Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» / Κριτικές και Αντιστάσεις

του Σίμου Ανδρονίδη

Το δοκίμιο της Αθηνάς Αθανασίου, με τίτλο ‘Η κρίση ως »κατάσταση έκτακτης ανάγκης»/Κριτικές και αντιστάσεις’, ενέχει τα επίδικα, τα προσίδια διακυβεύματα της ίδιας της οικονομικής κρίσης και της εκδήλωσης της,  εστιάζοντας & προσδιορίζοντας παράλληλα τον λογοθετικό, πολιτικό-ιδεολογικό ‘ορθολογισμό’ που, αφενός μεν την αναπαριστά ως ‘ένοχη’ εικόνα, αφετέρου δε σπεύδει να την διαχειριστεί ως αφαίρεση συσσωρευμένου ‘λίπους’..

Η συγγραφέας, με επιστημολογικές αναφορές στη Φουκωϊκή αναλυτική, εστιάζει στο ‘φορτισμένο’ της περιεχόμενο, στους λόγους περί κρίσης την πρώτη περίοδο εκδήλωσης της (2009-2011), αναδεικνύει τους όρους συγκρότησης της κρισιακής ‘κοινότητας’-υποκειμενικότητας, αναφέρει τα προθήματα ‘ενσάρκωσης’ της στο ένα και στα πολλά σώματα, δύναται να ‘διεισδύσει’ στις πλαισιώσεις του στερεοτυπικού & κανονικοποιημένου κρισιακού προτύπου-αναφορικού υποδείγματος: στην διδακτική και χρεωστική ηθικολογία, στις προσλήψεις-αναπαραστάσεις της διαδικασίας συλλογικοποίησης της, διαδικασία που σημαίνει την ίδια ‘ενσάρκωση’ του διαρκούς ‘εμείς’..

Εκεί όπου οφείλουμε, όπως επισημαίνει η Αθηνά Αθανασίου, «να δεσμευτούμε ψυχή τε και σώματι στην ηθική υποχρέωση της ντροπής και του χρέους, να ενσαρκώσουμε ομόθυμα την πειθαρχία, να αναλάβουμε με το ίδιο μας το σώμα την ευθύνη της σωτηρίας της πατρίδας. Να περάσουμε από τη συλλογική ενοχή του »μαζί τα φάγαμε» στην εθνική υπερηφάνεια της απαντοχής και της λυτρωτικής συναίνεσης, σύμφωνα με το μελοδραματικό πατερναλισμό του »να βάλουμε όλοι πλάτη».[1]

Η κρίση και οι λόγοι περί κρίσης καθίστανται το μέσον, προσιδιάζουν προς την συγκρότηση όχι μόνο της πρωτεϊκής ‘ενοχής’ & προσήλωσης στην ‘ενοχή’, αλλά διαμορφώνουν τους όρους & τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την μείζονα αποκρυστάλλωση ενός ευρύτερου ιστορικού & Μεταπολιτευτικού κύκλου εντός του οποίου τα υποκείμενα κινούνται, εγκολπώνονται τις ανορθολογικές και ανατολίτικες πρακτικές, συν-διαλέγονται με τον ‘επάρατο’ πολιτικό-κομματικό ‘λαϊκισμό’, φέροντας τις εκφάνσεις των μικρό και μη διευκολύνσεων, οι οποίες διευκολύνσεις φανερώνουν τον υποκειμενισμό και την γλώσσα που, εκτός από εντροπία συνιστά και ‘επίθεση‘: ‘όλοι ευθυνόμαστε’, σε μία διαμεσολάβηση αντιθετικών ‘ροών’ που στερούνται τους αρμούς τους.

Η κοινωνική ανθρωπολόγος του Παντείου Πανεπιστημίου, σημασιοδοτεί με ενάργεια τους συμβολισμούς της γλώσσας, της γλώσσας της ‘ενοχής’ και της εγκράτειας, αρετής, τις ‘εξειδικεύσεις’ της κρίσης στα σώματα, την δόμηση των επάλληλων ‘καθεστώτων’ του συμβολικά-κοινωνικά διανοητού, κομίζοντας στη δημόσια σφαίρα την θεωρητική εννοιολόγηση της «ιατρικοποίησης της κρίσης»[2]: το ‘πάσχων’ κοινωνικό ‘σώμα’, έκθετο στις διάφορες ‘μολύνσεις’, χρήζει μίας πολιτικά ‘ιατρικοποιημένης’ & ορθολογικοποιημένης ‘θεραπείας, με άξονα την κεντρικοποιημένη ‘ανοσοκαταστολή’ του Μνημονίου..

