Καλά Πρότυπα Flexicurity σε Δανία και Ολλανδία: Η Εξέλιξή τους και Κριτικές

του Γιάννη Βλασσόπουλου

Φοιτητής ΠΜΣ «Κοινωνική Πολιτική: Μέθοδοι και Εφαρμογές»

 Πάντειο Πανεπιστήμιο

Λέξεις κλειδιά : flexicurity, καλά πρότυπα, Δανία, Ολλανδία.

 

Στη βιβλιογραφία συναντώνται δύο μερικώς επικαλυπτόμενοι ορισμοί της flexicurity. Ο πρώτος (Wilthagen and Rogowski, 2002), ο οποίος ανταποκρίνεται πλήρως στην οργάνωση της Ολλανδικής αγοράς εργασίας, ορίζει την έννοια της ευελιξίας με ασφάλεια (flexicurity) ως μιας πολιτικής που επιδιώκει ταυτόχρονα την αύξηση της ευελιξίας της αγοράς εργασίας (εργασιακή κινητικότητα, συμβάσεις ορισμένου χρόνου κ.α.) και τη διασφάλιση της απασχόλησης και του εισοδήματος. Ο δεύτερος πιο περιεκτικός ορισμός (Wilthagen et al., 2003) αντικατοπτρίζει το μοντέλο της flexicurity στην αγορά εργασίας της Δανίας. «Ορίζει την έννοια της ευελιξίας με ασφάλεια ως συνδυασμό βαθμού ασφάλειας της θέσης εργασίας, της απασχόλησης και του εισοδήματος, ο οποίος θα διασφαλίζει τις ευαίσθητες ομάδες του εργατικού δυναμικού (νέοι, μητέρες, εργαζόμενοι προχωρημένης ηλικίας, μετανάστες, ελλιπών προσόντων κ.α.), ενώ παράλληλα θα προωθεί την υψηλή συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, την αύξηση του ποσοστού απασχόλησης και την κοινωνική ενσωμάτωση, επιτρέποντας εντούτοις, την αριθμητική, τη λειτουργική ευελιξία και την ευελιξία των μισθών, επιδιώκοντας την άμεση προσαρμογή της αγοράς εργασίας στις ευμετάβλητες συνθήκες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης που διανύουμε. Συμβάλλει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στη διατήρηση της δυναμικής και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας» (Μιχαλάκη Σ., Φιλίνης Κ.,2008).

* * *

Τα χαρακτηριστικά της flexicurity στη Δανία

Η flexicurity προσπαθεί να συνδέσει δυο έννοιες αντιτιθέμενες, την ευελιξία με την ασφάλεια. Τα τελευταία χρόνια η προσπάθεια αυτή φαίνεται να αποδίδει καρπούς στη Δανία. Θεωρητική βάση αυτής της εφαρμογής είναι πως ο εργαζόμενος δε γνωρίζει πια ότι «έχει δουλειά», με την έννοια της άτυπης μονιμότητας, αλλά ότι μπορεί να «βρει δουλειά» σχεδόν όποτε θέλει. Με το συνδυασμό δηλαδή της ασφάλειας με την ευελιξία οδηγούμαστε από την ασφάλεια της «θέσης εργασίας» στην προστασία «μιας θέσης εργασίας».

Το «χρυσό τρίγωνο» της επιτυχίας στη Δανία, όπως το αποκαλούν, στηρίζεται: 

  • Πρώτον, στην ευρεία επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα των εργαζομένων.
  • Δεύτερον, στο διευρυμένο σύστημα κοινωνικής προστασίας, με υψηλά επίπεδα ασφάλισης και επιδόματα ανεργίας.
  • Τρίτον, στην ενεργή πολιτική για την αγορά εργασίας που καθιστά πιο εύκολη τη μετακίνηση ανάμεσα στην εργασία και στην ανεργία χάρη στη δια βίου εκπαίδευση.

