Η εθνική ταυτότητα: Οκτώ «Μικρές» Ελληνικές Οικογενειακές Ιστορίες

Χριστίνα Μαργιώτη

Προπτυχιακή Φοιτήτρια

Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής

Πάντειο Πανεπιστήμιο

Εισαγωγή

Η παρούσα εργασία έχει σκοπό να αποδείξει ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ του λόγου των θεσμών όπως  αυτός αρθρώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο στις αρχές του 19ου αι. και της εμφάνισης της νεύρωσης ως κοινωνικού φαινομένου στην Ελλάδα από εκεί και ύστερα. Στόχος μας είναι να καταστίσουμε σαφές πως η γενικότερη αλλαγή που παρατηρείται στον τρόπο δόμησης της συλλογικής ταυτότητας, μετά την εμφάνιση του λόγου αυτού οφείλεται στην εμφάνιση των όρων «έθνος», «κράτος», «πληθυσμός»  και αφορά και τις μεμονωμένες, προσωπικές ταυτότητες των υποκειμένων της περιόδου. Επίσης επιχειρούμε να παρουσιάσουμε τους δύο αντιφατικούς άξονες πάνω στους οποίους δομείται η ελληνική εθνική ταυτότητα και να δείξουμε πως ο τρόπος που δομήθηκε σχετίζονται άμεσα με την λειτουργία της Μεγάλης  Ιδέας ως μύθου  στο συλλογικό ασυνείδητο. Τέλος παρατίθεται μια επιχειρηματολογία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διαφυλάχθηκε η διαχρονία της ελληνικής συλλογικής ταυτότητας μέσω της εικόνας της Μητέρας, που μεταφέρθηκε αυτούσια από την «αρχαϊκή μάνα» της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, στην «ορθόδοξη» Παναγία και περιγράφεται το γλωσσικό ζήτημα ως αιτία διαίρεσης της βαλκανικής κοινωνίας. Η εργασία έχει προκύψει από την μελέτη έργων που χρησιμοποιούν διαφορετικές προσεγγίσεις-μεθοδολογίες (εμπειρική κοινωνιολογική μέθοδος, επιστημονική κοινωνιολογική- ιστορική παρατήρηση,  ψυχαναλυτική προσέγγιση –λακανική θεωρία του βλέμματος, φροϋδική θεωρία για τις νευρώσεις, ιδεολογική προσέγγιση) και ως αποτέλεσμα, η διάρθρωσή της είναι επηρεασμένη από τα έργα που μελετήθηκαν. Αποτελείται από οκτώ μικρά κεφάλαια , στα οποία συντίθενται ιστορικά γεγονότα με διάφορες  κοινωνιολογικές και ψυχαναλυτικές παρατηρήσεις.

 

Η μαθηματικοποίηση: Έθνος = Κράτος = Λαός

Το βασικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου έθνους είναι ότι πρόκειται για κάτι νέο, η εθνική ταυτότητα από την άλλη είναι στοιχείο αρχέγονο και διαρκές. Αυτό που μας ενδιαφέρει στην παρούσα μελέτη είναι ακριβώς η σύνδεση της εθνικής ιδεολογίας, της ιδέας δηλαδή για μια συλλογική πανεθνική ταυτότητα με σκοπό την εθνική ομοιογένεια και της έννοιας του έθνους κράτους[1].

Η τελική εκδοχή του έθνους σύμφωνα με το λεξικό της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας (1884) είναι η εξής: έθνος αποτελεί το σύνολο των ατόμων που έχουν ίδια εθνική καταγωγή και γενικώς μιλούν την ίδια γλώσσα και διαθέτουν κοινή παράδοση.  Από αυτή τη πρώτη σημασία της λέξης έθνους, καταλαβαίνουμε ότι υποδεικνύει την αρχή (τρόπο οργάνωσης της καθημερινότητας) ή την καταγωγή μιας ομάδας ανθρώπων. Με αυτόν τον τρόπο, οι έννοιες της κυβέρνησης και του έθνους διαπλέκονται και θα συνεχίζουν να διαπλέκονται ως το τέλος του 19ου αι. Ωστόσο μια ομάδα δεν αρκεί για να οριστεί ένα κράτος, καθώς ο ορισμός του συνδέεται πρωταρχικά με μια εδαφική έκταση[2].

Σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να αποσαφηνίσουμε μια λεπτή διαφορά μεταξύ αυτής της αρχικής έννοιας του έθνους και της σημερινής εκδοχής του όρου. Αρχικά ο όρος έθνος χρησιμοποιούταν για να αναπαραστήσει την «εθνική ενότητα», ενώ σήμερα περιγράφει την «ιδέα της πολιτικής ενότητα και ανεξαρτησίας»[3].

Ήδη από το 1830 η ρητορική της εξουσίας αρχίζει να ενσωματώνει την έννοια του έθνους (λόγος για Ηνωμένα Έθνη στην Αμερική, λόγος για το έθνος- κράτος στην Ευρώπη). Στο πολιτικό και κοινωνικό λόγο κατά τη διάρκεια της εποχής των Επαναστάσεων αυτό αποτυπώνεται στη ρητορεία σχετικά με την «αρχή των εθνοτήτων». Σύμφωνα με αυτόν τον λόγο ο λαός και το κράτος εξομοιώνονται στη βάση του πνεύματος της Αμερικάνικης και Γαλλικής επανάστασης. Στο πεδίο του λόγου έτσι, συναντώνται δύο διαφορετικές απόψεις για το έθνος, η επαναστατική- δημοκρατική και η εθνικιστική. Οι απόψεις αυτές τελικά συναντώνται στην εξίσωση κράτος = έθνος = λαός. Οι εθνικιστές θεωρούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία πολιτικών οντοτήτων την προηγούμενη ύπαρξη κοινότητας που διέκρινε τον εαυτό της από τους ξένους. Οι επαναστατικοί από την άλλη είχαν ως κεντρική τους ιδέα τον κυρίαρχο πολίτη, που δημιουργούσε τον κυρίαρχο λαό, που με την σειρά του δημιουργούσε το κυρίαρχο κράτος, που σε σχέση με την υπόλοιπη ανθρώπινη ράτσα συνιστούσε ένα έθνος. Δημιουργούνται με αυτόν τον τρόπο δύο διακριτές απόψεις, που σχετίζονται με την διάσταση και την σημαντικότητα που λαμβάνει η  έννοια του εθνικού συναισθήματος, στη ρητορική της εκάστοτε τοπικής εξουσίας. Για παράδειγμα, οι αμερικάνοι ορίζουν το έθνος σύμφωνα με την ύπαρξη εθνικού συναισθήματος[4]. Θεωρούν δηλαδή πως έθνος αποτελούν όσοι επιθυμούν να υπάγονται στην ίδια κυβέρνηση,  να κυβερνώνται από τους ίδιους ους τους εαυτούς, ή από μια μερίδα τους αποκλειστικά. Οι Γάλλοι από την άλλη δεν θεωρούν ότι υπάρχει λογική σύνδεση ανάμεσα στο σώμα των πολιτών ενός κράτους και  την ιδέα του έθνους, δεν πιστεύουν δηλαδή πως το έθνος είναι ένα και αδιαίρετο, αλλά ότι ο λαός είναι ανεξάρτητος όσον αφορά εθνικούς προσδιορισμούς και διαιρέσεις[5].

Σχεδόν ταυτόχρονα προκύπτει ως βασική αναγκαιότητα για τα κράτη, να υπολογίζουν τους υπηκόους μιας και πλέον δυσκολεύονταν να τους ελέγξουν. Εμφανίζεται έτσι στην ρητορική της εξουσίας η έννοια του πληθυσμού. Μετά τον 19ο αι. πληθυσμός εμφανίζεται  ως οικονομικο-πολιτικό πρόβλημα στη ρητορική της εξουσίας. Πλέον οι κυβερνήσεις δεν μιλούν για υπηκόους ή λαούς , αλλά για έναν «πληθυσμό» με τα δικά του φαινόμενα (γεννητικότητα, θνησιμότητα, διάρκεια ζωής)[6].  Γίνεται για πρώτη φορά η παραδοχή ότι το μέλλον και η τύχη της κοινωνίας έχει να κάνει με τον τρόπο που ελέγχεται ο πληθυσμός. Προκύπτει τότε η ανάγκη για έλεγχο του πληθυσμού και διαφύλαξη της ενότητας και της ομοιογένειας μέσα από μια ισχυρή εθνική ιδεολογία.

 

Φιλελεύθερος λόγος για το έθνος

Αφού εξετάσαμε την συμβολή του Λόγου της εξουσίας όσον αφορά στη νοηματοδότηση του σύγχρονου έθους, σε αυτό το τμήμα της μελέτης μας θα εξετάσουμε την σχέση του φιλελευθερισμού με αυτό που αποκαλείται σύγχρονο έθνος.

