Χάνα Άρεντ: Η διάκριση βίας-δύναμης

Αναπλιώτης Νίκος

Το δοκίμιο «Περί Βίας» εκδίδεται το 1969, ένα σχεδόν χρόνο μετά τις φοιτητικές εξεγέρσεις στη Γαλλία και την Αμερική. Με αφορμή και πεδίο αναφοράς τις φοιτητικές αναταραχές, την εξύμνηση και την εξιδανικευση της βίας απο τη μερία της Νέας Αριστεράς, το αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ και το κίνημα της Μαύρης Δύναμης, η Άρεντ προβαίνει σε μια προσγειωμένη όσο και ρεαλιστική διαύγαση της έννοιας της βίας που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την γοητεία που ασκούσε και ασκεί η βία καθεαυτήν στο νεωτερικό εξεγερσιακό και επαναστατικό στοχασμό.

Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο της να παρουσίασει την διάκριση της Άρεντ μεταξύ βίας και δύναμης, στο δοκίμιο της «Περί Βίας», όπως και τη σημασία της καινοτόμου αυτής διάκρισης για τη σκέψη στο πεδίο της πολιτικής και ευρύτερα των ανθρώπινων υποθέσεων. Για την Άρεντ, αν και συχνά στην πράξη βία και δύναμη συσχετίζονται, εννοιολογικά είναι διακριτές και αντιθετικές έννοιες. Η Άρεντ επιμένει στον σαφή διαχωρισμό και ορισμό των δύο αυτών εννοιών, αλλά και στον προσδιορισμό των ιδιαζόντων χαρακτηριστικών τους, καθώς στην ιστορία της πολιτικής σκέψης, ήδη απο τις απαρχές της στην ελληνική αρχαιότητα, διακρίνει ελλειπή θεωρητικοποίηση στο πεδίο της δύναμης και της βίας και μια σύγχηση όσον αφορά τη σημασία τους· επιπολαιότητα και αδιάκριτη χρήση των δύο εννοιών, που συνεπάγεται τη λαθεμένη χρήση τους ως συνώνυμων.

Κατά τη Νικολαίδου-Κυριανίδου «είναι δυνατόν να ισχυρισθούμε οτι η διερεύνηση και η αναζήτηση αυτού που είναι η βία αποκαλύπτει την πρόθεση της Άρεντ να ανοίξει διάλογο και με αυτούς τους νέους ανθρώπους που, ενώ επιζητούν να αναμορφώσουν τα πράγματα, η πνευματική τους στειρότητα αναιρεί τη δυνατότητα να αποκτήσει η κινητοποίησή τους τον γνήσιο επαναστατικό χαρακτήρα τον οποίον απαιτούν οι μεγάλες αλλαγές. Πρόκειται έτσι για τη δική της συμβολή  στην ενδεχόμενη απόπειρα ενός νέου ξεκινήματος στην ιστορία. Και αναφερόμαστε εδώ στη δυνατότητα επανίδρυσης του χώρου ελευθερίας που είναι η (απελπιστικά συρρικνωμένη πλέον) δημόσια σφαίρα» (Νικολαίδου-Κυριανίδου, 2000: 29-30). Η συμβολή της Άρεντ στην επεξεργασία του νεωτερικού δημοκρατικού επαναστατικού προτάγματος συνίσταται στην εννοιολογική διάκριση βία-δύναμη και την παρεπόμενη θεωρητική επεξεργασία μιάς αμειγώς δημοκρατικής πολιτικής θεωρίας.

Για την Άρεντ ο πόλεμος στο πεδίο των διεθνών σχέσεων έχει σχεδόν απολέσει την αποτελεσματικότητά και το γόητρό του εξαιτίας της ραγδαίας τεχνολογικής ανάπτυξης των εργαλείων της βίας, η δυνατότητα καταστροφής των οποίων είναι τεράστια. Συνεπώς, δεν υπάρχει στόχος που θα λειτουργούσε ως πρόφαση, προκειμένου να δικαιολογήσει τη χρήση τους, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να απειλείται με αφανισμό η ανθρωπότητα στο σύνολό της (Arendt, 2000: 66). Η νέα κατάσταση που διαμορφώνεται διαφέρει απο τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου στο παρελθόν. «Ο ‘ορθολογικός σκοπός’ του δεν ειναι η νίκη αλλά η αποτροπή του πολέμου, και η κούρσα των εξοπλισμών, που δεν αποτελεί πλέον προετοιμασία για πόλεμο, μπορεί σήμερα να δικαιολογηθεί μόνο με το σκεπτικό ότι όλο και μεγαλύτερη δυνατότητα αποτροπής αποτελεί την καλύτερη εγγύηση για την ειρήνη» (ibid, 66).

