέχνη: με αυτό το μοντέλο μπορείτε να κρίνετε, με αυτό μπορείτε να συγκρίνετε». Και οφείλω να αναφέρω εδώ το ποίημα στο οποίο βρήκα το προσωπικό έρεισμά μου.

Κατά το έτος 1913 υπήρχε τυπωμένο στην Πράβδα ένα μικρό ποίημα του Samobitnik:

 

                                   «Σε έναν νέο σύντροφο»

 

                       Δες τις ρόδες να γυρίζουν γύρω-γύρω

                       Τους λυσσασμένους ιμάντες να χορεύουν….

                       Σύντροφε, σύντροφε, μη φοβάσαι!

                       Άσε το χάος του χάλυβα να ηχεί,

                       Στην πύρινη λαίλαπά του να πνιγεί,

                       Σβήνοντας στων πικρών δακρύων την θάλασσα.

                       Μη φοβάσαι!

                       Έχεις έρθει από ήσυχα λημέρια

                       Ήσυχες πεδιάδες και καθαρά ρυάκια.

                       Σύντροφε, σύντροφε, μη φοβάσαι!

                       Εδώ το απεριόριστο είναι δέσμιο

                       Εδώ το αδύνατο κάποτε συμβαίνει

                       Νέα χρόνια ανατέλλουν–

                       Μη φοβάσαι! 

                       Των κυμάτων αντηχούν οι αφρισμένες κορφές

                       Και η καλή μας τύχει πλησιάζει.

                       Στο ζοφερό και θλιβερό βασίλειό μας

                       Νέος ήλιος ανατέλλει

                       Πιο λαμπρός από ποτέ.

                       Μη φοβάσαι! 

                       Ωσάν γίγαντας λαξευμένος σε πέτρα

                       Στους λυσσασμένους ιμάντες στάσου και κατευθύνσου.

                       Άσε τους τροχούς σταθερά να περιστρέφονται,

                       Τραβιούνται κοντύτερα οι τάξεις τώρα

                       Είσαι ένας νέος τροχός που σφυρηλατείται

                       Μη φοβάσαι!

 

Δεν είναι η καλαισθησία που κυρίως μας ενδιαφέρει σε αυτό το ποίημα. Το πιο εντυπωσιακό είναι η καθαρότητα του περιεχομένου. Αμφιβάλλω αν κανείς θα μπορούσε να είναι πιο προλεταριακός στο συναίσθημα και την σκέψη.

Το πράγμα αυτό συνέβαινε στο παλαιό καθεστώς. Ένας νέος εργαζόμενος έχει έρθει στο εργοστάσιο κατευθείαν από το χωριό. Τι είναι αυτός για τον παλαιό παραδοσιακό εργάτη; Ένας ανταγωνιστής και ενοχλητικότατος, επίσης: γιατί μειώνει τους μισθούς, οι απαιτήσεις του είναι μικρότερες και δύσκολα μπορεί να βοηθήσει στην γενική υπόθεση, αφού δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί ακόμη και τα δικά του συμφέροντα. Από την γενική υπόθεση δεν έχει καμία ιδέα απολύτως. Η σκέψη του είναι αργή, τα συναισθήματά του στενά, η θέλησή του περιορισμένη, ο ηρωισμός του μικρός… Είναι δύσκολο να βασιστεί κανείς σε αυτόν στην περίπτωση όπου υπάρχει ανάγκη για συντονισμένη δράση. Μα προσέξτε τη στάση του συναδέλφου του, του ποιητή, απέναντι στον παράξενο νεοφερμένο.