Δεν θα πρέπει να προξενεί εντύπωση το γεγονός πως το μεσουράνημα αστικού φιλελευθερισμού συμπίπτει χρονολογικά με την εποχή κατά την οποία «αρχή των εθνοτήτων» έγινε μείζον ζήτημα στη διεθνή πολιτική[7]. Σε μία προσπάθεια περιγραφής της κοινωνικής κατάστασης του 19ου αι, θα λέγαμε πως χαρακτηρίζεται από μια σειρά αλληλεξαρτώμενων διαδικασιών, την εμφάνιση έθνους, του φιλελευθερισμού και του ελεύθερου εμπορίου.  Η ιστορική αυτή σύμπτωση, ουσιαστικά εξαναγκάζει το νεοσύστατο κίνημα να απαντήσει στο ερευνητικό ερώτημα περιόδου: «ποιοι από τους πολυάριθμους πληθυσμούς μπορούν να ταξινομηθούν ως εθνότητα και να αποκτήσουν ένα κράτος και ποια κράτη που υπήρχαν θα διαπνέονταν από την ιδέα του έθνους[8]»;

Ο ίδιος ο φιλελευθερισμός στην προσπάθειά του να απαντήσει, δημιουργεί έναν ταξινομητικό λόγο, εν είδη καταλόγου, στον οποίο συμπυκνώνονται τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αποδίδονταν η ιδιότητα του «έθνους, σύμφωνα με τις αξίες και την ιδεολογία των εκπροσώπων του. Βασικός στόχος του λόγου αυτού φαίνεται να είναι η σύμπλευση της λειτουργίας του έθνους κράτους με την πορεία ανάπτυξης του καπιταλισμού.

Στα πρώτα κείμενα των φιλελεύθερων (συγκεκριμένα του Άνταμς Σμιθ) το έθνος, ταυτίζεται με το εδαφικό κράτος και οι έννοιες κοινότητα, κοινωνία, έθνος, κράτος και λαός εμφανίζονται άκρως συγκεχυμένες και σχεδόν ταυτόσημες. Σύμφωνα με οικονομική φιλελεύθερη θεωρία, η οικονομική ανάπτυξη μεταξύ 16ου και 18ου αι προχώρησε με βάση κράτη εδαφικώς προσδιορισμένα, αυτές οι εθνικές ενότητες συγκρότησαν τον αναπτυγμένο κόσμο της βιομηχανίας. Έτσι, με βάση αυτή την θεωρία, η ανάπτυξη της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονομίας συνδέεται ολοκληρωτικά με τις εθνικές οικονομίες ενός αριθμού ανεπτυγμένων εδαφικών κρατών. Ο Edwin Cannan εμπνεόμενος από τα γραπτά του Adams Smith, ορίζει το έθνος ως ένα σύνολο ατόμων που ζουν στα εδάφη ενός κράτους. Ο  John Rae απ’ την άλλη, ασκώντας κριτική στον Smith, θεωρεί ότι τα ιδιωτικά και τα εθνικά συμφέροντα δεν είναι ταυτόσημα, από την στιγμή που  το αυτό-συμφέρον του ιδιώτη δεν αυξάνει απαραίτητα τον πλούτο του έθνους.

Οι φιλελεύθεροι μελετώντας την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής τους, διαπιστώνουν πως η ύπαρξη κρατών με οικονομική πολιτική (νομισματικό μονοπώλιο και δημόσια έξοδα), αποτελεί φαινόμενο που πρωτοεμφανίζεται τον 19ο αι. και καταλήγουν στο συμπέρασμα πως «ο διαχωρισμός της ανθρωπότητας σε αυτόνομα έθνη είναι ουσιαστικά οικονομικός» και πως «κανένα έθνος δεν απέκτησε πλούτο χωρίς τη λειτουργία μιας κυβέρνησης»[9]. Λαμβάνοντας πολύ σοβαρά υπ’ όψιν του τις παραπάνω φιλελεύθερες παραδοχές ο Alexander Hamilton, συνδέει το έθνος με το κράτος και την οικονομία[10]. Επηρεασμένος από αυτόν, ο Friedrich List  διατυπώνει με σαφήνεια ένα χαρακτηριστικό της φιλελεύθερης αντίληψης του έθνους, «ότι έπρεπε να διαθέτει ικανοποιητικό μέγεθος ώστε να μπορέσει να αποτελέσει βιώσιμη μονάδα ανάπτυξης, αν έπεφτε κάτω από το όριο δεν είχε καμία ιστορική δικαίωση»[11]

Σχεδόν ταυτόχρονα ο Gustav Cohn διατύπωσε την θεωρία του  για τα οφέλη των κρατών μεγάλης κλίμακας, η οποία συμπυκνώνεται στην φράση του, «το μέλλον του πολιτισμένου κόσμου θα λάβει την μορφή της δημιουργίας μεγάλων κρατών». Λίγο αργότερα οι Mazzini και Mill κατασκευάζουν την θεωρία της «αρχής των εθνοτήτων», η οποία αφορούσε κράτη μεγάλης εδαφικής έκτασης. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία σε έθνη μπορούσαν να αναχθούν μόνο εθνικότητες κάποιου μεγέθους. Η θεωρία αυτή δίνει στο πλαίσιο της ρητορικής της εξουσίας άλλη διάσταση. Πλέον εμφανίζονται στον Λόγο της, έννοιες όπως «kleinstaaterei» (σύστημα μικροσκοπικών κρατών) και «βαλκανοποίηση», λέξεις με μειωτικό χαρακτήρα, που χρησιμοποιούνται ως πολιτικές προσβολές, εφόσον χαρακτήριζαν έθνη μη-βιώσιμα οικονομικά και πολιτισμικά, έθνη που ήταν «ανάξια» να θεωρούνται έθνη. Δημιουργείται έτσι ένα νέο ενδο-ομαδικό και διο-ομαδικό πλαίσιο λόγου, που λειτουργεί με άξονα το στερεότυπο, που αποδίδεται στα «μικροσκοπικά κράτη» για να δικαιολογήσει την σχέση κυριαρχίας μεταξύ αναπτυγμένων και υποανάπτυκτων περιοχών. Έτσι, ο Άλλος δεν είναι απλά διαφορετικός, αλλά και κατώτερος, και η ανωτερότητα των βιομηχανικών περιοχών δεν είναι δυνατή παρά μόνο σε σχέση με την κατωτερότητα των υπανάπτυκτων. Με δύο λόγια από αυτό το σημείο ο φιλελεύθερος λόγος δημιουργεί μια σχέση ιεραρχικής αλληλεξάρτησης που απαιτεί μια αναπαραστασιακή σχέση, η οποία προσφέρει μια νομιμοποίηση όσον αφορά στις ανισότητες και μια σταθερότητα όσον αφορά στο σύστημα.

Ο αστικός φιλελευθερισμός 1830-1880, διατύπωσε τρία κριτήρια, τα οποία επέτρεπαν σε έναν λαό να ταξινομηθεί ως έθνος, με προϋπόθεση να είναι αρκετά μεγάλος ώστε να είναι βιώσιμος. Το πρώτο είχε να κάνει με την ιστορική σχέση με ένα με ένα σημερινό κράτος που να έχει μακροχρόνιο ιστορικό παρελθόν. Το δεύτερο με την ύπαρξη πολιτικής ελίτ που να διαθέτει τη δικιά της εθνική λόγια και διοικητική καθομιλούμενη γλώσσα. Τέλος να διαθέτει αποδειγμένη ικανότητα για κατακτήσεις, έτσι ώστε ο λαός να έχει συνείδηση της συλλογικότητας – συλλογικής ταυτότητα. Με βάση τη φιλελεύθερη ρητορική ένα έθνος για να είναι ανεξάρτητο και άρα κυρίαρχο θα έπρεπε να είναι μεγάλο και άρα βιώσιμο, επομένως μερικά μικρά έθνη ήταν καταδικασμένα να εξαφανιστούν. Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται ακόμα μια προβληματική στον φιλελεύθερο λόγο για τα έθνη, το γεγονός ότι δεν προέβλεψε τι θα γινόταν με τα μεσαίου μεγέθους έθνη και το γεγονός ότι δεν ήταν προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει την έκρηξη  εθνικών κινημάτων με μαζική υποστήριξη και αίτημα να γίνουν ανεξάρτητα αυτόνομα κράτη, πράγμα που προϋπέθετε σημαντικές αναθεωρήσεις των κριτηρίων του τι είναι έθνος[12]

 

Γενικά για τη σύσταση ελληνικού κράτους

Από την στιγμή που αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η οικοδόμηση της εθνικής ταυτότητας και συνείδησης στην Ελλάδα, σε αυτό το κομμάτι θα αναλύσουμε την κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα κατά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, την λειτουργία της μεγάλης ιδέας  τον λόγο των θεσμών και τη λειτουργία των μηχανισμών τους καθώς και τους άξονες στους οποίους δομείται η εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα, ακριβώς για να διαπιστώσουμε τις ομοιότητες και τις διαφορές της ελληνικής εθνικής ταυτότητας με τις υπόλοιπες της Ευρώπης.

