Mary Evans: Για τον έμφυλο εαυτό

o ακαδημαϊκός φεμινισμός συνέβαλε στην εδραίωση της πεποίθησης ότι ο «εαυτός», το ανθρώπινο ον που βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας, ήταν μέχρι πρόσφατα αρσενικού γένους. Είναι ίσως υπερβολή ότι η άποψη αυτή δεν αμφισβητήθηκε έως την εμφάνιση του δεύτερου κύματος φεμινισμού (η Mary Wollstonecraft και ο John Stuart είχαν παρέμβει σε αυτήν τη διαμάχη τον 18ο και τον 19ο αιώνα, αλλά μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι σε γενικές γραμμές η δημόσια συζήτηση ή κριτική της ανδροκρατικής αντίληψης περί πολίτη δεν είχε αναπτυχθεί μέχρι τη δεκαετία του 1970). Οι βασικές διακηρύξεις και μελέτες για την κοινωνική οργάνωση της Δύσης – από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας έως την έκθεση Beveridge – υπέθεταν ότι πολίτες είναι οι άντρες, και ότι οι γυναίκες υπήρχαν, αν υπήρχαν, σε ένα πεδίο εκτός πολιτικού λόγου. Όπως παρατήρησε η Carole Pateman, το κοινωνικό συμβόλαιο στη Δύση είχε βαθιά έμφυλο χαρακτήρα. Η κοινωνιολογία αναπτύχθηκε μέσα σε αυτό τον έμφυλο πολιτισμό, και η αποδόμηση του φύλου του πολίτη ήταν ένας από τους στόχους (αν όχι ο βασικός στόχος) του ακαδημαϊκού φεμινισμού. Η κοινωνιολογία, όπως και άλλα επιστημονικά αντικείμενα, επικρίθηκε για το ότι έκτισε τη θεωρητική της παράδοση πάνω σε μια φυσιοκρατική ανάλυση του κοινωνικού κόσμου, μια ανάλυση που πρέσβευε ότι άντρες και γυναίκες έχουν μια δεδομένη «φύση» και δεδομένους κοινωνικούς ρόλους.

Έτσι λοιπόν στη δεκαετία του 1970 φεμινίστριες που υπηρετούσαν τις κοινωνικές επιστήμες προέβησαν σε μια κριτική ανάλυση της υπόρρητης έμφυλης ταυτότητας του ανθρώπινου υποκειμένου. Οι Carole Pateman και Jean Elshtain στις πολιτικές επιστήμες, οι Irene Bruegel, Veronica Beechey και Susan Himmelweit στα οικονομικά, και οι Ann Oakley, Sheila Allen και Margaret Stacey στην κοινωνιολογία είναι μερικές μόνο από μια ολόκληρη γενιά φεμινιστριών που ερεύνησαν τους διάφορους επιστημονικούς κλάδους και διαπίστωσαν ότι όχι μόνο δεν υπήρχαν μελέτες που να εξετάζουν ρητά το ρόλο των γυναικών, αλλά και ότι δεν είχαν αναγνωριστεί και αναλυθεί οι σημαντικές προεκτάσεις των διάφορων θεωρήσεων που προϋπέθεταν ότι ο πολίτης (ή ο μισθωτός εργάτης) είναι γένους αρσενικού. Η Pateman και άλλες υποστήριξαν ότι η «παραδοσιακή» (δηλαδή η πριν από το δεύτερο κύμα) θεωρία οδηγήθηκε σε εσφαλμένα συμπεράσματα επειδή δεν αναγνώρισε τη διαφορά των φύλων. Σύμφωνα με την τολμηρή αυτή υπόθεση, μια «έμφυλη οπτική» στη θεωρία θα συνέβαλλε όχι μόνο στη διεύρυνση του πεδίου της κοινωνικής εμπειρίας που αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης, αλλά και στην αλλαγή των θεωρητικών πλαισίων μέσα από τα οποία βλέπουμε τον κόσμο.

Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό ανέπτυσσε περαιτέρω την ιδέα της Simone de Beauvoir στο Δεύτερο Φύλο  ότι η γυναίκα είναι ο ‘άλλος’ – υποστηρίζοντας ότι η γυναίκα δεν είναι απλώς ο «άλλος» – είναι ένας άλλος ο αποκλεισμός του οποίου οδήγησε σε εσφαλμένες θεωρητικές θέσεις. Ενώ η De Beauvoir θεωρούσε ότι το προβληματικό στοιχείο των κοινωνικών θεωριών όσον αφορά τις γυναίκες είναι ότι αποκλείουν τις γυναίκες από το πεδίο έρευνάς τους, ο φεμινισμός του δεύτερου κύματος προχώρησε ένα βήμα πέρα από την De Beauvoir αμφισβητώντας την ίδια την εγκυρότητα της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας μετά το Διαφωτισμό.

Η βιβλιογραφία γύρω από την De Beauvoir έχει πλέον πάρει μεγάλη έκταση, και έχει γενικά αναγνωριστεί πώς η φιλοσοφία της είναι πολύ πιο πρωτότυπη απ’ ό,τι θεωρούσαν παλιότερα και πως η ανάλυσή της για τη θέση των γυναικών στον 20ο αιώνα αμφισβητεί βαθύτερα τις ανδροκρατικές αντιλήψεις απ’ ό,τι πίστευαν παλιότερα. Οι Toril Moi, Sonia Kruks, Judith Butler και Vikki Bell, δίνοντας η καθεμία έμφαση σε διαφορετικά στοιχεία, υποστήριξαν ότι είναι λάθος να θεωρούμε ότι η De Beauvoir διεκδικούσε την ένταξη της γυναίκας στον ορθολογιστικό κόσμο των αντρών, και ότι το έργο της αποτελεί μείζονα συμβολή στη διαμάχη για τις γυναίκες και την κοινωνική δράση. Η σημαντικότερη θέση που διατυπώθηκε στην αρχή της σχετικής διαμάχης είναι μια κρίση της ίδιας της De Beauvoir στο Δεύτερο Φύλο σύμφωνα με την οποία «δεν γεννιέται κανείς γυναίκα, αλλά γίνεται». Η θέση αυτή μπορεί να ερμηνευτεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες – από την οπτική γωνία εκείνων που υποστηρίζουν ότι ο έμφυλος εαυτός μας διαμορφώνεται μέσω της κοινωνικοποίησης  (που επεξεργάζεται έναν βιολογικά δεδομένο εαυτό), και από την οπτική γωνία εκείνων οι οποίοι θεωρούν ότι η σεξουαλική διαφορά αποτελεί εξολοκλήρου προϊόν κοινωνικής κατασκευής και ότι κατασκευάζουμε τους έμφυλους εαυτούς μας μέσω της «επιτελεστικότητας» – της «επιτέλεσης» των κοινωνικά καθιερωμένων συμβάσεων γύρω από το αντρικό και το γυναικείο [..] [..]

Πηγή: Mary Evans, Φύλο και Κοινωνική Θεωρία, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2003, σελ. 101-102, Μετάφραση Αλέξανδρος Κιουπκιολής.

Διαβάστε Επίσης  Eva Illouz "Ψυχρή Τρυφερότητα - Η άνοδος του συναισθηματικού καπιταλισμού"

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!