Η βίαιη πράξη για τη διεξαγωγή της έχει ανάγκη απο εργαλεία. Έτσι, η τεχνολογική εξέλιξη στην παραγωγή των εργαλείων μέσω των οποίων διεξάγεται ο πόλεμος αντανακλάται στις μεθόδους και τον τρόπο οργάνωσης του. Όμως αν και τα αποτελέσματα της διεργασίας της κατασκευής των εργαλείων-μέσων του πολέμου είναι εν πολλοίς ασφαλή και εγγυημένα, το ίδιο δεν συμβαίνει με το σκοπό της ανθρώπινης πράξης ο οποίος χαρακτηρίζεται απο το στοιχείο της αυθαιρεσίας και της πολύ μικρής ικανότητας για πρόβλεψή της τελικής μορφής του. Επομένως, το πιθανότερο είναι τα μέσα για την επίτευξη πολιτικών στόχων να συνθλίψουν τους σκοπούς και να τους υπερβούν λόγω της μονιμότητας και της αμεταβλησίας τους. Τα αποτελέσματα της βίας εμπεριέχουν τα στοιχεία της τυχαιότητας εντονότερα απο αυτά όποιας άλλης ανθρώπινης πράξης. Το πεδίο της μάχης μπορεί να διαψεύσει ακόμα και τις πιο ευλογοφανείς ψευδο-επιστημονικά θεμελιωμένες προσδοκίες και προβλέψεις ειδικών για την έκβαση του πολέμου (ibid, 66-69). «Κάθε πράξη, καλώς ή κακώς, και κάθε τυχαίο περιστατικό καταστρέφει κατ’ ανάγκη το όλο σχήμα στο πλαίσιο του οποίου κινείται η πρόβλεψη και βρίσκει τα τεκμήριά της (ibid, 69).

Η Άρεντ παρατηρεί οτι σπάνια η βία έγινε αντικείμενο ενδελεχούς θεωρητικής επεξεργασίας και διαπιστώνει την ανεπάρκεια των πιό διαδεδομένων θεωριών, που την κατανοούν ως ένα περιθωριακό φαινόμενο και θεωρούν τον πόλεμο ως συνέχεια των διαδικασιών της πολιτικής ή της οικονομίας (Κλαούζεβιτς, Μάρξ-Ένγκελς), να συλλάβουν το ουσιαστικό περιεχόμενο του φαινομένου. Η μορφή του πολέμου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό απο την εξέλιξη των τεχνικών διεξαγωγής του (βλ. πυρηνικά όπλα) (ibid, 71-72). Η Άρεντ αιτιολογεί την άποψή της με την παράθεση ενός βασικού παραδείγματος: «Τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν τον ακολούθησε ειρήνη αλλά ένας ψυχρός πόλεμος και η εδραίωση του στρατιωτικού-βιομηχανικού-εργατικού πλεγματος. (…) Η ειρήνη είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα». (ibid, 72).

