Η επίδραση των ψυχολογικών παραγόντων στη μαρτυρική κατάθεση ποινικής δίκης

Της Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου,

Κοινωνιολόγος – Εγκληματολόγος

Παντείου Πανεπιστημίου

Τα ερεθίσματα που λαμβάνει ο άνθρωπος από την εξωτερική πραγματικότητα ερμηνεύονται από τον ίδιο σύμφωνα με δύο εσωτερικές διεργασίες του εγκεφάλου, το αίσθημα και την αντίληψη[1]. Το αίσθημα εμφανίζεται από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται συνειδητά το ερέθισμα που του προκαλείται εξωτερικά ενώ η αντίληψη τίθεται σε λειτουργία από το σημείο εκείνο που θα αναλυθεί και θα ερμηνευθεί διεξοδικά το ερέθισμα από τον ίδιο. Οι χρόνοι εμφάνισης και «εφαρμογής» μεταξύ αισθήματος και αντίληψης διαφέρουν με το αίσθημα να κυριαρχεί ως πρώτη εσωτερική διεργασία. Εντούτοις, αίσθημα και αντίληψη βρίσκονται σε μια αλληλοεξαρτώμενη σχέση μεταξύ τους. 

Ειδικότερα, κριτήριο για την ακριβή αντίληψη του μάρτυρα ποινικής δίκης αποτελεί η καλή λειτουργία των αισθητηρίων οργάνων του. Έτσι, για τη σωστή αντίληψη ενός συμβάντος παίζει σημαντικό ρόλο η προσοχή που θα αποδώσει σε αυτό. Δηλαδή, η δυνατότητα μεταφοράς του γεγονότος από τον μάρτυρα σε κάποιο τρίτο πρόσωπο εξαρτάται φυσικά από τη παρουσία του στο χώρο που διαδραματίστηκε το γεγονός και από την οξύτητα της όρασής του.

Όσον αφορά τη κατάσταση της μη ακριβούς αντίληψης του μάρτυρα, κατά τον Ζησιάδη, «η απάτη των αισθήσεων, ως παράμετρος της αυτοαντίληψης και συγκεκριμένα η οπτική ή η ακουστική απάτη, η απάτη της αφής, ή πάλι η απάτη της ικανότητας εκτίμησης της απόστασης του χώρου και του χρόνου, είναι σημαντικός παράγων της μη ακριβούς αντίληψης του μάρτυρα. Είναι εκτός από κάθε αμφισβήτηση η επίδραση του ψυχολογικού παράγοντα πάνω σε καθαρά φυσικές καταστάσεις»[2]. Συνεπώς, καθοριστική σημασία για την αντίληψη του μάρτυρα, πέραν από τις ατομικές ιδιότητες (σωματικές, ψυχικές και πνευματικές), έχουν και οι καταστάσεις στις οποίες βρίσκεται εκείνη τη κρίσιμη στιγμή (τρόπος αντίληψης) και που εν τέλει ασκούν έντονη επιρροή στον ψυχισμό του και στην κατάθεσή του.

Απαραίτητο είναι να αναφερθεί σε αυτό το σημείο ο ορισμός της μνήμης, ακριβώς λόγω του ότι θεωρείται «χώρος αποθήκευσης» των (ανα)παραστάσεων, δηλαδή των αισθημάτων και των αντιλήψεων του ανθρώπου / μάρτυρα: η μνήμη ορίζεται ως «η διαδικασία και η ικανότητα του ατόμου αποτύπωσης / αποθήκευσης και διατήρησης στην βραχύχρονη και μακρόχρονη μνήμη, και ανάπλασης των παραστάσεων – πληροφοριών»[3].

Τα μειονεκτήματα της μνήμης είναι εκείνα που δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την αποδεικτική διαδικασία (ανακριτή, συνήγορο, δικαστή), ωστόσο, διότι οι παραστάσεις που έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη του μάρτυρα υφίστανται αλλοιώσεις με το πέρασμα του χρόνου. Η μεγαλύτερη αλλοίωση είναι η παροδική ή όχι αμνησία, έπειτα, θεωρείται η εξασθένηση και η φθορά εξαιτίας παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από το γεγονός και της καθυστερημένης –συνήθως- επίκλησης της μνήμης του μάρτυρα. Αξίζει να σημειωθούν οι συνηθέστεροι τρόποι αναπλήρωσης – συμπλήρωσης  των κενών της μνήμης έτσι όπως παρουσιάζονται[4]:

  • Με την επεξεργασία: ο τρόπος αυτός πραγματώνεται με σχήματα, πλαίσια και σενάρια, ονομασίες δηλαδή συμβολικών δομών σύμφωνα με την επιθυμία του μάρτυρα να καταθέσει κατά κανόνα μία ολοκληρωμένη εικόνα του γεγονότος.
  • Με την προσαρμογή: ο μάρτυρας συμπληρώνει τα κενά της μνήμης ασυναίσθητα με την προσαρμογή του στις απόψεις τρίτων προσώπων ή της κοινής γνώμης ή των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης διά μέσου του ψυχολογικού φαινομένου της υποβολής[5].
  • Με τη φαντασία: ο μάρτυρας συμπληρώνει τα κενά της μνήμης ή διευρύνει ασυναίσθητα, αλλά ουκ ολίγες φορές και συνειδητά, την κατάθεσή του με τη φαντασία, χωρίς να ανήκει απαραίτητα στον χαρακτηρολογικό τύπο του φαντασιόπληκτου μάρτυρα.

