Φαινομενολογία της έννοιας του εγκλήματος ως «κακόν»

Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου,

Κοινωνιολόγος – Εγκληματολόγος

Παντείου Πανεπιστημίου

Η έννοια του εγκλήματος ούσα πολύπλοκη και σύνθετη, όπως είναι και η κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην οποία εμφανίζεται, κατά τον Durkheim, ως φυσιολογικό φαινόμενο[1], είναι διαχρονική[2], καθώς κατά τη διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας ήταν παρούσα ως το «κακό» της κοινωνίας που έπρεπε να εξουδετερωθεί από αυτήν και μερικές φορές κατά τρόπο που παρομοιαζόταν, παρουσιαζόταν και ταυτιζόταν με έννοιες όπως «αμαρτία», «ντροπή», «τιμωρία», «ανωμαλία», «αρρώστια». Επί του παρόντος άρθρου θα εξεταστούν οι απόψεις της κοσμογονίας και της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, καθώς και η οπτική της Χριστιανικής Θεολογίας για την έννοια του εγκλήματος ως «κακόν».

           Αρχικά, το έγκλημα φιλοσοφικά και συμβολικά είχε αναχθεί από τους Πυθαγόρειους και τους «κοσμικούς» φιλοσόφους  σε μία συμπαντική δύναμη, ως «κακόν» που συνδυαζόταν ως ζεύγος με το «καλόν», προκειμένου να επέρχεται η ισορροπία και για να μπορούν να εξηγούν τα καθημερινά φαινόμενα, σαν τα κοσμικά αντίθετα ζεύγη: πέρας – άπειρο, φως – σκότος. Αργότερα, με τον Αριστοτέλη, αυτή η αφηρημένη συμπαντική και δυϊστική διάσταση του ζεύγους καλού – κακού, θα γίνει σχετική, καθώς, θα μεταφερθεί στα επίγεια, στον αισθητό κόσμο, στην εμπειρική πραγματικότητα. Ο σκοπός είναι το «αγαθό» που σημαίνει για τον άνθρωπο καλύτερη ηθική συγκρότηση (μέσω της παιδείας και των καλών συνηθειών) του εαυτού του[3].

           Οι καλές με την έννοια της ηθικής, ανθρώπινες πράξεις έρχονται στο προσκήνιο με την έννοια της ελεύθερης βούλησης και δεν ανάγονται πλέον σε κοσμικά φαινόμενα. Η επιλογή ανάμεσα στο καλό και στο κακό από τον άνθρωπο ταυτίζεται με τη ψυχή για να τονιστεί η σχετικότητα των ανθρώπινων πράξεων μέσα από τις διακυμάνσεις της ως μια διαλεκτική συζήτηση. Με λίγα λόγια, δηλαδή, το κακό ως νοητική, ψυχική κατάσταση μπορεί να συνιστά έναν ωθητικό, χρήσιμο παράγοντα για τη τελική επιλογή και επικράτηση του καλού από τον άνθρωπο (λύτρωση, εξαγνισμός της ψυχής).

 

           Κατά την κλασική εποχή, οι ερμηνείες για το έγκλημα και για τον εγκληματία ανάμεσα στους πιο γνωστούς φιλοσόφους, ήταν οι εξής [4]:

  • Σωκράτης: κανένας άνθρωπος δεν είναι κακός («ουδείς εκών κακός») γιατί «η ανθρώπινη θέληση κατευθύνεται προς το καλό» που είναι και ο σκοπός του ανθρώπου.
  • Πλάτωνας: το έγκλημα συνιστά «άρνηση δικαίου» και ο εγκληματίας νοσεί στη ψυχή ή από ελλιπή παιδεία πέρασε στη πράξη.
  • Αριστοτέλης: διακρίνει τα εγκλήματα από τα αμαρτήματα και από τα ατυχήματα. Το έγκλημα είναι ένα «κακό» που προσβάλλει τη κοινωνία και ο εγκληματίας υποκύπτει στα πάθη και στις επιθυμίες του κατόπιν ελεύθερης θέλησης και βούλησης. Επίσης, υποστηρίζει πως «η έννοια της εγκληματικής προσωπικότητας γεννιέται από την δράση και την αλληλοεπίδραση εγγενών στοιχείων και βιωμάτων», καταλήγοντας στο ότι είναι «πρόβλημα ηθικής συνειδήσεως» και από αυτό προκύπτει η ροπή προς την εγκληματική πράξη.

 

           Θρησκειολογικά κατά τη Χριστιανική Θεολογία, το έγκλημα ταυτίζεται με τον όρο «αμαρτία» και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ανθρώπινο «πρόβλημα». Σύμφωνα με την Α. Τρωιάνου – Λουλά, «αμαρτία σημαίνει μη μαρτυρία, αστοχία, αποτυχία του στόχου /σκοπού για τον οποίο ερχόμαστε στη ζωή». Ο άνθρωπος που «αμαρτάνει» έχει χάσει το δρόμο του προς την «δημιουργική τελείωση» που είναι ο σκοπός του κατά τον Θεϊκό νόμο με το να καλλιεργεί συνεχώς τις αρνητικές διαθέσεις του[5].