 

Πίνακας 1: Η ευελιξία με ασφάλεια στις Κάτω Χώρες και στη Δανία

(ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΣΕΕ – AΔΕΔΥ, Ετήσια Έκθεση 2008)

 

Συγκεκριμένα, η αγορά εργασίας στη Δανία είναι μάλλον η ελαστικότερη στον κόσμο. Υπάρχει πλήρης ελευθερία στις προσλήψεις και στις απολύσεις, ενώ ο εργαζόμενος δεν παίρνει αποζημίωση όταν απολυθεί. Πράγμα το οποίο ισχύει και στο δημόσιο τομέα, έκτος από μερικές θέσεις που καλύπτονται με σύμβαση. Παράλληλα με αυτή την ακραία ελαστικότητα, υπάρχει και η κάλυψη του εργαζομένου από το κράτος σε περίπτωση που χάσει τη θέση του. «Μετά την απόλυση του, ο εργαζόμενος παίρνει για τέσσερα χρόνια επίδομα ανεργίας, το ύψος του οποίου εξαρτάται από το μισθό του εργαζομένου. Παράλληλα, φυσικά, ο άνεργος εξακολουθεί να απολαμβάνει όλες τις κοινωνικές παροχές (παιδεία, ιατρική περίθαλψη). Στην περίπτωση δε που ένας άνεργος δε βρει θέση εργασίας μέσα σε ένα χρόνο αναλαμβάνει ο αντίστοιχος ΟΑΕΔ να τον επανεκπαιδεύσει σε τομείς οπού υπάρχει ζήτηση. Γι’ αυτό και διεξάγει διαρκώς έρευνες για τις κενές θέσεις εργασίας και τις απαιτήσεις τους στα διάφορα σημεία της χωράς» (Andersen et al., 2011). Το υψηλό επίδομα ανεργίας μειώνει τα κίνητρα αναζήτησης. Επομένως, ένα υψηλό επίπεδο ενεργοποίησης είναι απαραίτητο για την καταπολέμηση του ηθικού κινδύνου και τη διατήρηση κινήτρων αναζήτησης. Ειδικά νέοι άνεργοι λαμβάνουν γρήγορα μια προσφορά ενεργοποίησης. Εντός τριών μηνών από τη στιγμή της ανεργίας. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της δανικής πολιτικής ενεργοποίησης είναι ότι η ενεργοποίηση αυξάνεται με τη διάρκεια της ανεργίας. Υπάρχει επίσης αλληλεξάρτηση με το δίχτυ κοινωνικής ασφάλισης. Πριν από τη λήξη του επιδόματος ανεργίας, η ενεργοποίηση εντείνεται όσον αφορά την ενεργοποίηση πλήρους απασχόλησης (Andersen et al., 2011). Η ίδια η ενεργοποίηση μπορεί να προσφερθεί με πολλές μορφές – από σύντομα προγράμματα συμβουλευτικής και αξιολόγησης έως επαγγελματική κατάρτιση και μισθωτές θέσεις εργασίας.

Το δίχτυ ασφαλείας αποτελείται από ασφάλιση ανεργίας και κοινωνική αρωγή. Η ασφάλιση ανεργίας είναι εθελοντική και οι μισοί Δανοί εργαζόμενοι συμμετέχουν σε ένα από αυτά τα ασφαλιστικά ταμεία. Τα ταμεία ασφάλισης επιδομάτων επιδοτούνται και στο περιθώριο πλήρως όταν αυξάνεται η ανεργία (εκτός αν βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα). Εκ πρώτης όψεως, το επίδομα ανεργίας φαίνεται να είναι αρκετά γενναιόδωρο, δηλαδή το 90% του προηγούμενου μισθού. Ωστόσο, το μέγιστο ποσό των € 2.000 ανά μήνα. Κανονικά, η δανική ασφάλιση ανεργίας χαρακτηρίζεται ως γενναιόδωρη, αλλά αυτό ισχύει μόνο για τις ομάδες χαμηλού εισοδήματος. Η μέγιστη διάρκεια κατά τη διάρκεια της ύφεσης είναι 4 έτη (από το 2011 και μετά 2 έτη) και τα άτομα είναι επιλέξιμα μόνο για τουλάχιστον 6 μήνες εντός των τελευταίων 36 μηνών. Μετά την περίοδο ασφάλισης ανεργίας, οι εργαζόμενοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση για κοινωνική βοήθεια. Η επιλεξιμότητα εξαρτάται από την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση και επίσης ελέγχεται από τα μέσα (Andersen et al., 2011).