Από τις αρχές του 19ου αι. παρατηρείται σταδιακή παράλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μιας αυτοκρατορίας που συγκροτούνταν από πάμπολλες εθνικές μειονότητες οι οποίες πλέον διεκδικούν την ανεξαρτησία τους.  Έτσι, προκειμένου να διεκδικήσει την αυτοκυριαρχία του, ο ελληνικός λαός καλείται για πρώτη φορά να παρατηρήσει το πλέγμα των δεσμών του με τους «Άλλους»,  προκειμένου να αναγνωρίσει τον εαυτό του, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, να δομήσει μια νέα εθνική ταυτότητα , να καθορίσει την θέση του στον κόσμο. Καλείται αφενός να θυμηθεί την μακροχρόνια επαφή του με τους  άλλους βαλκάνιους λαούς υπό την κοινή ορθόδοξη οθωμανική κοινότητα και αφετέρου  να επανεξετάσει τις σχέσεις του με τη δυτική κουλτούρα με την οποία τον συνδέει μια ιδιαίτερη σχέση λόγω του ότι η τελευταία άντλησε τα δομικά της θεμέλια από την ελληνική πολιτισμική παρακαταθήκη.

Η δεκαετία του 1820 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η δεκαετία κατά την οποία η νομιμότητα της απόλυτης μοναρχίας κλονίζεται με την εμφάνιση εθνικών επαναστάσεων φιλελεύθερου τύπου[13]. Την ίδια χρονιά συντελείται η ισπανική εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση, η οποία καταδικάζεται από τις τρείς Μεγάλες Δυνάμεις, που αυτοανακηρύσσονται διαχειρίστριες του πεπρωμένου του ισπανικού λαού. Ένα χρόνο μετά, το 1821, ξεσπά η ελληνική επανάσταση και τυγχάνει της ίδιας αποδοκιμασίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Σχεδόν ταυτόχρονα πρωτοεμφανίζεται στη διπλωματική γλώσσα ο όρος Ανατολικό Ζήτημα, για να περιγράψει την αποχώρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις κτίσεις της στα Βαλκάνια και την περιοχή του Ευξείνου Πόντου και τη σταδιακή προώθηση της Ρωσίας προς τις κτίσεις αυτές καθώς και τα οικονομικά και γεωπολιτικά ζητήματα που προκύπτουν από αυτή τη στρατηγικού διοικητικού τύπου μεταβολή. Σχεδόν ταυτόχρονα εμφανίζεται ένα κίνημα φιλελληνισμού περισσότερο ως έκφραση του γενικότερου φαινομένου του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού παρά ως έκφραση σεβασμού για τη πολιτισμική παρακαταθήκη της Ελλάδας.

Γίνεται πλέον πρόδηλη η επιθυμία για την προστασία της Ελλάδας ως πολιτισμικής γενετήριας, συγκαλύπτεται δηλαδή  με τη μορφή διπλωματικής δικαιολογίας πρόθεση για γεωπολιτικό και οικονομικό έλεγχο μιας περιοχής με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Κάπως έτσι, ο ελληνικός λαός ξεκινά να διχάζεται. Βρισκόμαστε ήδη στο 1825 , πέντε χρονιά μετά την απελευθερωτική επανάσταση και πέντε χρόνια πριν την ίδρυση του ελληνικού κράτους, μιλάμε για τη χρονιά που υπογράφτηκε το ψήφισμα της υποτέλειας. Με λίγα λόγια την στιγμή που τίθεται ένα πολύ σοβαρό ζήτημα ταυτότητας με στόχο την ελληνική αυτοκυριαρχία , τη στιγμή που πρέπει να μελετηθεί μια ιστορική κατάσταση, από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της, ως μεταβατική και να δοθεί χρόνος προσαρμογής στα νέα δεδομένα για τη δημιουργία νέας, εθνικής πλέον ταυτότητας, η πολιτική ανεξαρτησία της χώρας παραδίδεται σε ξένα χέρια, κάθε συνταγματικό εγχείρημα ακυρώνεται και κάθε επαναστατική προσπάθεια ποδοπατιέται. Οι Έλληνες φαίνεται να δυσκολεύονται να αποκολληθούν.

Ο κλονισμός της νομιμότητας της απόλυτης μοναρχίας, το ανατολικό ζήτημα και η εμφάνιση του κινήματος του φιλελληνισμού είναι, που σε τελική ανάλυση διαμορφώνουν την κοινή γνώμη και οδηγούν την Αγγλία τη Γαλλία και τη Ρωσία να συνάψουν το 1827 την Τριπλή Συμμαχία με σκοπό την διαμεσολάβηση μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας(Υψηλής Πύλης)  και Ελλάδας και τον τελικό διακανονισμό του ζητήματος για την αυτονομία της Ελλάδας κάτω από την επικυριαρχία, πάντα, του Σουλτάνου και την επιθυμητή ανακωχή των εμπολέμων. Η άρνηση της Πύλης να υποταχτεί στη θέληση της Τριπλής Συμμαχίας είχε ως αποτέλεσμα την Ναυμαχία του Ναυαρίνου και την καταστροφή του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου.

 

Μόνο λίγο καιρό διχασμένοι : ετερόχθονες, αυτόχθονες και δυτικοί χθόνιοι δαίμονες

Το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας στην Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον από το 19ο αι. Η διαδικασία συγκρότησης εθνικής ταυτότητας ξεκινά επισήμως από το 1830, με  την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Τα στοιχεία που συντέλεσαν στη γένεση του ελληνικού κράτους είναι από την μια το πνεύμα του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, που χαρακτήριζαν εν γένει όλο τον 19ο αι και από την άλλη η αναζήτηση  νομιμοποίησης των επαναστατημένων. Φορείς δημιουργίας του υπήρξαν όχι οι άνθρωποι που σήκωσαν τα όπλα για την υπεράσπιση της πατρίδας τους, αλλά οι πολιτισμένοι δυτικόφρονες οι οποίοι κατείχαν ήδη  την εμπειρία του ορθού τρόπου οικοδόμησης ενός έθνους. Σκοπός της δυτικής εμπλοκής στα ελληνικά πράγματα ήταν η εδραίωση της κεντρικής εξουσίας , η κατοχύρωση ατομικών ελευθεριών, η ένταξη της Ελλάδας στο πεδίο επιρροής του φιλελευθερισμού και ο περιορισμός της τοπικής αυθαιρεσίας.

Οι διαφορετικές προσδοκίες των Ελλήνων, φανερώνουν τον αντιφατικό χαρακτήρα του κράτους ήδη από την γέννηση του. Απ’ την μια, οι διαφωτιστές και οι λόγιοι, που επιθυμούσαν ένα κράτος με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Απ’ την άλλη, οι προύχοντες και στρατιωτικοί, που αποζητούσαν την διατήρηση και εί δυνατόν τη διεύρυνση προσωπικών τους προνομίων. Και τέλος, ο λαός, που ζητούσε  να αποδοθεί δικαιοσύνη όσον αφορά στον ηρωικό του αγώνα, και να αποκτήσει τα απαραίτητα μέσα για την επιβίωση του[14].

Ταυτόχρονα σε κοινωνικό επίπεδο, διαμορφώνονται δύο απόψεις για το περιεχόμενο της εθνικής ταυτότητας, και οι δύο άκρως επηρεασμένες από το πνεύμα του διαφωτισμού. Η μία έχει να κάνει με τη διευρυμένη γεωγραφικά έννοια του ελληνισμού και εκπροσωπείται από τους ετερόχθονες. Η άλλη, θεωρεί την Ελλάδα κληρονόμο του κλασικού αρχαίου κόσμου και με αυτόν τον τρόπο ταυτίζεται η έκταση του οθωνικού κράτους με εκείνη της αρχαίας Ελλάδας του 5ου π.Χ. αι και εκπροσωπείται από τους αυτόχονες. Κοινό στοιχείο μεταξύ των δύο απόψεων είναι η αντίληψη τους για το Βυζάντιο, το οποίο  θεωρείται νεκρή ζώνη μεταξύ αρχαίας ελληνικής εποχής και νεοελληνικής περιόδου[15].