Όσον αφορά την αιτία της έκρηξης του φοιτητικού κινήματος της δεκαετίας του ’60, η Άρεντ δίνει παρόμοια απάντηση. Εκτός των ηθικών και πολιτικών κινήτρων της εξέγερσης των νέων σημαντικό ερέθισμα είναι και η κατάσταση της σύγχρονης επιστήμης: «Η ύπαρξη ενός κοινωνικού κοινού παρονομαστή του κινήματος φαίνεται απίθανη, είναι όμως αλήθεια οτι ψυχολογικά αυτή η γενιά φαίνεται να χαρακτηρίζεται παντού απο καθαρό θάρρος, εκπληκτική θέληση για δράση, καθώς και απο μια όχι λιγότερο εκπληκτική πίστη στη δυνατότητα αλλαγής. Όμως τούτες οι ιδιότητες δεν είναι αιτίες, και αν ρωτήσει κανείς τι πράγματι επέφερε αυτή την εντελώς απροσδοκητη εξέλιξη στα πανεπιστήμια σ’ όλο τον κόσμο, φαίνεται παράλογο να αγνοηθεί ο προφανέστερος και ίσως ο ισχυρότερος παράγοντας, για τον οποίο μάλιστα δεν υπάρχει προηγούμενο ούτε ανάλογο παράδειγμα –το απλό γεγονός οτι η τεχνολογική πρόοδος, σε τόσο πολλές περιπτώσεις, οδηγεί κατευθείαν στην καταστροφή· οτι οι επιστήμες, που διδάσκονται και μαθαίνονται απο αυτή τη γενιά , όχι μόνο φαίνονται ανίκανες να αναστρέψουν τις καταστροφικές συνέπειες της δικής τους τεχνολογίας, αλλά έχουν φθάσει σε ένα στάδιο της εξέλιξής τους όπου ‘τίποτα στο διάβολο δεν μπορείς να κάνεις που να μην μπορεί να μετατραπεί σε πόλεμο» (ibid, 79, 92).

Διαβάστε Επίσης  Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν και Αναρχισμός: η ελευθεριακή σκέψη του Προυντόν και το αναρχικό κίνημα.

Η βία έχει καταστεί αμφίβολο μέσο-εργαλείο στο πεδίο των διεθνών σχέσεων ακόμα και για τα έθνη κράτη που διαθέτουν ένα πλήρως εξοπλισμένο και εκσυγχρονισμένο οπλοστάσιο βίας. Παρά το γεγονός αυτό στο εσωτερικό των εθνών κρατών, όσον αφορά δηλαδή την επανάσταση, η βία έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αίγλη στο βαθμό της εξιδανίκευσής της και της ανύψωσής της σε ιδεώδες. Αν και η γενιά του ’60 εξέφρασε έντονη απέχθεια απέναντι στη βία, μέσα απο την εμπειρία των εξεγέρσεων και των πανεπιστημιακών κινητοποιήσεων και την προμηνυόμενη προσπάθεια για βίαιη καταστολή τους απο τις αρχές, οδηγήθηκε στην προσήλωση στη βία, στη θεοποίησή της και τον φανατισμό.

Η αριστερά και ο φιλελευθερισμός παραδόξως (εκ πρώτης όψεως) συμφωνούν στο οτι η βία δεν είναι παρά μια εκδήλωση της δύναμης. «Η ομοφωνία είναι πολύ παράξενη· διότι το να εξοιμοιώνει κανείς την πολιτική δύναμη με ‘την οργάνωση της βίας’ έχει νόημα μόνο αν ασπάζεται την εκτίμηση του Μάρξ ότι το κράτος είναι όργανο καταπίεσης στα χέρια της άρχουσας τάξης» (ibid, 95). Η προσέγγιση αυτή των εννοιών της βίας και της δύναμης είναι λανθασμένη, γιατί στηρίζεται στην «παλιά έννοια της απόλυτης εξουσίας»,  στον ορισμό των διάφορων τύπων διακυβέρνησης «ως εξουσία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο» και «επικυρώνεται και ενισχύεται απο την προσθήκη της ιουδαϊκής-χριστιανικής παράδοσης και της δικής της ‘επιτακτικής αντίληψης του νόμου’. (…) Μόνο αφού πάψει κανείς να ανάγει τα δημόσια πράγματα στο έργο της κυριαρχίας θα εμφανιστούν, ή μάλλον θα επανεμφανιστούν, στην αυθεντική ποικιλομορφία τους τα αρχικά δεδομένα του πεδίου των ανθρώπινων πραγμάτων» (ibid, 98, 104).