Στην ευρύτητα του πεδίου, στις πλαισιώσεις των κανονικοποιημένων αναπαραστάσεων, η Μνημονιακή διαχείριση, η στρατηγική πολιτική λιτότητας επιφέρει εγκάρσιες τομές, δύναται να ‘θεραπεύσει’ από την ‘επάρατη’ μίκρο & μάκρο-ανομία, από την έλλειψη παραγωγικού ‘σφρίγους’ (την μη-παραγωγικότητα), υπό τους όρους μίας αλληλεπικαλυπτόμενης διττότητας: κοινωνική-πολιτική ‘θεραπεία’-‘αφαίρεση’ και παράλληλα δυνατότητα αποκάλυψης του ‘υγιούς’ ιστού..

Η ορθολογική κρίση επί του ‘ανορθολογικού’ εαυτού έχει επέλθει.. Αναφέρει σχετικά η Αθηνά Αθανασίου: «Στον θεραπευτικό πραγματισμό της κρίσης, το πολιτικό σώμα αναπαρίσταται ως αδύναμο, ασθενές: ένα σώμα που χρειάζεται επειγόντων ορθοπαιδικά μέτρα, ενίοτε και γύψο, προκειμένου να ορθοποδήσει και να μην κινδυνεύει πια από τα πάθη του, ή από το πολιτικό πάθος των «επικίνδυνων τάξεων» (σύμφωνα με τη ρητορική των συντηρητικών του 19ου αιώνα)»[3], τονίζοντας επίσης πως «ο ιατρικός και υγειονομικός λόγος κάνει την «αλήθεια» του νεοφιλελευθερισμού «ζήτημα ζωής ή θανάτου».[4]

Με μία εμπεριστατωμένη επιστημολογική ανάλυση-κριτική, η Αθηνά Αθανασίου αναδεικνύει την οριακότητα της κρισιακής διαχείρισης, τις πολλαπλές όψεις της σε ένα παρόν εν εξελίξει, ανα-καλώντας ένα συμβάν το οποίο κατέδειξε την ευρύτερη κρισιακή εμμένεια: την υπόθεση των οροθετικών γυναικών, υπόθεση που έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2012, και προβλήθηκε και από το υπουργείο Υγείας ως χαρακτηριστική ‘απειλή’..

Σε μια οιονεί κατάσταση ‘εξαίρεσης’ που επικαλείται, ‘εξαιρεί’ και επαναφέρει τον νόμο, οι οροθετικές γυναίκες κατέστησαν η ‘απόλυτη απειλή΄, το έμφυλο σώμα και η έμφυλη παράσταση-αναπαράσταση του ορατού ‘τρόμου’ που δύναται να διασαλεύσει τις κανονικοποιημένες-κυριαρχικές νόρμες, την τάξη & τα επάλληλα & αναπαραγόμενα ‘καθεστώτα’ της ελληνικής, καθεαυτό ετεροφυλοφιλικής, πυρηνικής οικογένειας, καθώς και το πρότυπο-πρόσωπο του άνδρα-κεφαλή, που δεικνύει την μείζονα εθνική ‘οικογένεια’..  

Η ανάλυση της Αθηνάς Αθανασίου επαναπροσδιορίζει τα όρια της κρισιακής βιο-εξουσίας, αναδεικνύει τις εκφάνσεις των αλληλοεπικαλυπτόμενων δικτύων, εμβαθύνει στη μορφή μίας ‘βίας’ ορατής και αόρατης,  στη ‘δικαιική’ βία που νοηματοδοτεί τις όψεις της κυβερνολογικής πειθαρχίας, που συνιστά το αντεστραμμένο ‘είδωλο’ της μορφής και του τρόπου ειδικής διαχείρισης του ‘ειδικού’ πληθυσμού, έτσι όπως εκφράστηκε στην περίπτωση των οροθετικών γυναικών, τον Απρίλιο του 2012..