Οι επιχειρήσεις πέτυχαν την αύξηση της ευελιξίας της αγοράς εργασίας, δίνοντας ως αντάλλαγμα ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αύξηση του ποσοστού των δημοσίων δαπανών ως προς το ΑΕΠ, μια αύξηση που, ενδεχομένως, θα επωμίζονταν. «Οι εργαζόμενοι κατόρθωσαν να διασφαλίσουν υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης, μείωση της ανεργίας και κοινωνική συνοχή (μείωση του ποσοστού του πληθυσμού που ζει στο όριο της φτώχιας), παραχωρώντας την απελευθέρωση της νομοθεσίας προστασίας της απασχόλησης που συνειδητοποίησαν ότι, ίσως, να ήταν περιττή σε συνθήκες έντονου ανταγωνισμού» (Μιχαλάκη Σ. και Φιλίνης Κ., 2008).

Επιπροσθέτως, το δανέζικο παράδειγμα της flexicurity παρουσιάζει χαρακτηριστικά όπως το υψηλό όριο ομαδικών απολύσεων όπου σε ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων (100-300 εργαζόμενοι) ισχύει και το 10%, οι Σχετικά χαμηλές αποζημιώσεις απόλυσης (μόνο για τις ατομικές απολύσεις) με μέσο όρο τους μισθούς 13 εβδομάδων, το υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης του μισθού κατά την διάρκεια της επιδότησης που κυμαίνεται μεταξύ 85%-90%, η υψηλή κινητικότητα της εργασίας (το 30% των απασχολούμενων αλλάζει δουλειά κάθε χρόνο), το αποτελεσματικό σύστημα κατάρτισης και επανένταξης ώστε ο μέσος όρος ανεργίας να κυμαίνεται στους 6 μήνες, η σχετικά μεγάλη διάρκεια επιδότησης των ανέργων (μέχρι 4 χρόνια), το υψηλό ποσοστό απασχόλησης (75%) που κατατάσσει τη χώρα στην πρώτη θέση στην Ένωση και το χαμηλό ποσοστό ανεργίας (5,1%) με υψηλή την παρουσία της μερικής απασχόλησης (22%) και ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό μακροχρόνια ανέργων άνω του ενός έτους (1%) (Κουζής, 2008).

Από την άλλη όμως θα πρέπει να τονιστεί σε αυτό το σημείο ότι το μοντέλο της flexicurity στη Δανία στηρίζεται σε κάποιες παραμέτρους. Υπάρχει ένα υψηλό επιπέδου κοινωνικό κράτος και η χρηματοδότηση της διαχείρισης της ανεργίας γίνεται από το κράτος. Παράλληλα, παρατηρείται η ύπαρξη μιας παραδοσιακής κουλτούρας κοινωνικού διαλόγου και εμπιστοσύνης ανάμεσα στους συνδιαλεγόμενους εφόσον οι πρακτικές flexicurity είναι προϊόν συλλογικών συμβάσεων και συμφωνιών κλαδικού. Άλλη παράμετρος αποτελεί  το υψηλό ποσοστό συνδικαλισμού (το υψηλότερο στην Ευρώπη με ποσοστά 80% – 85%) σε μια χώρα με 93% μισθωτή απασχόληση καθώς και η συμμετοχή των συνδικάτων στην διαχείριση και χορήγηση των επιδομάτων ανεργίας παράλληλα με τον έλεγχο των δικαιωμάτων χορήγησης και την  επιβολή ποινών λόγω άρνησης σε προσφερόμενες θέσεις εργασίας. Τέλος, αξιοσημείωτη είναι η υψηλή ποιότητα της απασχόλησης με σημαντική την συμμετοχή του δημόσιου τομέα στην απασχόληση των επανεντασσόμενων ανέργων καθώς επίσης και το υψηλό ποσοστό φορολογίας (50,3% του ΑΕΠ) και της φορολογίας του κεφαλαίου (46,5% επιβάρυνση) (Κουζής, 2008).