Πηγή έμπνευσης για την Άρεντ είναι η πολιτική ιστορία της αρχαίας Αθήνας και της Ρώμης. Απο αυτή αντλεί την «έννοια της δύναμης και του νόμου που η ουσία της δεν επαφίεται στη σχέση διαταγής-υπακοής και η οποία δεν ταύτιζε τη δύναμη με την εξουσία ή τον νόμο με τη διαταγή» (ibid, 100). Η κοινωνια κατέχει το σύνολο της πολιτικής αρμοδιότητας και δεν υπόκειται στην εξουσία κανενός. Ο νόμος δεν ταυτίζεται με την διαταγή, γιατί η κοινωνία είναι αυτόνομος, δηλαδή δεν υπακούει σε καμία διαταγή, ο μόνος περιορισμός της είναι ο αυτο-περιορισμός της. Οι αρχαίοι «μιλούν για υπακοή – υπακοή σε νόμους αντί σε ανθρώπους· στην πραγματικότητα όμως, αυτό που εννουούσαν ήταν η υποστήριξη των νόμων στους οποίους οι πολίτες είχαν συναινέσει» (ibid, 100). «Ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε οτι είναι ιδιαίτερα δελεαστικό να σκεπτόμαστε τη δύναμη με όρους διαταγής και υπακοής, και ως εκ τούτου να εξισώνουμε τη δύναμη με τη βία, πραγματευόμενοι έτσι κάτι που στην πραγματικότητα είναι μόνο μια ειδική περρίπτωση της δύναμης – δηλαδή τη δύναμη της κυβέρνησης» (ibid, 108) Η Άρεντ αντιδιαστέλλει την υποστήριξη αυτή με την άνευ όρων υπακοή που μπορεί να εξασφαλίσει η βία. Η υποστήριξη αυτή διαφέρει απο την υπακοή στο βαθμό που προσδίδει δύναμη στους θεσμούς, διοτί κατ’ ουσίαν αποτελεί συνέχιση της συναίνεσης κατά τη διαδικασία της νομοθεσίας με τη συμμετοχή του συνόλου του κοινωνικού σώματος.

Ακόμα και στα κατ’ όνομα «αντιπροσωπευτικά» σημερινά καθεστώτα όπου η έκφραση της βούλησης της συλλογικότητας δεν είναι θεσμικά κατοχυρωμένη η άτυπη υποστήριξη απο τη ζωντανή δύναμη του λαού, η συναίνεση της αποσυλλογικοποιημένης ιδιωτικής κοινωνίας-ψηφοφόρου, η ευθυγράμμιση δηλαδή της κοινής γνώμης με της πολιτικές που ακολουθούνται, είναι απαραίτητη αλλιώς το καθεστώς παρακμάζει θεσμικά (ibid, 100-101). Συνεπώς, «μια απο τις προφανέστερες διακρίσεις μεταξύ δύναμης και βίας είναι οτι η δύναμη έχει πάντοτε την ανάγκη μεγάλων αριθμών, ενώ η βία μέχρις ενός σημείου μπορεί να τα καταφέρει χωρίς αυτούς επειδή στηρίζεται στα εργαλεία. Μια αρχή της πλειοψηφίας χωρίς νομικούς περιορισμούς, δηλαδή μια δημοκρατία χωρίς σύνταγμα, μπορεί να είναι ιδιαίτερα τρομερή στην καταπάτηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και πολύ αποτελεσματική στην κατάπνιξη της διαφωνίας χωρίς καμιά χρήση βίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει οτι βία και δύναμη είναι το ίδιο πράγμα» (ibid, 102). Αν μεταφερθούμε στον τομέα των φοιτητικών κινητοποιήσεων θα διαπιστώσουμε οτι εξεγερμένες μειοψηφίες επικρατούν χωρίς τη χρήση βίας, γιατί η μειοψηφία παραμένει παθητική και αδρανής αδιαφορώντας για τη συντήρηση του status quo. Έτσι υπογείως η απαθής πλειοψηφία στην πραγματικότητα τηρώντας τη στάση αυτή τάσσεται υπέρ της μειοψηφίας, η οποία παραδόξως αποκτά μεγαλύτερη δύναμη (ibid, 102).