Οι δύο αυτές απόψεις εκπροσωπούν  δύο είδη πολιτισμικών ταυτοτήτων με διαφορετικές βάσεις η κάθε μία. Κατά παράδοξο τρόπο αυτές οι δύο ταυτότητες δεν θεωρήθηκαν ξεχωριστές, αλλά συγχωνεύτηκαν δημιουργώντας δύο κατευθύνσεις-άξονες για τη δημιουργία της κοινής ελληνικής ταυτότητας. Το γεγονός ότι οι δύο άξονες συνδύαζαν το ανατολίτικο και το αρχαιοελληνικό, όπως το αντιλαμβάνονταν οι Δυτικοί, στοιχείο, είναι που δημιουργούσε μια σύγχυση στο μυαλό των Ελλήνων όσο αναφορά τη καταγωγή, τις επιδιώξεις και πάνω απ’ όλα τον τρόπο με τον οποίο καλούταν  να δομήσουν την ταυτότητά τους, την εικόνα που θα είχε γ’ αυτούς ο κόσμος. Αυτή η σύγχυση είχε ως αιτία της τον διχασμό (εγγενές χαρακτηριστικό) των Ελλήνων, ο οποίος εντοπίζεται ήδη, πριν τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους τους, και ως αποτέλεσμα μια κοινωνικού τύπου νεύρωση που απαντούσε σε κάθε μια-έναν από όσους κατοικούσαν στη περιοχή. Μόνος κοινός τόπος μεταξύ των δύο απόψεων η έννοια του «ηρωισμού», που κατά τη βυζαντινή περίοδο μεταγράφεται ως «αγιοσύνη» και αποτελεί μια πρώτη βάση για τη δόμηση ταυτότητας.

Πλέον οι δύο βασικοί άξονες δόμησης της ελληνικής εθνικής ταυτότητας φαίνεται να συγκρούονται βίαια μεταξύ τους και το ιστορικό κενό, το κενό στη πλοκή της αφήγησης της εθνικής μας ιστορίας, το κενό μεταξύ αρχαιότητας και Βυζαντίου μετατρέπεται σε πολιτισμικό και πολιτικό χάσμα για την ελληνική κοινωνία. Η ανθρωπιστική αρχαιότητα με την ισορροπημένη αλληλεξάρτηση της απρόσωπης πόλης και πολίτη έρχεται σε αντίθεση με την υποταγή του ατόμου στην προσωπική βούληση του μονάρχη όπως παρατηρείται κατά την περίοδο των βυζαντινών χρόνων[16]. Απ τη μια η έλξη για το αρχαίο ελληνικό παρελθόν μοιάζει  να συνδέει τους Έλληνες περισσότερο με τους δυτικοευρωπαίους μιας και αυτό το παρελθόν αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την πολιτισμική πρόοδο που προσέφερε η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, αυτό το παρελθόν λειτούργησε ως  ακρογωνιαίος λίθος για τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό. Απ την άλλη η ορθοδοξία φαίνεται να συνδέει τους έλληνες περισσότερο με τους ομόδοξους ανατολικούς παρά με τους ετερόδοξους δυτικούς. Το ορθόδοξο δόγμα μάλιστα επηρεάζει τόσο βαθιά την ελληνική κουλτούρα ώστε συναντάται ακόμα και στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, που τόσο είχε συνηθίσει το δυαρχικό Βυζάντιο και τη μοιρασιά της εξουσίας μεταξύ Αυτοκράτορα και Πατριάρχη και που τώρα φαίνεται να δυσανασχετεί και να δυσκολεύεται να διαχειριστεί τα νέα πολιτικά δεδομένα της ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας- πόσο μάλλον  να συγκροτήσει εθνική ταυτότητα σ αυτή τη βάση[17]. Η δυσκολία συγχρονισμού με τη συγκυρία φαίνεται  να ξεκινά από το συγκεχυμένο των όρων «θρησκεία», «πολιτισμός», «πολιτική».

Το κενό αυτό καλύπτει τελικά ο Κ. Παπαρηγόπουλος, ο οποίος κατοχυρώνει τη  διαχρονία της εθνικής ταυτότητας μέσα από την θεώρηση του Βυζαντίου ως αναπόσπαστου κομματιού της ελληνικής ιστορίας, υπογραμμίζοντας τη συνεχή παρουσία πολιτισμικών στοιχείων του Βυζαντίου στη καθημερινή ζωή των Ελλήνων του 19ου αι. Θεμελιώνεται με αυτόν τον τρόπο η ενότητα του Ελληνισμού στον χρόνο, για να θεμελιωθεί αργότερα και η ενότητά του στον χώρο λίγο αργότερα μέσα από την Μεγάλη Ιδέα, τον μεγάλο εθνικό μας μύθο.

 

Μεγάλη Ιδέα: ο μεγάλος εθνικός μύθος ενός μικρού λαού

Η ανάγκη δόμησης ενός ελληνικού έθνους-κράτους προκύπτει τη στιγμή που η οθωμανική αυτοκρατορία βρίσκεται στην κατάσταση του Μεγάλου Ασθενούς και ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη ισχυροποιούνται τόσο ώστε να διεκδικούν το μονοπώλιο της εξουσίας στις διοικητικές της περιφέρειες. Το παράδοξο ξεκινά με την επιλογή των «δομικών υλικών» για το νεοελληνικό οικοδόμημα. Ενώ τα υπόλοιπα έθνη κράτη της Ευρώπης δομήθηκαν στον άξονα ενός συγκεκριμένου κρατικού μηχανισμού και στη συνέχεια επιχείρησαν την εθνική τους συνοχή μέσα από μια ισχυρή εθνική ιδεολογία – πέρασαν σα να λέμε από δυο κατασκευαστικά στάδια με πρώτο αυτό που έχει να κάνει με την οργάνωση του κράτους – και δεύτερο αυτό που αφορά στην ιδεολογική συγκρότηση του έθνους, η κατασκευή του ελληνικού κράτους και γενικότερα των βαλκανικών κρατών φαίνεται να βασίζεται σε μια πλήρως αντεστραμμένη διαδικασία. Με δύο λόγια, ενώ είναι κοινώς αποδεκτό ότι το κομμάτι της οθωμανικής αυτοκρατορίας που περιλαμβάνει τα βαλκάνια είναι πολυφυλετικό, κατοικείται δηλαδή από ποικίλες εθνότητες και ότι η «κατασκευαστή διαδικασία» ενός έθνους κράτους περιλαμβάνει δύο συγκριμένα επίπεδα με συγκεκριμένη χρονική σειρά, επιχειρείται η συγκρότηση των βαλκανικών κρατών με άξονα την εθνική καθαρότητα, χωρίς να υπάρχει κρατικός μηχανισμός προς λειτουργία και χωρίς φυσικά να υπάρχει φυλετική καθαρότητα σε αυτή την γεωγραφική έκταση και σε δεύτερο επίπεδο η συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού σε καθένα από αυτά.

«Μεγάλες ιδέες» συναντώνται εκείνη την περίοδο σε όλα τα βαλκανικά κράτη. Όσον αφορά στην Ελλάδα ήδη από την περίοδο της εθνικής απελευθέρωσης του 1821 ξεκινά η κουβέντα σχετικά με την Μεγάλη Ιδέα, τον μεγάλο εθνικό μύθο, που διατυπώθηκε από τον Κωλλέτη και χρησιμοποιήθηκε από τον Βενιζέλο.

Συμφώνα με τον Κλωντ Λεβί Στρώς ο μύθος είναι ένας τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς μια κατάσταση αδύνατη μέσω του συμβολικού.  «Ο μύθος αφηγείται την ανθρώπινη ιστορία. Δεν είναι η ιστορία του ανθρώπου, όμως μπορεί  να συμβολοποιήσει την ιστορία και τον ψυχικό βίο εντός του ανθρώπου ή να φανερώνει το συλλογικό η ατομικό υποσυνείδητο, ή ακόμη να είναι ένα συλλογικό μεταβατικό αντικείμενο[18].» Ακριβώς έτσι λειτούργησε η Μεγάλη Ιδέα όσον αφορά στη δόμηση του ελληνικού έθνους- κράτους καθώς και αυτή του συλλογικού ασυνειδήτου. Χρησίμευσε δηλαδή ως συλλογικός μύθος, ως τρόπος αφήγησης μιας εθνικής ιστορίας, ενός μικρού λαού που επιθυμεί να αναγνωριστεί το πολιτιστικό του μεγαλείο, ως αναπαράσταση ενός ιδανικού συλλογικού βίου , ως συλλογικό μεταβατικό αντικείμενο. «Ο μύθος είναι ψυχή, τραύμα, διήγηση και ιστορία μαζί. Οι μύθοι αγγίζουν τον πυρήνα του ανθρώπινου ψυχισμού και εξιστορούν το πέρασμα από το αρχαϊκό πεδίο στο συνειδητό και από το Εκείνο στο Εγώ[19]»

Έτσι η Μεγάλη Ιδέα μπορεί να ερμηνευθεί συμβολικά ως μια προσπάθεια για αναζήτηση της νέας ελληνικής ταυτότητας στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν, ως μια στροφή του εθνικού βλέμματος στο παρελθόν, ως μια αναπαράσταση της αρχαϊκής μητέρας στο σώμα μιας σύγχρονης πατρίδας. Ακριβώς επειδή η Μεγάλη Ιδέα είναι κατά βάση ιδέα και η ιδέα αναπαριστάται σε δύο εκδοχές, ένα άλλο φαινόμενο που παρατηρείται ήδη από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους είναι η διάσπαση της κυρίαρχης τάξης σε δύο αντικρουόμενα στρατόπεδα με βασική αιτία τον διαφορετικό τρόπο αναπαράστασης της Μεγάλης Ιδέας. Απ την μια οι διαφωτιστές και οι έμποροι και από την άλλη οι κοτζαμπάσηδες και οι προεστοί.  Ο εθνικός διχασμός όπως μελετήθηκε προηγουμένως προκύπτει στη πραγματικότητα από τον διαταξικό διχασμό της άρχουσας τάξης της εποχής και  έχει ως αιτία την διττή εκδοχή της μεγάλης ιδέας.