Με τι ιπποτική προσοχή, με τι ευγενική φροντίδα, ενθαρρύνει τον άτολμο αρχάριο και τον οδηγεί σε έναν κόσμο ο οποίος του μοιάζει άγνωστος, ακατανόητος, παράξενος, ακόμα και επίφοβος! Με τι απλότητα και δύναμη, με λίγα λόγια, αλλά με καθαρές εικόνες, ο ποιητής του λέει όλα όσα πρέπει να γνωρίζει και να αισθάνεται, προκειμένου να γίνει ένας σύντροφος μεταξύ των συντρόφων: σχηματίζει γι’ αυτόν την εικόνα των γιγαντιαίων δυνάμεων του «χαλύβδινου χάους» της σύγχρονης τεχνικής, του λέει την πικρή αλήθεια για τη  «θάλασσα των δακρύων», την οποία κοστίζει στη ανθρωπότητα, και τη χαρούμενη είδηση του «νέου ήλιου» του μεγάλου ιδανικού, του υπερήφανου πεπρωμένου της  κοινής πάλης. Συγκινητική είναι η ανάμνηση της υπέροχης μακρινής φύσης, των ειρηνικών λημεριών, «των ήσυχων πεδιάδων και καθάριων ρυακιών» ανάμεσα σε πέτρες και σίδερα – η καρδιά του προλετάριου είναι λαχτάρα για τη φύση, αλλά είναι σπάνιο να γευτεί τη χαρά της συνάντησης μαζί της. Αλλά όλα θα επιτευχθούν με την αυξανόμενη, σταθερή, ακαταμάχητη προσπάθεια της συλλογικής δημιουργικής θέλησης… Νικηφόρα εμπιστοσύνη ακούγεται στις καταληκτικές γραμμές:

 

                          «Τραβιούνται κοντύτερα οι τάξεις τώρα

                            Είσαι ένας νέος τροχός που σφυρηλατείται

                            Μη φοβάσαι»!

Είναι η εισαγωγή ενός αδελφού στους ιππότες του σοσιαλιστικού ιδανικού.

                      

Λοιπόν, δεν είναι ο ποιητής οργανωτής της τάξης του;

Η προλεταριακή ποίηση είναι ακόμη σε εμβρυακό στάδιο. Αλλά αναπτύσσεται.  Είναι μια αναγκαιότητα, διότι το προλεταριάτο θέλει μια πλήρη αδιαχώριστη συνείδηση του εαυτού του, και η ποίηση είναι μέρος αυτής. Είναι ακόμη στην παιδική ηλικία της.  Αλλά ακόμα και όταν μεγαλώσει το προλεταριάτο δεν ικανοποιηθεί μόνο με αυτή την ποίηση. Είναι ο νόμιμος κληρονόμος για το σύνολο του παρελθόντος πολιτισμού, και ο κληρονόμος όλων των καλύτερων πραγμάτων στην ποίηση του φεουδαρχικού και του αστικού κόσμου. 

Θα πρέπει να αποκτήσει αυτή την κληρονομιά με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υποταχτεί στο πνεύμα του παρελθόντος που βασιλεύει σε αυτά τα έργα – πολλοί προλετάριοι το έχουν κάνει αυτό παλαιότερα. Η κληρονομιά δεν πρέπει να διαφεντεύει τον κληρονόμο, αλλά να αποτελεί ένα εργαλείο στα χέρια του. Οι νεκροί πρέπει να υπηρετούν τους ζωντανούς, αλλά να μην τους περιορίζουν, να μην τους αλυσοδένουν.

Και γι’ αυτόν το λόγο το προλεταριάτο πρέπει να έχει τη δική του ποίηση. Για να μην υποταχτεί σε αυτήν την ισχυρή αλλότρια ποιητική συνείδηση των περασμένων αιώνων, το προλεταριάτο πρέπει να αποκτήσει τη δική του ποιητική συνείδηση, αμετάβλητη στην καθαρότητά της. Αυτή η νέα συνείδηση θα πρέπει να εξελιχθεί και να συμπεριλάβει το σύνολο της ζωής, το σύνολο του κόσμου, στη δημιουργική ενότητά του.           

Ας αφήσουμε την προλεταριακή ποίηση να μεγαλώσει και να ωριμάσει, ας την αφήσουμε να βοηθήσει την εργατική τάξη να γίνει αυτό για το οποίο είναι προορισμένη από την ιστορία να γίνει: ένας μαχητής και καταστροφέας από εξωτερική ανάγκη, δημιουργός εκ φύσεως.                  

 

Μετάφραση: Οδυσσέας Διαμάντης

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!