Η δύναμη δεν υφίσταται παρά εντός και δια μέσου της κοινωνικής συμβίωσης. Η δύναμη διατηρεί την ενότητα των ανθρώπων και συνέχει την κοινωνία. Είναι δυνητική, γιατί δεν πρόκειται για ένα αμετάβλητο, αναλλοίωτο και μετρήσιμο μέγεθος, αλλά εξαρτάται απο την κοινωνική σύμπραξη, η οποία φυσικά είναι επισφαλής και ευμετάβλητη.

Η εκθεμελίωση της ομάδας συνεπάγεται και την εξάλειψη της δύναμης. Η μη συμπραξη ενός ατόμου με την ομάδα έχει ως αποτέλεσμα την απομόνωσή και συνεπώς την εξασθένισή του· καθίσταται ανίσχυρο, ακόμα και αν είναι σωματικά ρωμαλέο (Άρεντ, 2008: 275). «Όταν λέμε για κάποιον οτι ‘κατέχει την ισχύ’ αναφερόμαστε ουσιαστικά στο γεγονός ότι του παρέχεται η δύναμη απο έναν ορισμένο αριθμό ανθρώπων να ενεργεί εξ ονόματός τους» (Arendt, 2000: 105). Η σωματική ρώμη «χαρακτηρίζει ξεκάθαρα κάτι στον ενικό, μιά ατομική οντότητα», «η οποία κρατείται περιορισμένη και καταπνίγεται απο το απόθεμα δύναμης των πολλών» (ibid 105· Άρεντ, 2008: 275).

Γίνεται, έτσι, σαφές οτι η δύναμη δεν αποτελεί «συγκεκριμένη ανθρώπινη ιδιότητα όπως η ρώμη». «Διότι η δύναμη, όπως κι η πράξη, είναι απεριόριστη. (…) Το μόνο όριό της είναι η ύπαρξη των άλλων ανθρώπων, αλλά το όριο αυτό δεν είναι τυχαίο, διότι η ανθρώπινη δύναμη αντιστοιχεί πρώτα-πρώτα στην κατάσταση της πολλότητας των ανθρώπων».  Έτσι, η δύναμη δεν προϋποθέτει την αδιάρρηκτη ομοιογένεια του κοινωνικού σώματος, καθώς αυτή εναντιώνεται στον πλουραλισμό, την πολλότητα. «Η δύναμη συντηρεί τη δημόσια σφαίρα και τον χώρο της δημόσιας εμφάνισης και μ’ αυτή την ιδιότητα είναι επιπλέον η ψυχή του ανθρώπινου οικοδομήματος, το οποίο, αν δεν αποτελεί την σκηνή της πράξης και της ομιλίας, του πλέγματος των ανθρώπινων υποθέσεων και σχέσεων και όσων ιστοριών δημιουργούνται απ’ αυτές, στερείται την έσχατή του raison d’etre» (ibid, 279).

Φαινομενικά η δύναμη προϋποθέτει τη βία και δεν αποτελεί παρά το προσωπείο της. Πρόκειται όμως για μια παρεξήγηση που οφείλεται στο γεγονός «οτι η βία εμφανίζεται ως τελευταία διέξοδος για να διατηρηθεί ανέπαφη η δομή ισχύος απέναντι σε μεμονωμένους αντιπάλους –τον εξωτερικό εχθρό, τον εγχώριο εχθρό» (Arendt, 2000: 108).

Τα παραδείγματα των επαναστάσεων του 1905 και 1917 στη Ρωσία και της Ουγγρικής Επανάστασης του 1956 αποτελούν απόδειξη οτι κατά τη διάρκεια βίαιης σύγκρουσης των εξεγερμένων με την κρατική εξουσία η κυβέρνηση υπερτερεί απόλυτα λόγω του τεράστιου πλεονεκτήματος στην κατοχή των μέσων βίας και καταπίεσης, μόνο για το χρονικό διάστημα που η δύναμη της κυβέρνησης παραμένει αναλλοίωτη, «δηλαδή όσο οι διαταγές εκτελούνται και οι στρατιώτικές ή αστυνομικές δυνάμεις είναι διατεθειμένες να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους. (…) Όταν οι διαταγές παύουν να εκτελούνται, τα βίαια μέσα είναι άχρηστα· και το ζήτημα αυτής της υπακοής δεν κρίνεται απο τη σχέση διαταγής-υπακοής αλλά απο την κοινή γνώμη και, φυσικά απο τον αριθμό εκείνων που τη μοιράζονται. Τα πάντα εξαρτώνται απο τη δύναμη που βρίσκεται πίσω απο τη βία» (ibid, 109).