            Επομένως, σύμφωνα με την οπτική της Χριστιανικής Θεολογίας και τον Νικ. Ματσούκα, «ο άνθρωπος περικλείει μέσα του την θεϊκή ουσία και είναι από τη φύση του «πνευματικό ον» με ελεύθερη βούληση και μπορεί να επιλέξει (στην εξελικτική του πορεία προς την τελείωση) τις «κεντρομόλες δυνάμεις» και όχι τις «φυγόκεντρες» που αποσυνθέτουν και εμποδίζουν την εξέλιξή του, καταβάλλοντας κατάλληλες προσπάθειες και αντιπαρατάξεις στους «πειρασμούς» για να αποφεύγονται οι παραβάσεις»[6].

            Έτσι, η επιλογή της οδού «έγκλημα» από τον άνθρωπο σημαίνει βίαιη διακοπή εσωτερικής επικοινωνίας με τη θεϊκή ουσία που ενυπάρχει μέσα του και κατ’επέκταση με τον Θεό και ακόμη πιο γενικά, διαταραχή παγκόσμιας ισορροπίας / τάξης επειδή δεν υπάκουσε στο ατομικό του καθήκον και πια δεν μπορεί να επέλθει η δημιουργική τελείωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εγκλήματος αυτής της «πτωτικής» πορείας του ανθρώπου είναι η ανθρωποκτονία του Άβελ από τον Κάιν, το πρώτο έγκλημα ως «κακόν»[7].

 

             Το έγκλημα, λοιπόν, ταυτισμένο υπό αυτήν την οπτική, με την αμαρτία ενέχει δύο στοιχεία:

 

Αναφορικά με το αίσθημα ενοχής, ο άνθρωπος δέχεται και εσωτερικεύει τον φόβο που του δημιουργούν οι επιδράσεις των νομικών (επίσημων) και κοινωνικών (ανεπίσημων) κανόνων μέσα στη κοινωνία που ζει. Σε περίπτωση «αμαρτίας», ο άνθρωπος ξεσπά με ανθρώπινη πράξη ενάντια στην προϋπάρχουσα (πριν από τη πράξη) ένοχη συνείδησή του και βλάπτει τον συν – άνθρωπό του.

 Η χριστιανική διδασκαλία υποστηρίζει πως για την εξάλειψη του αρχικού φόβου και για να μην προχωρήσει και εισχωρήσει αυτός στη συνείδησή μας (με τη μορφή του «διαβόλου», της ενοχής), ένας τρόπος είναι η υπέρβαση του εαυτού μας με το να τον αντικαταστήσουμε / μετατρέψουμε (τον φόβο) με τη μετάνοια, ως αλλαγή  στάσης ζωής[8].

———————— ———————-

[1] Φαρσεδάκης Ι. Ι., Στοιχεία Εγκληματολογίας, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 23, Αθήνα, 2005.

[2] Στο ίδιο, σελ. 72.

[3] Τρωιάνου – Λουλά Α., Έγκλημα και Μεταφυσική, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 38, Αθήνα – Κομοτηνή, 2004.

[4] Schelling W. J., Έρευνες για την ουσία της ανθρώπινης ελευθερίας, Εκδ. Ίνδικτος, Μτφρ.: Χρ. Μαρσέλου, Αθήνα, 1997.

[5] Τρωιάνου – Λουλά Α., Έγκλημα και Μεταφυσική, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 41, Αθήνα – Κομοτηνή, 2004. 

Υποσημείωση: Η «δημιουργική τελείωση» ως σκοπός και αυτό-σκοπός του ανθρώπου στη ζωή σημαίνει συνεχόμενη καλλιέργεια από μέρους του των ηθικών προτερημάτων του για την εκπλήρωση της Θεϊκής εντολής, δηλαδή, για τον λόγο για τον οποίο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν δημιουργήθηκε για να έρθει στη Γη. 

[6] Ματσούκας Ν., Το πρόβλημα του κακού. Δοκίμιο Πατερικής Θεολογίας, Εκδ. Π. Πουρναρά, σελ. 10, 37, 62, Θεσσαλονίκη, 1992.   

[7] Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) – Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, Εκδ. Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Ενότητα: Γένεσις (Η προϊστορία της ανθρωπότητας, 4, 1 – 6, 4), σελ. 2 – 4, Αθήνα, 1997. 

Υποσημείωση: Βέβαια, η Πτώση του Ανθρώπου ξεκίνησε νωρίτερα με το Προπαρτορικό Αμάρτημα από τους Πρωτόπλαστους, τον Αδάμ και την Εύα (στα εβραϊκά το όνομα σημαίνει «ζωή»), αλλά ως πρώτο έγκλημα που διαπράχθηκε στην ανθρωπότητα με την έννοια της αμαρτίας ήταν αυτή η αδελφοκτονία (στα εβραϊκά τα ονόματα σημαίνουν: Κάιν – «απόκτημα» και Άβελ – «πνοή»).  

[8] Ματσούκας Ν., Το πρόβλημα του κακού. Δοκίμιο Πατερικής Θεολογίας, Εκδ. Π. Πουρναρά, σελ. 199, 204, 223, Θεσσαλονίκη, 1992. 

Πρβλ. Τρωιάνου – Λουλά Α., Έγκλημα και Μεταφυσική, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 48, 49, Αθήνα – Κομοτηνή, 2004.

 

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!