Επρόκειτο για την κατά Ζίζεκ  «συμβολική βία», στην οποία και παραπέμπουμε διαμέσου του Στάθη Κουβελάκη: «Ο Ζίζεκ αναπτύσσει εκτενώς τη θεματική της «συμβολικής βίας», την οποία κατανοεί όχι ως μετάθεση, παράκαμψη ή μορφή άμβλυνσης της βίας αλλά ως βία με όλη τη σημασία του όρου. Η συμβολική βία είναι λοιπόν όντως βία και τούτο με διπλή έννοια: καταρχήν διότι η ειδική βία της γλώσσας αποτελεί συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων αλλά και γιατί η ίδια η γλώσσα θεμελιώνεται πάνω στη βίαιη επιβολή ενός στοιχείου- του κατά Λακάν ηγεμονικού σημαίνοντος (significant-maître)- στην αλυσίδα των σημασιών, μια επιβολή που συγκροτεί την ίδια τη δομή. Η γλώσσα αποτελεί για τον Ζίζεκ τον «πρώτο και σημαντικότερο διαιρέτη».[5]

Η «συμβολική βία» επαφίεται σε μία γλώσσα αναγνωριστική, στον λόγο των παρόντων συμβολισμών, στην αναπλαισίωση ενός σώματος που ‘πάσχοντας’ ζητά, που φέρει, που επιφέρει την ‘αδόκιμη γραφή’ και ‘σιωπηλή κραυγή’ της πανταχού παρούσας ‘απειλής’.

Σε αυτό το πλαίσιο δύναται να εννοήσουμε την αναλυτική του Ζίζεκ για την γλώσσα ως «τον πρώτο και σημαντικότερο διαιρέτη», την γλώσσα που ως καταγραφή, εκφορά της εννοιολογικής ‘σύλληψης’, σκιαγραφεί τους όρους του βιωμένου, καθίσταται το Λακανικό «ηγεμονικό σημαίνον» το οποίο δεικνύει την οροθετική πόρνη η οποία ως ιδιαίτερη «αμαρτία» «τιμωρείται» διαμέσου και της γλωσσικής αναπαράστασης: πλέον, το έμφυλο-θηλυκό σώμα, το ‘ανίερο’ πρόσωπο θα δειχθεί ενώπιον όλων, ενώπιον του ‘συγγνωστού’ έθνους, της πρωταρχικής κοινωνικής κοινότητας, ΄παίζοντας’ με την μικροαστική φενάκη: με την ‘αποκάλυψη’.. 

Ο πολιτικός λόγος με επίδικο-πρόταγμα την πρόσληψη του ‘ανίερου’  θηλυκού σώματος, ‘ασφαλειοποιείται’.  Το θηλυκό σώμα υποκρύπτει και ‘προσφέρει’ την δική του ‘ασθένεια’ όχι μόνο στο ατομικό-αρσενικό υποκείμενο, αλλά και στην εθνική κοινότητα η οποία ‘μυείται’ στην αξία του ομογενοποιητικού.

Επρόκειτο για την αναπαράσταση της θηλυκής «τερατότητας», (ή «τερατότητας» και ‘ερωτογενούς’ θηλυκής ‘ζώνης’) που δια-κρατεί τον ιό, τον ιό του AIDS, ως υπενθύμιση και ως ‘απειλή’ για την τάξη, την δημόσια αιδώ και ασφάλεια..

Από το σκοτάδι στο φως και από το φως στο σκοτάδι, η γυμνή γυναίκα επιφέρει τον συμβολισμό του ‘διαμελισμού’ και του θανάτου, της σύγκρουσης, του ιδιαίτερου υγειονομικού ‘πολέμου’ μέσα στην πόλη, την στιγμή όπου παράγεται η λεπτά ειρωνική και ‘απειλητική’ διερώτηση: ποια είναι η γυμνή γυναίκα που ‘απειλεί; που φέρει τον ιό;  Το «εκτός ορίων» θηλυκό υποκείμενο που «εσκεμμένα»[6] δρα, «εκτός» συμβατών ορίων αντιμετωπίζεται.