Εντούτοις, η εξασθένιση της δύναμης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την επανάσταση. Απαραίτητος όρος της επανάστασης είναι να αποκαλύψει τον εκφυλισμό της καθεστηκυίας τάξης μέσω της δράσης, δηλαδή να διαμορφωθεί η επαναστατική κατάσταση, η οποία όμως δεν αρκεί. Η επανάσταση υλοποιείται μόνο με την κατάληψη της εξουσίας απο τις επαναστατημένες μάζες. «Η αποσύνθεση συχνά γίνεται καταφανής μόνο σε ανοιχτή σύγκρουση· κι ακόμη και τότε, όταν η δύναμη είναι ήδη στο δρόμο, χρειάζεται κάποια ομάδα ανθρώπων, προετοιμασμένων για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, που θα την περισυλλέξει και θα αναλάβει την ευθύνη» (ibid, 110). Επομένως, είναι ευλογοφανής η άποψη της Άρεντ οτι «η βία, αντίθετα προς τα όσα προσπαθούν να μας πούν οι προφήτες της, είναι περισσότερο το όπλο της μεταρρύθμισης παρά της επανάστασης» (ibid, 141).

Η επαναστατική κατάσταση μπορεί να αξιοποιηθεί απο την παρακμάζουσα κυβερνητική δύναμη, που θα την καπηλευτεί και θα την παρουσιάσει ως ενα κύμα δικαιολογημένης οργής διεκδικητικό μεταρρυθμίσεων απευθυνόμενων στην κυβέρνηση ή την επερχόμενη μεταρρυθμιστική δύναμη που θα κυβερνήσει (η εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία δεν συνεπάγεται καμία ουσιαστική διαφορά). Η επαναστατική κατάσταση θα επιδειχθεί ως έκφραση (μερικών) αιτημάτων, τα οποία η (ιδια ή νέα) κυβέρνηση θα ικανοποιήσει (θραυσματικά) με σκοπό την εσπευσμένη διάσωση της δύναμης του πολιτικού συστήματος. Συμπεραίνουμε έτσι οτι ένα βήμα πρίν τη χρήση βίας, που θα σήμαινε την έκθεσή και ίσως το τέλος της, η κυβέρνηση δοκιμάζει τη μεταρρυθμιστική τακτική, με σκοπό να ανακτήσει μέρος της χαμένης της αξιοπιστίας.

Μικρές «επαναστατικές» ομάδες ή ατομικές βίαιες δράσεις έναντι της «συντεταγμένης πολιτείας» είναι καταδικασμένες στην αποτυχία λόγω της ελάχιστης δύναμης που διαθέτουν. Συναντούν το εμπόδιο της απαθούς συναίνεσης της κομφορμιστικής πλειοψηφίας. Επανάσταση είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μόνο όταν οργανωμένο το σύνολο της κοινωνίας ή έστω η μεγάλη πλειοψηφία του αποφασίσει να συντελέσει πολιτική αλλαγή. Έτσι, η Άρεντ κατονομάζει ρητά τα λάθη που ενέχει η προσήλωση της εξτρεμιστικής τάσης της Νέας Αριστεράς στη βία, θυμίζοντάς μας κάτι που θα έπρεπε να είναι κοινός τόπος: «Η ένοπλη εξέγερση απο μόνη της ποτέ δεν οδήγησε στην επανάσταση» (Arendt, 1987: 14).

Ακόμη και τα πιο αυταρχικά και βίαια καθεστώτα όπως η τυρρανία και ο ολοκληρωτισμός δεν μπορούν να στηριχθούν αποκλειστικά στην ανελέητη βία. Έχουν ως βάση ισχύος την «οργανωμένη αλληλεγγύη των δεσποτών» και «τη μυστική αστυνομία και το δίκτυο πληροφοριοδοτών» αντίστοιχα (ibid, 111). Εντούτοις, ο ολοκληρωτισμος στρέφεται ενάντια σε οποιαδήποτε συγκέντρωση δύναμης όχι μόνο των εχθρών του αλλά και των συμμάχων του (ibid, 117).