Λόγος των θεσμών στην παράλογη Ελλάδα

Αφού αναλύσαμε τη λειτουργία της Μεγάλης Ιδέας ως εργαλείου εθνικής ενότητας και ομογενοποίησης, στη συνέχεια θα ασχοληθούμε με τον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται ο λόγος των θεσμών στην Ελλάδα και με τον τρόπο που ενσωματώνεται σε αυτόν ο λόγος περί «Μεγάλης Ιδέας» .  

Η οικοδόμηση του έθνους αντανακλά την προσπάθεια γεφυρώματος του χάσματος μεταξύ νέου κράτους και παραδοσιακής κοινωνίας, την ανάγκη για  καλλιέργεια μιας ομοιογενούς εθνικής ταυτότητας με σκοπό να συγκεραστούν οι κοινωνικές ανισότητες[20]. Για αυτό τον σκοπό τέθηκαν σε λειτουργία ορισμένοι μηχανισμοί με κύριο έργο τους την εξασφάλιση κοινωνικής ομοιογένειας, και βασικό τους εργαλείο τον λόγο σχετικά με τη Μεγάλη Ιδέα. Σε αυτό το πλαίσιο προκύπτει η ανάγκη για διαμόρφωση ενός ιδεολογικού κώδικα με κεντρικές αρχές τις εκκλήσεις υπέρ μιας  «μεγάλης πατρίδας» και μια εθνικιστική ρητορική. Με αυτό τον τρόπο συνθέτεται ο λόγος των νέων κρατικών θεσμών, οι οποίοι αναλαμβάνουν τον εγκοινωνισμό της πολιτικής παράδοσης του νέου κράτους[21].

 Σε αυτή την κατεύθυνση λειτούργησε πρώτα-πρώτα ο Μηχανισμός του εθνικού στρατού, οι λειτουργίες του οποίου θυμίζουν τις κατευθύνσεις για τη συγκρότηση του έθνους[22].

Το πρώτο πρόβλημα που τέθηκε προς επίλυση ήταν εκείνο της πειθάρχησης των ατάκτων. Για τη μεταμόρφωσή τους σε πειθαρχημένες μονάδες ένοπλων ομάδων δημιουργήθηκαν προγράμματα στρατιωτικής εκπαίδευσης. Γενικά ο τακτικός στρατός λειτούργησε αρχικά ως ελκτικός μαγνήτης για ελληνικούς πληθυσμούς εκτός βασιλείου. Επιχείρησε την επιβολή κοινωνικής ομοιογένειας, μέσω του γλωσσικού εξελληνισμού των κατακτημένων πληθυσμών, θέτοντας την κοινή εμπειρία ως βάση για ανακάλυψη κοινής κοινωνικής ταυτότητας. Τέλος εξυπηρετούσε τη γεωγραφική μετακίνηση πληθυσμών και δημιουργούσε ένα  αίσθημα κοινής πατρίδας.

Για την καλλιέργεια ενιαίας εθνικής ταυτότητας κρίσιμο ρόλο έπαιξε και ο θεσμός της εκπαίδευσης. Ήδη από την πρώτη πεντηκονταετία της κρατικής λειτουργίας αναπτύχθηκε ένα δίκτυο εκπαίδευσης, που αντανακλούσε την εκπαιδευτική φιλοσοφία του κράτους. Η εκπαίδευση οργανώθηκε σε δύο άξονες. Βασικός στόχος ήταν αφ’ ενός η μετάδοση πρακτικών γνώσεων και η συμβολή στην αγροτική οικονομία μέσα από την ανάπτυξη του εκπαιδευτικού επιπέδου του αγροτικού πληθυσμού. Απ’ την άλλη κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα αποτελούσε το πρόβλημα της γλωσσικής ποικιλομορφίας, που εμπόδιζε την γλωσσική επικοινωνία, το οποίο καλούταν να αντιμετωπίσει η εκπαίδευση καλλιεργώντας μια γλωσσική ομοιογένεια και περιορίζοντας την χρησιμοποίηση των τοπικών ιδιωμάτων[23].

Ένας τρίτος μηχανισμός για τη καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας ήταν η δικαστική εξουσία, η οποία αποτελούσε ένα ισχυρό ιδεολογικό μέσο για τη τιμωρία μη συμβατών συμπεριφορών με τα πλαίσια της εθνικιστικής ιδεολογίας. Αν και αρκετά αναποτελεσματική όσον αφορά τον περιορισμό του ληστρικού φαινομένου, η δικαστική εξουσία κατάφερε να πετύχει την συμμόρφωση και να επιβάλλει την ομοιογένεια σε όσους είχαν ξεφύγει από τους άλλους δύο μηχανισμούς, το στρατό και την εκπαίδευση.

Η επέκταση του κρατικού ελέγχου συντελούνταν μέσα από την συγκέντρωση εξουσίας στο κράτος, μέσα από την αύξηση της γραφειοκρατίας και τη καταστροφή της τοπικής αυτονομίας. Για  τη νομιμοποίηση της εθνικής ενότητας χρησιμοποιήθηκε μία εθνικιστική ρητορική, η οποία παίρνει σάρκα και οστά μέσα από το εθνικιστικό δόγμα της Μεγάλης Ιδέας, που αντανακλούσε ουσιαστικά στην ανάγκη της εποχής για παραμερισμό των κοινωνικών αντιθέσεων. Η Μεγάλη Ιδέα όπως διατυπώθηκε από τον Κωλέττη , αφορούσε στην ενότητα του έθνους πέρα από τα σύνορα του βασιλείου. Το βασικό πρόταγμα των εκπροσώπων της, είχε να κάνει με  την ισότητα δικαιωμάτων όλων των απανταχού Ελλήνων, ανεξάρτητα από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκαν, στη πραγματικότητα όμως σκόπευε στη συγκάλυψη της αντίθεσης μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων[24].

Μελετώντας τα επίπεδα του δόγματος της εθνικής ενότητας διαπιστώνει κανείς πως αντανακλούν σε  τρία επίπεδα θεσμικού λόγου, που στόχο έχει την συγκάλυψη ορισμένων κοινωνικών αντιθέσεων. Σε κοινωνικό επίπεδο, η εθνική ενότητα εξασφαλίζεται μέσα από την παραγωγή ενός πολιτισμικού λόγου με σκοπό την συγκάλυψη της εθνικής πολυδιάσπασης. Σε γεωγραφικό επίπεδο ενεργοποιείται ένα άλλο είδος λόγου, το οποίο τονίζει την ενότητα του Ελληνισμού μέσα και έξω από το βασίλειο και στοχεύει στη  συγκάλυψη της εθνικής διάσπασης σε αυτόχθονες και ετερόχθονες. Τέλος σε ιστορικό επίπεδο λειτουργεί ένας τρίτος λόγος που επιχειρούσε να «υπερβεί τις ανασφάλειες σχετικά με την εθνική ταυτότητα που πήγαζαν από τις πολιτισμικές αντινομίες ανάμεσα στα κυριότερα στοιχεία της ελληνικής κληρονομιάς, την κλασσική Ελλάδα και το μεσαιωνικό χριστιανικό Βυζάντιο.»[25]

Στο πλαίσιο του προγράμματος γα την ενδυνάμωση της εθνικής ενότητας, δύο πρωτοβουλίες του ελληνικού κράτους αποδείχθηκαν άκρως τελεσφόρες, η ανακήρυξη του αυτοκέφαλου της εκκλησίας και η ίδρυση του εθνικού πανεπιστημίου. Η εκκλησιαστική ανεξαρτησία της Ελλάδας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης αποτέλεσε σημαντική παρέκκλιση από την ορθόδοξη παράδοση. Αντανακλούσε μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της παράδοσης της Ανατολίτικης Ορθοδοξίας με άξονα ένα νέο σύστημα αξιών βάσει του οποίου οι έννοιες της Εκκλησίας και του έθνους συνδέονται παράλογα και για  πρώτη φορά. Ταυτόχρονα το Πανεπιστήμιο Αθηνών παρήγαγε τον λεγόμενο ιδεολογικό εθνικισμό με σκοπό να εκπαιδευτούν ιδεολογικά οι άνθρωποι που στη συνέχεια θα στελεχώσουν του κρατικούς θεσμούς. Το Πανεπιστήμιο ξεκίνησε να αποκτά τον χαρακτήρα του φορέα του Δυτικού Πολιτισμού στην Ανατολή και ένας από τους βασικούς του σκοπούς του έγινε η ενσωμάτωση των ελληνόφωνων ορθόδοξων στο σύστημα του ελληνικού εθνικισμού. Αυτές οι δύο πρωτοβουλίες ουσιαστικά αντανακλούσαν σε μια γενικότερη προσπάθεια να αναδειχθεί η διαχρονία της εθνικής ταυτότητας των ελλήνων ώστε να μπορέσει να υλοποιηθεί η εθνική ομοιογένεια και να επανασυστηθεί η νέα πλέον Ελλάδα στον κόσμο, στους άλλους, στη κοινωνία τω εθνών, μέσα από την σύνθεση των δύο αξόνων της ταυτότητάς της, της έλξης για το αρχαίο παρελθόν και της αποτύπωσης του βυζαντινού στοιχείου στη κοινωνική πραγματικότητα. Στο επόμενο τμήμα της μελέτης μας, θα ασχοληθούμε με την ανάλυση των αξόνων αυτών.