 Όπως αναφέρει η ίδια η συγγραφέας του ‘H Kρίση ως «κατάσταση έκτακτης «ανάγκης»,  αυτήν την φορά σε μία ενδιαφέρουσα θεωρητική-πολιτική συζήτηση με την Judith Butler: «Εμπνεόμενες από την έννοια της «οντοπολογίας» του Derrida, η οποία συνδέει την οντολογική αξία του είναι με έναν ορισμένο τόπο, έναν χώρο ή μια επικράτεια, θα μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε το πως η απ-αλλοτρίωση εμπεριέχει ρυθμιστικές πρακτικές που συνδέονται με τις συνθήκες της εγκατάστασης, του εκτοπισμού και του εντοπισμού, πρακτικές που παράγουν και περιορίζουν την τάξη του διανοητού».[7] Η κρισιακή «οντοπολογία» του σώματος, προσδιορίζει εκ νέου το σώμα και δη το «άρρωστο» θηλυκό σώμα.

Στις έμφυλες αντανακλάσεις του τώρα, στην ‘οικονομία’ του σώματος, η γυναίκα-πόρνη, η ‘ανίερα’ δοσμένη στην υποκειμενικότητα της, στην αμφισημία της ημι και της παράνομης ζωής, η γυναίκα-πόρνη και για αυτόν τον λόγο μετανάστρια, διαπομπεύεται από τα πολιτικά ‘καθεστώτα’ αναγνώρισης, ‘εκτοπίζεται’ στη ζώνη της εντροπίας και της ασυμβατότητας της, αφήνεται να ‘φονευθεί’ από τους ψιθύρους της κοινωνικής-οικογενειακής οργής, από τον συναισθηματισμό, που όταν δεν ‘εμβαπτίζει’ και ‘εμβαπτίζεται’ στα νάματα της πρώτης φοράς, της ‘γέννησης’ και της ‘αναγέννησης’ ανδρών και των αναγκαίων εκτονώσεων, ανα-καλείται σε ένα ‘Καθαρτήριο’ δίχως απο-λύτρωση.

Σε μία μείζονα κρισιακή στιγμή, σε ένα συμβάν-τομή, αρκετές γυναίκες, Ελληνίδες στην πλειοψηφία τους, εντός των παράγωγων της ‘εξορίας’ τους, βίωσαν την εθνική-κρατική ‘οικειότητα’ ενώπιον και απέναντι στη δική τους ‘ανοικειότητα’, το πρόσωπο του ‘αρσενικοποιημένου’ νόμου που επιστρέφει τον φαλλό και την οργή.. ‘Εξορία’ που οδήγησε και σε αυτοκτονίες.. Η εξουσία, οι εξουσιαστικές δικτυώσεις εγγράφονται εκ νέου, έκκεντρα και δυναμικά.. Οι οροθετικές γυναίκες εγγράφουν τις πλαισιώσεις μίας άλλης μορφής κρατικής ‘βίας’ η οποία ενσκήπτει ως δημόσια ‘αποκάλυψη’, ως ‘επωνυμία’ της εκτατικής βιο-εξουσίας.

Δύναται να αναφέρουμε πως, η κρατική κυβερνολογική, καταστέλλει διαπομπεύοντας, εκεί όπου λαμβάνει χώρα μία ιδιαίτερη Πουλαντζική ‘σχετική αυτονομία’: η ‘σχετική αυτονομία’ του κράτους, η διαμεσολάβηση του και η αναπλαισίωση του πάνω στο έμφυλο σώμα..

Η ‘αυτονομία’ της εικόνας του ως ‘συσσωρευτή’ φωνών και συνοχής, η προβολή του ως ευρύτερης ‘θαλπωρής’, ‘οικογένειας & ‘ενσαρκωτή’ και ‘προστάτη’ της εθνικής συνοχής αλλά και του ‘έντιμου’ λαού-έθνους..

Η κρισιακή κατάσταση ‘έκτακτης ανάγκης’ παράγει και αναπαράγει τους όρους της αντιμετώπισης, τους όρους αναπλαισίωσης του νόμου: ο νόμος και η νομιμότητα δύνανται να διασταλλούν ως ακεραιότητα και να συρρικνωθούν ως ανάγκη, νοηματοδοτώντας την εφαρμοσμένη κυβερνολογική της ανταπόκρισης: της ανταπόκρισης σε έκτακτες συνθήκες με ‘ασύγγνωστα’ πολιτικούς-ιδεολογικούς συμβολισμούς..