Μια κυβέρνηση δεν υφίσταται χωρίς δύναμη, δύναται όμως να συντηρηθεί χωρίς τη βία. Η βία είναι ένα εργαλείο που κατατείνει σε ένα σκοπό (ibid, 112). Εν αντιθέσει, η δύναμη είναι αυτοσκοπός· «η ίδια η δομή ισχύος προηγείται και επιβιώνει όλων των στόχων. (…) Δεν χρειάζεται δικαιολόγηση, καθώς είναι συμφυής με την ίδια την ύπαρξη των πολιτικών κοινοτήτων· αυτό που χρειάζεται είναι η νομιμοποίηση. (…) Η νομιμότητα, όταν αμφισβητηθεί, στηρίζεται στην επίκληση του παρελθόντος [την αρχική πράξη συνεύρεσης], ενώ η δικαιολόγηση σχετίζεται με ένα σκοπό που τοποθετείται στο μέλλον. Η βία μπορεί να είναι δικαιολογήσιμη αλλά δεν θα είναι ποτέ νόμιμη» (ibid, 113). Κατά συνέπεια, πρόταση της Άρεντ είναι η βία να χρησιμοποιείται για την επίτευξη βραχυπρόθεσμων στόχων. Σε διαφορετική περίπτωση είναι πολύ πιθανό οτι ο σκοπός θα συνθλιβεί απο τη βία (το μέσο). «Επειδή όταν πράττουμε ποτέ δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τις απώτερες συνέπειες των πράξεών μας» (ibid, 140).

Η βία έναντι στη δύναμη είναι πολύ πιθανό να επικρατήσει και να την αφανίσει, γιατί η ισχύς των μέσων της καθεαυτών είναι που θα υπερακοντίσει τη δύναμη. Η καταφυγή στη βία είναι το έσχατο μέσο της παρακμάζουσας κυβερνητικής δύναμης έναντι των αντιπάλων της, ακριβώς γιατί η καταφυγή αυτή είναι σαφής ένδειξη της αδυναμίας της. Έτσι, η βία χάνει τη θεμελίωσή της και δεν οριοθετείται πια απο τη δύναμη, της οποίας είναι απλό εργαλείο, με αποτέλεσμα να αυτονομείται με μοναδική πιθανή κατεύθυνση την αποκλειστική κυριαρχία της βίας, την τρομοκρατία, η οποία απαιτεί την ολική καταστροφή της δύναμης, δηλαδή την «κοινωνική ατομοποίηση» (Arendt, 2000: 116-117): «Η λαϊκή εξέγερση εναντίον υλικά ισχυρών εξουσιαστών, απο την άλλη μεριά, είναι δυνατό να γεννήσει μιά σχεδόν ακατανίκητη δύναμη, ακόμη κι αν αποφύγει τη χρήση βίας εναντίον υλικά υπέρτερων δυνάμεων. Πρόκειται για έναν απο τους πιο ενεργητικούς τρόπους δράσης που επινοήθηκαν ποτέ, διότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον αγώνα, όπου ενδέχεται να υπάρξει ήττα ή νίκη, αλλά μόνο με τη μαζική σφαγή όπου ακόμη κι ο νικητής ηττάται, χάνει το γέρας του, αφού κανείς δεν μπορεί να σκήσει εξουσία πάνω σε νεκρούς» (ibid, 274). Η εμφάνιση της δύναμης συνεπάγεται την εξαφάνιση της βίας και αντίστροφα, γι’ αυτό το αντίθετο της βίας δεν είναι η μη βία αλλά η δύναμη, η οποία συνεπώς είναι αυτονόητα μη βίαιη (ibid, 118). «Ενώ όμως η βία μπορεί να καταστρέψει τη δύναμη δεν μπορεί να γίνει το υποκατάστατό της» (Άρεντ, 2008: 276).