Πρέπει να υπενθυμιστεί πως η ποινική διαδικασία για τον μάρτυρα από την προ – ανάκριση μέχρι και το τέλος της ποινικής δίκης χαρακτηρίζεται ως μία τραυματική, επίπονη, χρονοβόρα διαδικασία όπου τα αίτια αυτής, εκτός των άλλων, είναι και ψυχολογικά. Πιο συγκεκριμένα, τα ψυχολογικά αίτια είναι εκείνα – συνήθως – που μπορούν να αλλοιώσουν μια ειλικρινή, σε προδιάθεση, κατάθεση του μάρτυρα και το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την συνεχόμενη πίεση την οποία δέχονται από τις διωκτικές αρχές (αστυνομική προ – ανάκριση) και στη συνέχεια από τα ανακριτικά και δικηγορικά – δικαστικά όργανα (ανακριτής, συνήγορος, δικαστής). Ακολούθως, το ζήτημα της ουδετερότητας του μάρτυρα θεωρείται από πολλούς μελετητές αδύνατο να εφαρμοστεί καθώς η φαντασία, η συμπάθεια και η αντιπάθεια παίζουν σημαντικό ρόλο στην κατάθεσή του[6].

Εν κατακλείδι, η εφαρμογή της ουδετερότητας φαίνεται να είναι σχεδόν ακατόρθωτη στην περίπτωση που ο μάρτυρας συμβαίνει να είναι συγχρόνως και το θύμα του εγκλήματος[7] καθ’ ότι η ψυχολογική επίδραση που ασκείται είναι ακόμα μεγαλύτερη (η λεγόμενη διαδικασία της «δευτερογενούς θυματοποίησης» από το σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης)[8] ανάλογα πάντα με τη βαρύτητα του εν λόγω αδικήματος[9].

————— ———————— ———————

[1] Ζησιάδης Β., Η ψυχολογική θεώρηση της ποινικής δίκης, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 106, Θεσσαλονίκη, 1998.

[2] Ό.π. σελ. 107.

[3] Cassells A., Μνήμη και Λήθη, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα – 7η έκδοση, σελ. 5 – 15, Αθήνα, 2009.

Βλ. και Βοσνιάδου Σ., Εισαγωγή στην Ψυχολογία, Εκδ. Gutenberg – τόμος Α΄ και ανατ. 2007, σελ. 181 – 193, Αθήνα, 2001.

[4] Ζησιάδης Β., Η ψυχολογική θεώρηση της ποινικής δίκης, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 114 – 117, Θεσσαλονίκη, 1998.

[5] Ζαραφωνίτου Χ., Τιμωρητικότητα. Σύγχρονες Τάσεις, Διαστάσεις και Εγκληματολογικοί Προβληματισμοί, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2008.

[6] Φαρσεδάκης Ι. Ι., Ανακριτική – Δικαιώματα του ανθρώπου και Εγκληματογένεση, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 78, 79, 1984, Αθήνα.

[7] Ανδρουλάκης Ν. Κ., Θεμελιώδεις Έννοιες της Ποινικής Δίκης, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα (2η έκδοση), 1994, Αθήνα.

[8] Φιλιππίδης Τ., Δικαστική Ψυχολογία, Εκδ. Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε. (2η έκδοση), 1993, Θεσσαλονίκη.

Βλ. και Αρτινοπούλου Β. & Μαγγανάς Α., Θυματολογία και Όψεις Θυματοποίησης, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1996.

[9] Υποσημείωση: Τα τελευταία χρόνια η κυρίαρχη τάση αντιμετώπισης μαρτύρων – θυμάτων για τα ελαφρότερα εγκλήματα που έχουν υποστεί είναι η Ποινική Διαμεσολάβηση του γενικότερου φιλοσοφικού – κοινωνικού ρεύματος της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης. Αυτό σημαίνει αποφυγή γραφειοκρατικών καθυστερήσεων και δικαστικών πλανών του συστήματος της δικαιοσύνης αλλά και συναισθηματικά εντονότερη αντιπαράθεση επιχειρημάτων με κοινό στόχο την αποκατάσταση συμφερόντων και τραυμάτων και των δύο μερών.    

Βλάχου Β., Η Αντιμετώπιση της Σωματικής Βίας κατά των γυναικών από το Σύστημα Απονομής Ποινικής Δικαιοσύνης, Εκδ. Ίων – Έλλην, 2005, Αθήνα.

Βλ. και Αρτινοπούλου Β. & Μαγγανάς Α., Θυματολογία και Όψεις Θυματοποίησης, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1996.

 

Διαβάστε Επίσης  Σεμινάριο: "CSI Διερεύνηση του τόπου του εγκλήματος (Crime Scene Investigation) - Crime Scene Profiling" | περί Ψυχής

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!