Η κρίση και η μνημονιακή τη διαχείριση, καθίστανται οι άνισες κοινωνικές-ταξικές τους επιπτώσεις, οι διάστικτοι κοινωνικοπολιτικοί μετασχηματισμοί, η διαδικασία της επισφαλειοποίησης σημαντικών τμημάτων του μπλοκ των λαϊκών-υποτελών τάξεων, τάξεις που δύνανται να αναφερθούν με όρους Μαρξικού ‘σπαράγματος’..

H πολιτική στρατηγική διαχείρισης της που εκτείνεται έως το κέντρο της Ευρώπης, αναπαράγει την ‘αντικειμενικότητα’ του πάντα εφικτού, την ή τις κυβερνολογικές ‘τεχνικές’ του ‘ατελούς’ σώματος, ατομικού και συλλογικού, σώματος το οποίο, επινοώντας την ηθική του ‘πλαδαρού’, »παράγει περισσότερα από όσο δύναται να καταναλώσει»..

Η κυβερνολογική, με Φουκωϊκούς όρους, βιο-πολιτική προτού προσφέρει την ‘επωνυμία, αξιώνει: την προσαρμογή πριν την προσαρμογή..

Το δοκίμιο της Αθηνάς Αθανασίου (που αναφέρεται και στον πολιτικό λόγο που εκφέρει η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, στο φαντασιακό της ‘απέριττης καθαρότητας’), αναλυτικά επαρκές, με πολλαπλές θεωρητικές αναφορές, με τον ελληνικό κρισιο-κεντρισμό ως συνθετότητα-πολυπλοκότητα, καταδεικνύει τις συνδηλώσεις της διαθετικότητας της οικονομικής κρίσης (η κρίση ως ιδιαίτερος ‘λαβύρινθος’), των λόγων που αναφέρονται σε αυτήν, λόγων που την ιδεολογικοποιούν στο έπακρο: πλέον, ιστορία επί της ιστορίας, ή αλλιώς μείζονα αξιωματική ευκαιρία επί της καταγεγραμμένης ιστορίας, επιστρέφοντας στο ίδιο πλήθος και την δυναμική των διαμφισβητήσεων & των δια-ρρήξεων και των αντιστάσεων.. Αυτή «η εκκρεμότητα κοινωνικής αλληλεγγύης, αντίστασης και ανατροπής».[8]

Στο ίδιο δοκίμιο, η παραπομπή της συγγραφέως στην ανάλυση που επιχειρεί η Aihwa Ong είναι ιδιαίτερα επεξηγηματική: «Η Aihwa Ong έχει δίκιο να βλέπει τη νεοφιλελεύθερη εξαίρεση ως κρίσιμη περίσταση για να ξανασκεφτούμε την κυρίαρχη εξουσία ως ούτε απομονωμένη και αρραγή μοναδικότητα ούτε απλή αντίθεση μεταξύ κανονικότητας και εξαίρεσης, αλλά ως ένα μετατοπιζόμενο και ευέλικτο σύνολο ετερογενών υπολογισμών, αποφάσεων και έκτακτων γεγονότων που εμπεδώνουν καθεστώτα ασφάλειας, ζωής και ηθικής».[9]

Στο σύντομο δοκίμιο της, η Αθηνά Αθανασίου, αναφέρεται στις ‘επιστημολογίες’ της αποικιοκρατίας, θεωρητικοποιεί το υπόδειγμα, το πεδίο μελέτης δια-κρατώντας ως στόχευση και ως πρόταγμα την ανάδειξη των δυναμικών του, των δυναμικών μίας κρίσης, που, διαμέσου αντίρροπων-αντινομικών τάσεων επανεπινοεί τους όρους της καθημερινότητας..