 

Η flexicurity στην Ολλανδία

Ένα άλλο επιτυχημένο παράδειγμα εφαρμοσμένης flexicurity είναι η Ολλανδία. Συμφωνά με τον Schmid (1999) το «Ολλανδικό θαύμα» στην καταπολέμηση της ανεργίας οφείλεται στις μεταβάσεις από και προς την αγορά εργασίας μέσα από την ενίσχυση της κινητικότητας της εργασίας και την παροχή περισσότερων ευκαιριών απασχόλησης και εκπαίδευσης. Στην περίπτωση της Ολλανδίας «ο μέσος μισθός των μερικά απασχολούμενων αντιστοιχεί στο 68% των αντίστοιχων αποδοχών της πλήρους απασχόλησης της οποίας οι αμοιβές αναλογούν στο 122% του αντίστοιχου μέσου όρου της Ένωσης. Παράλληλα, η μερική απασχόληση δεν περιορίζεται σε θέσεις χαμηλής ειδίκευσης και αμοιβής ή υποβαθμισμένων συνθηκών εργασίας. Αντίθετα διαπιστώνεται η ύπαρξη αρκετών διευθυντικών θέσεων εργασίας, οι οποίες οργανώνονται στη βάση συμβάσεων μερικής απασχόλησης. Επιπλέον, οι ευκαιρίες εκπαίδευσης και κατάρτισης παρέχονται σε όλους τους εργαζόμενους περιλαμβάνοντας και τους μερικά απασχολούμενους» (ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΣΕΕ – AΔΕΔΥ, Ετήσια Έκθεση 2008).

Το μοντέλο των εργασιακών σχέσεων της Ολλανδίας χαρακτηρίζεται από τα εξής:

  • Υψηλό ποσοστό εργαζομένων (81%), οι οποίοι καλύπτονται από το περιεχόμενο και τις ρυθμίσεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
  • Καθορισμός μισθολογικών αυξήσεων σε κεντρικό επίπεδο.
  • Αποκέντρωση της συλλογικής διαπραγμάτευσης στο επίπεδο της επιχείρησης.
  • Διατήρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας σε χαμηλά επίπεδα (25%).
  • Εξαιρετική σπανιότητα απεργιακών κινητοποιήσεων και δράσεων.

(ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΣΕΕ – AΔΕΔΥ, Ετήσια Έκθεση 2008)

 

Κριτική πάνω στο Δανέζικο μοντέλο

Η flexicurity δεν αποτελεί πανάκεια για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η αγορά εργασίας εν καιρώ οικονομικής κρίσης. Και αυτό διότι ναι μεν φαίνεται το εγχείρημα να είναι επιτυχημένο στη Δανία αλλά θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις χώρες.

Σημαντικά δεδομένα που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι:

  1. Πρώτον, ότι η Δανία είναι μια μικρή χώρα, εθνικά ομοιογενής με εξισωτική παράδοση. Ένα σύστημα που καλλιεργεί εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών και αποθαρρύνει τις όποιες προσπάθειες εκμετάλλευσης του συστήματος.
  2. Δεύτερον, είναι ένα ιδιαιτέρα ακριβό σύστημα. 4,4 % του ΑΕΠ της χώρας δαπανάται για επιδόματα, δια βίου εκπαίδευση και εισφορές εργαζομένων. Ως εκ τούτου οι φόροι εισοδήματος είναι πολύ υψηλοί και η φοροδιαφυγή χαμηλή.
  3. Τρίτον, υπάρχει ένα ισχυρό και αδιάφθορο κράτος που διαδραματίζει καίριο ρόλο και ενισχύει την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς.
  4. Τέταρτον, στη χώρα αυτή είναι ζωτικός ο ρόλος του κοινωνικού διαλόγου και το κράτος, οι επιχειρήσεις, τα συνδικάτα αντιλαμβάνονται τη θεσμική τους ευθύνη για την απασχόληση.
  5. Πέμπτον, υπάρχουν έρευνες που υποστηρίζουν πως το μοντέλο που συνδυάζει υψηλή ευελιξία και ασφάλεια δεν μπορεί να λειτουργήσει σε χώρες με χαμηλή αίσθηση κοινωνικής ευθύνης των πολιτών, όπως οι μεσογειακές, διότι ο ηθικός κίνδυνος απόσπασης επιδομάτων με εξαπάτηση του Δημοσίου είναι υψηλός.