Επιπλέον, η Άρεντ φαίνεται να θεωρεί κατάλληλη την αυθόρμητη χρήση βίας –ενστικτωδώς και άνευ υπολογισμού των συνεπειών- ως άμεση αντίδραση στην εξοργιστική αδικία (όχι ως ένα είδος συναισθηματικής εκτόνωσης). Την δικαιολογεί ως το μόνο τρόπο (αν και αντιπολιτικό), σε ορισμένες οριακές περιστάσεις, να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη. Ας συνυπολογίσουμε οτι η οργή και η βία είναι ιδιάζοντα και αναπόσπαστα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Άλλωστε η «ατάραχη» ή «φρόνιμη» κοινωνία είναι πολύ πιθανό να χαρακτηρίζεται απο ακατανοησία και όχι απο συνειδητό έλεγχο που θα προέκυπτε ενδεχομένως απο ένα σαφώς διατυπωμένο πολιτικό πρόγραμμα (ibid, 123-124).

«Όσο μεγαλύτερη είναι η γραφειοκρατικοποίηση της δημόσιας ζωής, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η έλξη  που ασκεί η βία» (ibid, 142). Η γραφειοκρατική οργάνωση των σύγχρονων καθεστώτων ακυρώνει, υπονομεύει, αψηφά και καταφρονεί τη δύναμη που συγκεντρώνεται στα χέρια της κοινωνίας ως εν δυνάμει συλλογικότητας έναντι της ανώνυμης δύναμης των διοικούντων και αποκρούει την έλλειψη εμπιστοσύνης της, προσπαθώντας να την καταπιέσει (ibid, 142-144). Το γεγονός αυτό δύναται να δημιουργήσει μια σημαίνουσα μορφή κινητοποίησης, όπως το φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του ’60. Συνακόλουθα, «ούτε η βία ούτε η δύναμη είναι φυσικά φαινόμενα, δηλαδή εκδηλώσεις της διαδικασίας της ζωής· ανήκουν στο πολιτικό πεδίο των ανθρώπινων πραγμάτων, που η ουσιαστικά ανθρώπινη ποιότητά τους εξασφαλίζει η ικανότητα του ανθώπου να πράττει, να αρχίζει κάτι καινούργιο. (…) Η εξύμνηση της βίας στις μέρες μας οφείλεται κατά μέγα μέρος στην οδυνηρή ματαίωση της ικανότητας του πράττειν στον νεώτερο κόσμο» (ibid, 144-145).

Εν κατακλείδι, το «Περί Βίας» καλύπτει ένα μεγάλο κενό στην ιστορία της πολιτικής σκέψης: μέσα απο μια ενδελεχή ερμηνεία της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας η Άρεντ «ανακαλύπτει» το νόημα των εννοιών δύναμη και βία. Η ανάλυσή της αναδεικνύει τον παραμερισμό της διαύγασης των εννοιών αυτών που συχνά χρησιμοποιήθηκαν αστόχαστα ως συνώνυμες, ως μια πολύ βαθύτερη ανεπάρκεια που πηγάζει απο την υιοθέτηση της κυριαρχικής αντίληψης περί πολιτικής.

————————

 

Βιβλιογραφία

Άρεντ Χ. (2012), Αλήθεια και Πολιτική, στο Ελευθερία, Αλήθεια και Πολιτική, Αθήνα, εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες.

Άρεντ Χ. (2008), Η Ανθρώπινη Κατάσταση, Αθήνα, εκδ. Γνώση

Άρεντ Χ. (2008), Η πολιτική φιλοσοφία του Κάντ, Αθήνα, εκδ. Νήσος.

Arendt H. (2000), Περί Βίας, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια

Arendt H. (2005), Introduction Into Politics στο Promise of Politics, Νέα Υόρκη, εκδ. Schocken Books.

Νικολαίδου-Κυριανίδου Β. (2000), Για τη Βία και την Πολιτική στο έργο της Hannah Arendt, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια

Ρωμανός Β. (2008), Το Αισθητικό και το πολιτικό στοιχείο: Κάντ και Χάνα Άρεντ στο Άρεντ Χ., Η πολιτική φιλοσοφία του Κάντ, Αθήνα, εκδ. Νήσος.

 

Διαβάστε Επίσης  Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν και Αναρχισμός: η ελευθεριακή σκέψη του Προυντόν και το αναρχικό κίνημα.

 

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!