Η κρίση του ελληνικού κεφαλαιοκρατικού σχηματισμού, του ελληνικού κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, παράγει & αναπαράγει τις πλαισιώσεις της, κατά Thomas Blanke, «παζαρεμένης απορρύθμισης».[10]

Η μελέτη της πραγμολογικά ενσκήπτει στο πεδίο της κριτικής ανάλυσης, προσδιορίζει τις ετεροτοπίες της κρίσης, απορρίπτει τις τυπολογικές αναγωγές και τις μανιχαϊστικές απλουστεύσεις, λειτουργεί ως ενεργητικό πρόθημα-γλώσσα, διαμφισβητώντας, αναφέροντας το, το κρισιακό υπόδειγμα & αναπλαισιώνοντας διαρκώς τις προκείμενες της της αλληλεγγύης..

Με άλλους όρους ειπωμένο, η συγγραφέας, ανοίγεται, ξεφεύγοντας από την πεπατημένη, στις ‘υπόγειες’ και τις ‘υπέργειες’ δυνατότητες αυτού που η ίδια ορίζει ως «ετερογνωμία».[11]

Εξόν του απλού σχήματος ‘δράση-αντίδραση’, το επίδικο καθίσταται η μαρτυρία, η επαναοικειοποίηση του ίδιου του διανοητού.. Επρόκειτο για μία ανάλυση της κρισιακής βιο-εξουσίας, για μία ‘εισχώρηση’ στο πεδίο των επάλληλων αναγνωρίσεων, για την ανάδυση του ‘φορτίου’ της διεκδικητικής κινητοποίησης.

————————-

[1] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά, ‘Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Κριτικές και Αντιστάσεις’, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2012, σελ. 40.

[2] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά, ‘Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης»…ό.π., σελ. 40.

[3] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά, ‘Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης»…ό.π., σελ. 42.

[4] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά, ‘Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης»…ό.π., σελ. 48.

[5] Βλέπε σχετικά, Labica Georges, ‘Η βία; Ποια βία;’, Μετάφραση: Βαλλιάνος Χρήστος -Μπέτζελος Τάσος, Πρόλογος-Επίμετρο: Κουβελάκης Στάθης, Εκδόσεις Εκτός Γραμμής, Αθήνα, 2014, σελ. 186.

[6] Επρόκειτο για μία επανάκληση ενός φορτισμένου συνωμοσιολογικού λόγου: οι οροθετικές γυναίκες στοχεύουν, στην ‘επιμόλυνση’ πολλών ανδρών με τον ιό του AIDS.. H οντο-τοπολογία που συγκροτείται ή αναπαρίσταται διαρκώς προσδοκά την ηθική διαπόμπευση, την δημοσίευση της εικόνας, της ‘φαντασμαγορίας’ του προσώπου-‘πάσχοντος’ σώματος σε μία άλλη αντιστοιχία με το λεπρό σώμα (οι οροθετικές γυναίκες/οι σύγχρονες ‘λεπρές’), προσιδιάζοντας προς το ‘καθεστώς’ της απόφανσης για αυτό που επιτελείται: εκεί στον τόπο της ‘απο-κάλυψης’, θα παραμείνουν ‘οροθετικές γυναίκες’ με δίχως όνομα αλλά και με την ‘επωνυμία’ που περιστρέφεται για να δεικνύει το πρόσωπο και το πεδίο του κοινωνικού, την εθνική ‘σαφήνεια’: ‘οροθετικές γυναίκες’.

[7] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά & Μπάτλερ Τζούντιθ, ‘Απ-αλλοτρίωση. Η επιτελεστικότητα στο πολιτικό’, Μετάφραση: Κιουπκιολής Αλέξανδρος, Αθήνα, 2016, σελ. 37.

[8] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά, ‘Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης»…ό.π., σελ. 98.

[9] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά, ‘Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης»…ό.π., σελ. 66.

[10] Βλέπε σχετικά, Vogel Berthold, ‘Το τέλος μιας αναρρίχησης: Η νέα επισφάλεια στη μισθωτή εργασία’, στο: Schultheis Franz & Schulz Kristina, ‘Η αθλιότητα της οικονομίας. Η αθέατη όψη του γερμανικού «θαύματος»’, Μετάφραση: Καράμπελας Γιώργος & Γεμελιάρης Χρήστος, Αθήνα,  Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 40.

[11] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά, ‘Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης»…ό.π., σελ. 93.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!