(Andersen et al, 2011).

 

Απόψεις

Όμως, στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η ευελιξία στην εργασία ως τρόπος μείωσης του εργατικού κόστους έχει ήδη υιοθετηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, επειδή θεωρείται από τους κρατούντες βασικό εργαλείο για την ανταγωνιστικότητα και την ανεργία. Εντούτοις, αυτό το οποίο εξακολουθεί να παραμένει ζητούμενο είναι το δεύτερο σκέλος, δηλαδή η ασφάλεια του εργατικού δυναμικού. Ωστόσο, η μέχρι σήμερα εμπειρία έχει δείξει ότι η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους (της ευελιξίας και της ασφάλειας) φαίνεται εξαιρετικά δύσκολη στην πράξη. Πόσο μάλλον όταν από τις διαφαινόμενες προθέσεις η ευελιξία συνιστά προτεραιότητα για τις δυνάμεις του κεφαλαίου.  Επιπλέον, η έννοια της flexicurity διέπεται και από μια σοβαρή αντίφαση, που μας δημιουργεί την ανάγκη να θέσουμε το εξής ερώτημα: πώς γίνεται από τη μια πλευρά να θεωρείται ότι η αύξηση της ευελιξίας της εργασίας αποτελεί το βασικό μέσο για τη μείωση του «κόστους εργασίας» για τις επιχειρήσεις και από την άλλη πλευρά να αποδέχονται την ύπαρξη όρων ασφάλειας των ευέλικτα απασχολούμενων, όταν ένα τέτοιο μέτρο συνεπάγεται την παράλληλη αύξηση του εργασιακού κόστους, εφόσον η ασφάλεια μεταφράζεται με την ενίσχυση των εργασιακών δικαιωμάτων και άρα κοστίζει;  Έτσι, λοιπόν, προκειμένου να μην υπάρχει αντίφαση μεταξύ θεσμικού πλαισίου και πρακτικής, το κείμενο της Πράσινης Βίβλου προτείνει την αναθεώρηση του εργατικού δικαίου και την περαιτέρω απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων (Κουζής, 2008). Βέβαια, από οποιονδήποτε μπορεί να τεθεί το ακόλουθο ερώτημα: η ασφάλεια των εργαζομένων που απασχολούνται με ευέλικτους εργασιακούς όρους αποτελεί ή όχι ένα θετικό εγχείρημα; Γενικά, μιλώντας, είναι ένα θετικό εγχείρημα. Ωστόσο, το δίλημμα δεν πρέπει να είναι αυτό. Αντίθετα, σε αυτό που είναι αναγκαίο να επιμένουν οι δυνάμεις της εργασίας είναι η σταθερή και πλήρης απασχόληση και η ασφάλεια των εργαζομένων και όχι η χαλάρωση των κανόνων της εργατικής νομοθεσίας.

Άλλη άποψη λέει ότι παράλληλα, η ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική στηρίζεται πλέον στο αξίωμα πως οι άνθρωποι πρέπει να ζουν από την εργασία τους και όχι από τις κοινωνικές παροχές. Βρίσκει λύση σε αυτή την ολιστική αντίληψη, ότι όσα χάνει ο εργαζόμενος σε εγγυηθείς σταθερότητας από το εργατικό δίκαιο, τα κερδίζει σε εγγυητή εισοδήματος κατά τις μεταβατικές περιόδους. Θα είναι όμως μεγάλο λάθος αν οι μορφές εργασίας «ευελιξίας με ασφάλεια» δε συνοδεύονται από μέτρα για την προστασία και την ενίσχυση των κοινωνικά αποκλεισμένων και των ασθενέστερων. Επίσης, η προσπάθεια εφαρμογής ενός παρόμοιου μοντέλου δεν πρέπει να υπονομεύσει κάθε προστατευτικό μηχανισμό και να φιλελευθεροποιήσει τις αγορές δίχως όριο ώστε να οδηγήσει σε μεγάλη κοινωνική κρίση.