Η μητέρα Πατρίδα, η μητέρα Παναγία και άλλες ελληνικές οικογενειακές ιστορίες

Για να καταλάβουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η εθνική ταυτότητα στη συγκριμένη συγκυρία θα πρέπει να μελετήσουμε τους άξονες πάνω στους οποίους δομείται, οι οποίοι όπως ήδη αναφέραμε είναι οι εξής δύο: ο ένας έχει να κάνει με την στροφή στο αρχαίο παρελθόν και ο άλλος με την συνεχή παρουσία του βυζαντινού στοιχείου στην ελληνική καθημερινότητα.

Ένα πρώτο βήμα για τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας με άξονα το αρχαίο ελληνικό παρελθόν είναι η επαναφορά της μνήμης, η στροφή στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν. Η αφήγηση ξυπνά τα στοιχεία εκείνα που σώζονται διαχρονικά στην ψυχοσύνθεση των πολιτών. Τα θρυμματισμένα κομμάτια της ελληνικής ταυτότητας ανιχνεύονται στο χώρο και τον χρόνο μέσα από τις προφορικές αφηγήσεις.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο των ελληνικών προφορικών αφηγήσεων είναι ότι τα πάθη της κοινότητας αντανακλούν τα οικογενειακά πάθη και αντιστρόφως[26]. Το στοιχείο αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στις αρχαίες τραγωδίες όπου κυριαρχεί η μητρική μορφή ή αλλιώς η μορφή της αρχαϊκής μητέρας. Μορφές όπως,  η Μήδεια, η Κλυταιμνήστρα, η Ιοκάστη, η Εκάβη, η Αγαύη, η Γαία. Μητέρες που γεννούν και θάβουν τα παιδιά τους αιωνίως. Ο αρχετυπικός μύθος και το μητρικό πένθος που τον συνοδεύει χρησιμοποιούνται στο αρχαίο δράμα ως μέσα «για να θίγονται ζητήματα πολιτικής αντίληψης και ηθικής τάξης.»[27] Το παρόν μετατρέπεται σε φρικτό σκηνικό εξαιτίας της διάψευσης των σχεδίων για μια καλύτερη ζωή και της ματαίωσης της υποσχόμενης ευτυχίας και οι μητρικές μορφές μετατρέπονται σε τραγικές φιγούρες που τις χαρακτηρίζει η  εσωτερική ετερότητα. Σε αυτό το σημείο οι μητέρες αυτές ξεκινούν μία αναδρομή στο παρελθόν που στόχο έχει την αναζήτηση και παρουσίαση της ταυτότητας τους. Η ασυνείδητη αναδρομή στο παρελθόν μετατρέπεται σε εφιαλτική ανακεφαλαίωση. Το οικείο παραδίδεται δίπλα στο ανοίκειο[28] .

Θα μπορούσαμε ακόμα να ισχυριστούμε ότι η αναπαράσταση της πατρίδας και της γυναίκας βρίσκουν κοινό τόπο στη μορφή της αρχαϊκής μάνας. Η αρχαϊκή μητέρα λειτουργεί ως μήτρα μνήμης της κοινότητας και του οίκου, η συμβολή της στη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας είναι σημαντική ακριβώς επειδή η ελληνική ταυτότητα δομείται με άξονα το αρχαίο ελληνικό παρελθόν. Κρίνεται άρα αναγκαία για τη δόμηση της εθνικής ταυτότητας η επαναφορά της μνήμης. Έτσι η μνήμη είναι φορέας πολιτισμού και η μορφή της αρχαϊκής μητέρας λειτουργεί ως διαμεσολαβητής για την ενσωμάτωση της μνήμης στη σύγχρονη αναπαράσταση του συλλογικού «Εγώ».

Η ανάκτηση του παρελθόντος καταργεί τον χρόνο. Όταν το «τώρα» γίνεται  εφιάλτης, το «παρόν» δίδεται στην ανάμνηση[29]. Με αυτόν τον τρόπο και από αυτό το σημείο, το παρόν ενός ολόκληρου λαού «δίνεται» στην ανάμνηση. Η αναζήτηση στο παρελθόν αποτελεί μια πένθιμη λειτουργία. Η ανάμνηση προκαλεί οργή και αρνητικά συναισθήματα για τη συλλογική μοίρα και τη θεώρηση της. Η διαφύλαξη και η επαναφορά «της μνήμης είναι ένα τραύμα παλιό που ζητάει επούλωση και καλλιεργεί το σόκ του θανάτου. Η επιστροφή στο παρελθόν επίσης αποτελεί ένα είδος συμφιλίωσης με την ιδέα πως η «αιώνια γέννα» συνεπάγεται και αιώνιο θρήνο για τη ζωή, παρέχει φως ενώ ταυτόχρονα συσκοτίζει το νού. Αιώνιοι φύλακες της ζωής, του θανάτου, των παιδιών και του κόσμου είναι οι μητέρες και οι ήρωες κι αυτό γιατί νοσούν, θεραπεύουν, δολοφονούν και σώζουν, συμπυκνώνουν τα χαρακτηριστικά του αποδιοπομπαίου τράγου, της σοφίας και της υπεράνθρωπης ισχύος, κατέχουν ταυτόχρονα την πειθώ και την σαγήνη του λόγου, εμπνέουν θαυμασμό και φόβο. Οι μορφές αυτές ακροβατούν μεταξύ οικείου και ανοίκειου, μεταξύ του πραγματικού και του φαντασιακού, ανθρώπινου και απάνθρωπου, φυσικού και μεταφυσικού και αναλαμβάνουν την διαπαιδαγώγηση (σύνθεση του εαυτού) των υπόλοιπων μεταδίδοντας τους το ιδιαίτερο βλέμμα τους.

Η διαχρονία της εθνικής μας ταυτότητας θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως κατά ένα μέρος οφείλεται στην μεταφορά των χαρακτηριστικών της «αρχαϊκής μητέρας», στη Βυζαντινή μητρική μορφή της Παναγίας. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η σύνθεση του αρχαίου μας παρελθόντος με τη Βυζαντινή παράδοση, η οποία σημαδεύει το εθνικό παρόν. Ο λαϊκός πρώτο- εθνικισμός συναντάται στην Ελλάδα την στιγμή που μέσω της Μεγάλης Ιδέας, αποδίδεται στον λαό μια νέα αποστολή με στόχο τον εξελληνισμό, δηλαδή τον εκπολιτισμό της Ανατολής. Η Εκκλησία μετατρέπει την εικόνα της Παναγίας σε ιερή εικόνα συμβολοποιώντας την, καταφέρνει με αυτόν τον τρόπο να προσδώσει στο έθνος, στο κράτος και στις επιδιώξεις τους έναν χαρακτήρα αγιοσύνης και να ενισχύσει το αίσθημα του ηρωισμού στον λαϊκό παράγοντα.

Οι αγίες εικόνες, αποτελούν ζωτικό στοιχείο της θρησκείας και του σύγχρονου εθνικισμού, αντιπροσωπεύουν τα σύμβολα που είναι τα μόνα στοιχεία που δίνουν μια απτή πραγματικότητα σε μια, κατά τα άλλα φαντασιακή κοινότητα[30]. Οι πιο ικανοποιητικές εικόνες από άποψη πρωτό-εθνική είναι προφανώς εκείνες που σχετίζονται με ένα κράτος δηλαδή με την πρώτο-εθνική φάση, με έναν θεϊκό ή χρησμένο από θεό βασιλιά ή αυτοκράτορα, το βασίλειο του οποίου τυγχάνει να συμπίπτει με ένα μελλοντικό έθνος.

Η θρησκεία είναι μια αρχαία και καλο-δοκιμασμένη μέθοδος για την καθιέρωση της επικοινωνίας μέσω της κοινής λατρείας και ενός είδους αδελφότητας μεταξύ ανθρώπων που διαφορετικά δεν έχουν πολλά κοινά[31]. Έτσι η ταυτότητα των Ελλήνων ως χωρικών – χριστιανών που μάχονται για την ανεξαρτησία του τόπου τους αποκτά άλλο νόημα, όταν ο τόπος που καλούνται να απελευθερώσουν έχει χαρακτήρα άγιου τόπου και οι φυλετικές – εθνικές – πολιτισμικές διαφορές του πληθυσμού που κατοικεί στη περιοχή παραμερίζονται. Σύμφωνα με τον E.J. Hobsbawm  «ένας τόπος δεν μπορούσε να γίνει άγιος μέχρις ότου μπορέσει να προβάλλει μιαν ενιαία απαίτηση στην οικονομία της σωτηρίας». Και η Ελλάδα μαζί με τις περιοχές που καλούταν να κατακτήσει προκειμένου να διευρυνθεί απέκτησε τον χαρακτήρα άγιου τόπου ακριβώς επειδή κατάφερε να ενσωματώσει ιερές εικόνες όπως εκείνη της Παναγίας, της Κλασσικής Ελλάδας και του Βασιλιά. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να συγχωνεύσει και τις έννοιες του κράτους του έθνους και της κοινωνίας. Η απόσχιση της εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης κατάφερε να ενισχύσει την λειτουργία των ιερών εικόνων και να διευκολύνει την ταύτιση της Εκκλησίας με το κράτος μέσα από την έννοια της Αγιοσύνης.

Βέβαια από αυτή τη διαδικασία της επανανοηματοδότησης, του τόπου, του χώρου και του πληθυσμού, από τη διαδικασία δηλαδή της επανανοηματοδότησης της συλλογικής ταυτότητας απουσιάζουν δύο βασικά στοιχεία που τα συναντάμε στην περιγραφή του έθνους. Η έννοια της εθνότητας και η λειτουργία της γλώσσας. Ειδικά το δεύτερο αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα όσον αφορά τη δημιουργία του έθνους, με αυτό και θα ασχοληθούμε στο επόμενο μέρος της έρευνάς μας .

Γλώσσα : Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη.

«Το συναίσθημα ότι ανήκουν σε ένα ιστορικό (ή πραγματικό) κράτος, σημερινό ή του παρελθόντος, μπορεί να δράσει απ ευθείας στη συνείδηση των απλών ανθρώπων του λαού ώστε να παράγει πρώτο- εθνικισμό»[32]. «Η πιθανή λαϊκή απήχηση μιας κρατικής παράδοσης για τον σύγχρονο εθνικισμό, αντικείμενο του οποίου είναι να εγκαθιδρύσει το έθνος ως εδαφικό κράτος, είναι φανερή. Έχει οδηγήσει μερικά κινήματα αυτού του είδους  να φτάσουν πίσω μακριά και πέρα από την πραγματική μνήμη των λαών τους, στην αναζήτηση ενός κατάλληλου και καταλλήλως εντυπωσιακού εθνικού κράτους στο παρελθόν»[33]. Ακριβώς όπως συνέβη και στην περίπτωση του ελληνικού λαϊκό- επαναστατικού, εθνικό-απελευθερωτικού κινήματος.

«Οι λίγοι υπέρμαχοι και οργανωτές του ελληνικού εθνικισμού στις απαρχές του 19ου  αι εμπνέονταν αναμφίβολα από τη σκέψη της αρχαίας ελληνικής δόξας, η οποία επίσης ξεσήκωνε και τον ενθουσιασμό των μορφωμένων, δηλαδή με κλασική παιδεία, φιλελλήνων στο εξωτερικό. Η εθνική λόγια γλώσσα που κατασκευάσθηκε από αυτούς και γι αυτούς, η καθαρεύουσα, ήταν και είναι ένα πομπώδες νεοκλασικό ιδίωμα που επιδίωκε να επαναφέρει πίσω στην αληθινή τους κληρονομιά τη γλώσσα των απογόνων του Θεμιστοκλή και του Περικλή που η σκλαβιά δύο χιλιάδων ετών την είχε αλλοιώσει .Αλλά οι πραγματικοί Έλληνες οι οποίοι σήκωσαν τα όπλα για αυτό που κατέληξε να γίνει ο σχηματισμός ενός νέου ανεξάρτητου κράτους δεν μιλούσαν την αρχαία ελληνική  γλώσσα. Παραδόξως αντιπροσώπευαν την Ρώμη παρά την Ελλάδα (ρωμιοσύνη), δηλαδή θεωρούσαν τους εαυτούς τους κληρονόμους της εκχριστιανισμένης  Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (δηλαδή του Βυζαντίου). Πολεμούσαν ως χριστιανοί  εναντίον των άπιστων μουσουλμάνων»[34] Πολεμούσαν ως παιδιά της ίδιας αρχαϊκής Μάνας, της Παναγίας, στο όνομα της μητέρας πατρίδας, πολεμούσαν ως αδέρφια που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα και ήταν καταδικασμένα σε εθνικό διχασμό ήδη λόγω της έλλειψης επικοινωνίας. Τελικά είναι  περισσότερο παιδί της μάνας του αυτός που μιλά την ίδια γλώσσα με κείνη, ή εκείνος που μάχεται για να την σώσει από τα χέρια των βάρβαρων; Ορίστε ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί όσο και αν προσπαθήσαμε να αποδείξουμε την ελληνικότητά μας από τις απαρχές του ελληνισμού ως σήμερα.

Η δεκαετία του 1830 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η δεκαετία που εμφανίζονται ταυτόχρονα οι εθνικοί προσδιορισμοί και τα γλωσσικά έθνη[35]. Αυτό είναι κάτι που δε θα πρέπει να μας προξενεί εντύπωση. Συγκεκριμένα στην Ελλάδα εμφανίζεται μία φιλολογία που ήταν παραγμένη στα ελληνικά υπό την επίδραση του Διαφωτισμού. Στόχος της ήταν η καθιέρωση της  Ελληνικής γλώσσας ως κοινού  μέσου επικοινωνίας  στη Νοτιο-ανατολική Ευρώπη. Το γεγονός αυτό αντανακλούσε σε μια συγκροτημένη κίνηση  πολιτισμικής αλλαγής, με άξονα τις αξίες του Διαφωτισμού, στη μετάβαση από την οικουμενική κοινότητα βαλκανικής Ορθοδοξίας και των θρησκευτικά προσδιορισμένων μιλέτ(έθνη) στα σύγχρονα γλωσσικά έθνη[36]. Η κίνηση αυτή παρατηρείται, ακριβώς επειδή οι εθνικοί προσδιορισμοί κατέγραφαν μια συναίσθηση εθνοτικών διαφορών μεταξύ ορθόδοξων χριστιανικών ομάδων της βαλκανικής κοινωνίας, που σε καμία περίπτωση δεν βοηθούσε στην αναζήτηση του εντυπωσιακού μας εδαφικού κράτους στο ένδοξο ελληνικό μας παρελθόν, καθώς περισσότερο μας διαιρούσε παρά μας ένωνε. Στην κίνηση αυτή καταγράφονταν μία λογική του τύπου «Είμαστε όλοι αδέλφια, τα αδέλφια έχουν ίδια μάνα, ίδια γλωσσά και ίδιο σκοπό. Εφόσον οι Έλληνες είμαστε τα πιο πολιτισμένα από τα βαλκάνια αδέρφια μας,  οφείλουμε να τα εξελληνίσουμε γλωσσικά και πολιτισμικά, για να παλέψουμε για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τον ΔΙΚΟ ΜΑΣ  και να κάνουμε περιφανή την κοινή μας Μάνα». Μια λογική που τελικά αποσκοπούσε στη περεταίρω διαίρεση των βαλκάνιων λαών, βάζοντας τους Έλληνες σε μια θέση ιεραρχίας λόγω της βαριάς πολιτισμικής τους κληρονομιάς (την οποία μάλιστα οι περισσότεροι αγνοούσαν).

Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό να πούμε, ότι στα βαλκάνια εκείνη την περίοδο συναντάμε το φαινόμενο της Βαβέλ. Πιο συγκεκριμένα η βαλκανική κοινωνία της εποχής είχε καταφέρει να ενοποιηθεί πολιτικά υπό οθωμανική κυριαρχία και να παραμείνει πολιτισμικά ομοιογενής  λόγω Ορθόδοξης Εκκλησίας. Με λίγα λόγια, η Μεγάλη Εκκλησία Κωνσταντινούπολης, με ιερότερη από όλες της ιερές της εικόνες , εκείνη της Παναγίας, κατάφερε να διασφαλίσει ιδεολογική και ψυχολογική συνοχή, μεταξύ διαφορετικών εθνοτήτων[37]. Την εποχή που εμφανίζονται τα γλωσσικά έθνη όμως η Βαλκανική κοινωνία λαμβάνει περισσότερο τον χαρακτήρα ενός σύνθετου μωσαϊκού εθνοτήτων, παρά αυτόν της ενιαίας χριστιανικής κοινότητας. Από το ομοιογενές σώμα της ξεκινούν να ξεπροβάλλουν ποικιλόμορφες συλλογικότητες με κύριο διαφοροποιητικό στοιχείο τη γλώσσα τους. Και την στιγμή ακριβώς που πιστέψαμε πως είμαστε οι πιο πολιτισμένοι από τα αδέρφια μας και προσπαθήσαμε να πάρουμε την θέση του μπαμπά, που εκείνη την περίοδο έλειπε ταξίδι για δουλειές με τις Μεγάλες δυνάμεις, οι Αλβανοί, οι Βλάχοι και οι Βούλγαροι αδερφοί μας ξεκινούν τη δική τους πορεία αναγνώρισης και αυτοπροσδιορισμού ως συλλογικές κατηγορίες χάρη στις γλωσσικές τους ιδιαιτερότητες. Και με αυτόν τον τρόπο η γλώσσα που κόκαλα δεν έχει, και που ήταν, απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των ελλήνων τα ιερά, τσάκισε τα κόκκαλα του συλλογικού βαλκάνιου σώματος και μας άφησε μόνους, διχασμένους και νευρωτικούς.

 

Συμπεράσματα
 

Η παρούσα εργασία πραγματεύεται το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας όπως προέκυψε με την δημιουργία ελληνικού κράτους. Στο πρώτο μέρος της μελέτης επιχειρείται η διασαφήνιση των εννοιών «έθνος», «κράτος» και «λαός», με σκοπό την εξάλειψη των ετυμολογικών συγχύσεων που σκόπιμα δημιουργεί ο Ευρωπαϊκός θεσμικός Λόγος της εποχής. Στη συνέχεια μελετάται η εμφάνιση του φαινομένου του «έθνους- κράτους» ως σύγχρονου με την εμφάνιση του φιλελευθερισμού και η δημιουργία ενός ιεραρχικού πλαισίου, ενός αξιολογικά ταξινομητικού καταλόγου για τα έθνη μέσα από τον φιλελεύθερο λόγο. Στο τρίτο μέρος παρουσιάζονται μερικά ιστορικά στοιχεία με σκοπό την περεταίρω ανάλυση του «Ελληνικού φαινομένου» κατά τον 19ο αι και την εμπλοκή των Μεγάλων Δυνάμεων στο Ελληνικό πολιτικό προσκήνιο.  Στο επόμενο κομμάτι αναλύεται το φαινόμενο του διχασμού όπως προέκυψε στην ελληνική κοινωνία μέσα από τον διαχωρισμό σε «αυτόχθονες» και «ετερόχθονες». Μέσα από μία σειρά επιχειρημάτων καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως από τη στιγμή που εθνικός διχασμός υπάρχει πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, τότε αυτός εγγράφεται στο συλλογικό ασυνείδητο και στον τρόπο με τον οποίο δομείται η συλλογική ταυτότητα δημιουργώντας ένα είδος νεύρωσης που απαντά σε κάθε υποκείμενο που νοείται ως Έλληνας και λαμβάνει χαρακτήρα κοινωνικού φαινομένου. Στο επόμενο στάδιο της μελέτης μας αναλύεται ο λόγος των θεσμών και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί που ενεργοποιήθηκαν με σκοπό την τήρηση αυτού του λόγου, έτσι ώστε να μελετήσουμε τον τρόπο με τον οποίο εγκοινωνιάζεται η πολιτική του νέου κράτους και να κατανοήσουμε με ποίον τρόπο η Ελλάδα ενσωματώθηκε στο φιλελεύθερο πνεύμα της εποχής. Στη συνέχεια μελετάται το μητρικό στοιχείο καθώς πιστεύουμε ότι αποτελεί ένα από τα στοιχεία-φύλακες της συλλογικής μνήμης τόσο στην αρχαία όσο και στη νεότερη ελληνική κουλτούρα. Μετά από αναλυτική μελέτη καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως το μητρικό στοιχείο, το οποίο συναντάται στις «αρχαϊκές μητέρες» της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας μεταφέρεται αριστοτεχνικά στην ιερή εικόνα της Παναγίας εξασφαλίζοντας την διαχρονία της εθνικής μας ταυτότητας μέσα από τη διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης. Τέλος μελετάται το γλωσσικό ζήτημα ως βασικός παράγοντας διαμελισμού της Βαλκανικής κοινωνίας.

 

Βιβλιογραφία

  • E. J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 110   – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα
  • Michel Foucault- Η ιστορία της Σεξουαλικότητας (Η Δίψα για Γνώση) , Σελ. 37- Εκδ.Ράππα, (2003), Αθήνα.
  • Β. Ραφαηλίδης – Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους (1830- 1974) , Σελ. 15- Εκδ. 21ου Αι (2010) , Αθήνα.
  • Δήμητρα Αναστασιάδου – Αρχαϊκές Μητέρες (Η Διαχρονία του Αρχαίου δράματος στο Έργο του Α. Παπαδιαμάντη και του Γ. Βιζυηνού) , σελ 80 – Εκδ. Εκκρεμές (2016) Αθήνα.
  • Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 58 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.
  • Νίκος  Γ. Σβορώνος- Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας (Ιστορική Βιβλιοθήκη) , Σελ. 155 – Εκδ. Θεμέλιο (1982), Αθήνα.

———

[1] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα) , Σελ. 28  –  Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[2]  E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 29  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[3]  E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 33  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[4] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 34  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[5] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 35  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[6] Michel Foucault- Η ιστορία της Σεξουαλικότητας (Η Δίψα για Γνώση) , Σελ. 37- Εκδ.Ράππα, (2003), Αθήνα.

[7] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 63  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[8] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 41  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[9] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 46  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[10] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 48  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[11] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 49  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[12] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 58  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[13] Νίκος Γ. Σβορώνος- Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας (Ιστορική Βιβλιοθήκη) , Σελ. 70 – Εκδ. Θεμέλιο (1982), Αθήνα

[14] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 27 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

[15] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 28 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

[16] Νίκος Γ. Σβορώνος- Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας (Ιστορική Βιβλιοθήκη) , Σελ. 155 – Εκδ. Θεμέλιο (1982), Αθήνα.

[17] Β. Ραφαηλίδης – Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους (1830- 1974) , Σελ. 15- Εκδ. 21ου Αι (2010) , Αθήνα.

[18] Δήμητρα Αναστασιάδου – Αρχαϊκές Μητέρες (Η Διαχρονία του Αρχαίου δράματος στο Έργο του Α. Παπαδιαμάντη και του Γ. Βιζυηνού) , σελ 23 – Εκδ. Εκκρεμές (2016) Αθήνα.

[19] Δήμητρα Αναστασιάδου – Αρχαϊκές Μητέρες (Η Διαχρονία του Αρχαίου δράματος στο Έργο του Α. Παπαδιαμάντη και του Γ. Βιζυηνού) , σελ 23 – Εκδ. Εκκρεμές (2016) Αθήνα.

[20] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 75 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

[21] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 76 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

[22] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 78 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

[23] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 80 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

[24] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 82 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

[25] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 28 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

[26] Δήμητρα Αναστασιάδου – Αρχαϊκές Μητέρες (Η Διαχρονία του Αρχαίου δράματος στο Έργο του Α. Παπαδιαμάντη και του Γ. Βιζυηνού) , σελ 78  – Εκδ. Εκκρεμές (2016) Αθήνα.

[27] Δήμητρα Αναστασιάδου – Αρχαϊκές Μητέρες (Η Διαχρονία του Αρχαίου δράματος στο Έργο του Α. Παπαδιαμάντη και του Γ. Βιζυηνού) , σελ 78 – Εκδ. Εκκρεμές (2016) Αθήνα.

[28] Δήμητρα Αναστασιάδου – Αρχαϊκές Μητέρες (Η Διαχρονία του Αρχαίου δράματος στο Έργο του Α. Παπαδιαμάντη και του Γ. Βιζυηνού) , σελ 80 – Εκδ. Εκκρεμές (2016) Αθήνα.

[29] Δήμητρα Αναστασιάδου – Αρχαϊκές Μητέρες (Η Διαχρονία του Αρχαίου δράματος στο Έργο του Α. Παπαδιαμάντη και του Γ. Βιζυηνού) , σελ 83 – Εκδ. Εκκρεμές (2016) Αθήνα.

[30] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 105  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[31] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 100  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[32] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 110   – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[33] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 111  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[34] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  ) , Σελ. 111  – Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[35] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 57 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

[36] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 58 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

[37] Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ- Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, σελ 58 – Εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (1997) , Αθήνα.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!