Μια άλλη άποψη υποστηρίζει ότι οι ιθύνοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γνωρίζοντας ότι οι ευέλικτες μορφές είναι πλέον καθιερωμένες, αναζητούν σήμερα την επέκτασή τους και σε άλλες πτυχές των εργασιακών σχέσεων, εστιάζοντας την προσοχή τους, κατά κύριο λόγο, σε εκείνους τους κανόνες της εργατικής νομοθεσίας οι οποίοι έχουν σχέση με το σύστημα των ατομικών και ομαδικών απολύσεων. Ουσιαστικά, η προωθούμενη flexicurity έγκειται στην ευελιξία των απολύσεων, η οποία επιδιώκεται να καταστεί περισσότερο ευέλικτη μέσα από την απορρύθμιση της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας (αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων, περιορισμός των διοικητικών διαδικασιών, μείωση των αποζημιώσεων απόλυσης, καταβολή αποζημίωσης ανεξάρτητα από την προϋπηρεσία, άρση του αιτιολογημένου χαρακτήρα των απολύσεων, μείωση του χρόνου προειδοποίησης κ.λπ.). Η ουσία, επομένως, της πρότασης για περαιτέρω ευελιξία και ασφάλεια είναι η κατάργηση όσων δικαιωμάτων έχουν απομείνει στους εργαζόμενους, ούτως ώστε να υπάρχει άλλη μία διευκόλυνση στο κεφάλαιο να απολύει το «πλεονάζον», κατά τη γνώμη του, προσωπικό με αντιστάθμισμα την ασφαλέστερη διαχείριση της περιόδου της ανεργίας, της οποίας το κόστος θα μετακυλίεται στο κοινωνικό σύνολο (Κουζής, 2008).

Διότι, συνδυαζόμενα όλα αυτά με την περαιτέρω απορρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας, θα αξιοποιηθούν από τις δυνάμεις του κεφαλαίου για να ενδυναμώσουν ακόμη περισσότερο την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, επιφέροντας ταυτόχρονα δυσμενείς πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις στον ήδη επιβαρυμένο ενάντια στην εργασία συσχετισμό δύναμης.

 

Βιβλιογραφία

  1. ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΣΕΕ – AΔΕΔΥ, Οι Εργασιακές Σχέσεις στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, Ετήσια Έκθεση 2008.
  2. Κουζής Γ., 2008, Ευελιξία και ασφάλεια (flexicurity): Μία κριτική προσέγγιση, Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη.
  3. Κουζής Γ., Ευελιξία και ασφάλεια: Μύθοι και πραγματικότητα, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.
  4. Κουζής Γ., Το Πράσινο Βιβλίο για τις εργασιακές σχέσεις και η flexicurity.
  5. Μάνος Σ., Flexicurity και δημόσιος τομέας, Εφημερίδα «Η Καθημερινή», 18/11/2007
  6. Μιχαλάκη Σ., Φιλίνης Κ., 2008, Απλά μαθήματα Δανικής ή η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), Ειδική Μελέτη
  7. Torben Andersen, Nicole Bosch, Anja Deelen, Rob Euwals, The Danish flexicurity model in the Great Recession, http://voxeu.org, 8/4/2011
  8. Wilthagen and Tros, The Concept of “Flexicurity”: A new approach to regulating employment and labour markets, Tilburg University, 2004
  9. Wilthagen, T. & R. Rogowski (2002), ‘Legal Regulation of Transitional Labour Markets’, in: Schmid & B. Gazier, eds. , The Dynamics of Full Employment: Social Integration through Transitional Labour Markets. Cheltenham: Edward Elgar, 233-273
  10. Wilthagen, T., F. Tros and H. van Lieshout (2003), “Towards “flexicurity”?: balancing flexibility and security in EU member states”. Invited paper prepared for the 13th World Congress of the International Industrial Relations Association (IIRA), Berlin September 2003

Διαβάστε Επίσης  Πιλοτικό πρόγραμμα για την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!